Showing posts with label Ιντα ελιαου. Show all posts
Showing posts with label Ιντα ελιαου. Show all posts

Tuesday, 12 April 2016

Επαγγελματική εξουθένωση και φυσική δραστηριότητα


Γράφει η Ίντα Ελιάου,

Συμβουλευτική Ψυχολόγος (BSc, MSc, PGDip., MA)



Το σύνδρομο της ‘Επαγγελματικής Εξουθένωσης’ είναι ένα σύνδρομο που μπορεί να αγγίξει όλους εμάς, άνδρες και γυναίκες, εργαζόμενους αλλά και φαινομενικά άνεργους –και εδώ αναφέρομαι σε όσους δηλώνουν στο επάγγελμά τους ‘οικιακά’, μπορεί να αγγίξει τα παιδιά μας, μαθητές ή και αθλητές.





Τί είναι αυτό το σύνδρομο;



Ο όρος της επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout) προέρχεται από την αθλητική αργκό της δεκαετίας του 1930 στις ΗΠΑ ο οποίος περιέγραφε τους αθλητές που μετά από μεγάλες επιδόσεις δεν μπορούσαν πλέον να προσφέρουν τα αναμενόμενα σε αγωνιστικό επίπεδο. Ίσως ο πιο ευρέως αναφερόμενος ορισμός της επαγγελματικής εξουθένωσης είναι αυτός της ψυχολόγου Christine Maslach (1982):

«Η απώλεια ενδιαφέροντος για τους ανθρώπους με τους οποίους κάποιος εργάζεται, συμπεριλαμβανομένης της σωματικής εξάντλησης και χαρακτηρίζεται από συναισθηματική εξάντληση όπου ο επαγγελματίας δεν έχει πλέον καθόλου θετικά αισθήματα συμπάθειας ή σεβασμού για τους πελάτες ή ασθενείς».



Που οφείλεται;

Το σύνδρομο αυτό είναι το τελικό αποτέλεσμα μιας διαδικασίας. Η διαδικασία αυτή ξεκινάει με έντονο άγχος στην εργασία για παρατεταμένο χρονικό διάστημα και καταλήγει σε μια γενικότερη σωματική και ψυχική εξάντληση και απογοήτευση. Το στρες γενικά και στο χώρο της εργασίας αναγνωρίζεται πλέον παγκοσμίως ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα υγείας που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι εργοδότες. Στατιστικά στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία (2003), έδειξαν πως το στρες καταλαμβάνει σταθερά τη 2η θέση στα σχετιζόμενα με την εργασία προβλήματα υγείας μετά τις μυοσκελετικές παθήσεις. Ένας στους τρεις εργαζόμενους στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρούν το στρες ως το πιο σημαντικό πρόβλημα στο χώρο εργασίας τους. Το ποσοστό αντιστοιχεί σε 41 εκατομμύρια ευρωπαίους εργαζόμενους κάθε χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι εργαζόμενοι χάνουν εκατομμύρια εργάσιμες μέρες το χρόνο λόγω ασθενειών κάθε μορφής ενώ το ετήσιο οικονομικό κόστος υπολογίζεται στα 20 δις Ευρώ.

Υπάρχουν πολλά μοντέλα που επιχειρούν να ερμηνεύσουν, να εξηγήσουν το φαινόμενο της επαγγελματικής εξουθένωσης. Τα περισσότερα επιχειρούν να ερμηνεύσουν το σύνδρομο υπό το πρίσμα μίας δυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ ατόμου και περιβάλλοντος (Vachon, 1987). Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η επαγγελματική εξουθένωση οφείλεται κυρίως σε στρεσογόνες και δυσμενείς επαγγελματικές συνθήκες, όπως το ιδιαίτερα φορτωμένο πρόγραμμα, η έλλειψη αυτονομίας και εξουσίας, η ανεπαρκής ψυχολογική υποστήριξη και η αυταρχική διοίκηση του οργανισμού (Pines, 1986). Άλλοι πάλι ερευνητές τονίζουν τη σημασία των ατομικών παραγόντων, υποστηρίζοντας, ότι η επαγγελματική εξουθένωση εξαρτάται από τις προσδοκίες που ο επαγγελματίας έχει από τον ίδιο του τον εαυτό (Dekker & Schaufeli, 1995˙ Antoniou, 1999; Firth-Cozens & Payne, 1999).





ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΩΝ EDELWICH & BRODSKY (1980)

Οι οποίοι περιέγραψαν μία σειρά από τέσσερα στάδια ανάπτυξης της επαγγελματικής εξουθένωσης, τα οποία ακολουθεί ο εργαζόμενος από την αρχή της καριέρας του. Συγκεκριμένα:



• Ο εργαζόμενος ξεκινάει την καριέρα του με ενθουσιασμό και συχνά με υπερβολικά υψηλούς στόχους. Υπερεπενδύει στην εργασία του, αφιερώνοντας το χρόνο και την ψυχή του, ενώ επίσης υπερεπενδύει στις σχέσεις που αναπτύσσει με τους ασθενείς του.



(Ένας νέος γιατρός που περνά από το νοσοκομείο να δει τους ασθενείς του ακόμα και όταν είναι εκτός υπηρεσίας. Ή ένας οποιοσδήποτε επαγγελματίας που προσφέρει τις υπηρεσίες του ακόμα και τα Σαββατοκύριακα και δε κλείνει ποτέ το κινητό του).

Καθώς, όμως διαπιστώνει ότι το έργο που παράγει δεν ανταποκρίνεται στις δικές του προσδοκίες, απογοητεύεται.



•Τότε, λοιπόν, περνάει στο δεύτερο στάδιο.

Η εργασιακή καθημερινότητα διαψεύδει τις προσδοκίες του καθώς δεν καλύπτονται όλες οι ανάγκες του ως ‘άνθρωπος’ μέσα από την εργασία του –κάτι που δεν ήταν ρεαλιστικό εξ αρχής.

Ο εργαζόμενος κατηγορεί τον εαυτό του για την αποτυχία και προσπαθεί ακόμη περισσότερο να επενδύσει στο επάγγελμά του, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Ελπίζει δηλαδή πως εάν δουλέψει και άλλες ώρες ή δεχτεί και άλλες επιθυμίες πελατών που παρεκκλίνουν από την καθιερωμένη πρακτική του, πως τότε τα πράγματα θα πάνε καλύτερα.



• Την αμφιβολία και αδράνεια διαδέχονται η απογοήτευση και ματαίωση. Ο εργαζόμενος βλέπει ότι οι προσπάθειές του να ολοκληρωθεί μέσα από την εργασία του ματαιώνονται και οδηγείται στην αποθάρρυνση και την απογοήτευση. Για να ξεφύγει από το αδιέξοδο πρέπει είτε να το πάρει απόφαση και να αναθεωρήσει τελικά τις προσδοκίες του

(‘θα κλείνω το τηλ μου την Κυριακή και ας με ξαναπάρουν τη Δευτέρα’ ή ‘είμαι καλή μητέρα ακόμα και αν ζητάω βοήθεια για τα ψώνια ή λέω και όχι στα παιδιά’ ) είτε ο άλλος τρόπος είναι (αν και τις περισσότερες φορές δεν είναι εφικτός για πρακτικούς λόγους)να απομακρυνθεί από την εργασιακό του χώρο, από την πηγή δηλαδή του στρες.



• Στο τελευταίο στάδιο της επαγγελματικής εξουθένωσης, ο εργαζόμενος αποφεύγει κάθε υπευθυνότητα απέναντι στους άλλους, ενώ προσπαθεί να καταπολεμήσει μόνος του την απογοήτευση και τη ματαίωση που του προκαλεί το επάγγελμά του.

Γενικά φαίνεται πως η επαγγελματική εξουθένωση η οποία αποτελεί μια διαταραχή και όχι τον κανόνα, είναι το προϊόν από ένα συνονθύλευμα εργασιακών και προσωπικών καταστάσεων. Δηλαδή, παρά το γεγονός ότι κάποια από τα χαρακτηριστικά της τείνουν να επικρατήσουν σε στρεσογόνους και πιεστικούς εργασιακούς χώρους υπάρχουν κάποιοι παράγοντες της προσωπικής ζωής του ατόμου που μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες είτε προς την κατεύθυνση της εξουθένωσης είτε προς την κατεύθυνση της ψυχικής ανθεκτικότητας.

Κάποιοι λοιπόν από τους παράγοντες που επηρεάζουν όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας είναι:

• υπερβολικές υποχρεώσεις με υπερβολική πίεση

• ασαφές πλαίσιο καθηκόντων και αρμοδιοτήτων

• μη ανάλογη των καθηκόντων του ατόμου αμοιβή

• μη αναγνώριση της εργασίας του και έλλειψη συστηματικής ανατροφοδότησης για τη δουλειά του

• αδυναμία ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της εργασίας λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος ή κατάρτισης
• μη ασφαλισμένη θέση εργασίας και φόβο ανεργίας, ιδιαίτερα σε άτομα με οικονομικά προβλήματα ή με πολλές οικονομικές υποχρεώσεις

• αίσθηση του ατόμου ότι δεν έχει επίδραση και έλεγχο σε σημαντικά ζητήματα σχετικά με τη δουλειά του

• μη ικανοποιητική επικοινωνία με συναδέλφους και προϊσταμένους

• συνεχής, παρατεταμένη πίεση χρόνου και μακρόχρονη εργασία χωρίς διακοπή


Παράγοντες που μπορεί να αποτελέσουν το φιτίλι για να ξεσπάσει η φωτιά μπορεί να είναι:

Χαρακτηριστικά προσωπικότητας του ατόμου:

• άτομα που έχουν υπερβολικές απαιτήσεις από τον εαυτό τους και υψηλές προσδοκίες σχετικά με τη δουλειά ( ‘τελειομανείς’).

• άτομα που αγνοούν τα όρια της προσωπικής ανθεκτικότητας τους και των προσωπικών αναγκών

• όταν υπάρχει υπερβολική ανάγκη αναγνώρισης

• υπερβολική ταύτισή του με τη δουλεία του.





Συμπτώματα

Οι ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι η επαγγελματική εξουθένωση και επομένως τα συμπτώματά της δεν αποτελούν ένα βραχυπρόθεσμο πρόβλημα που ξεκινάει το πρωί της Δευτέρας και τελειώνει το μεσημέρι της Παρασκευής. Τα πρώτα σημάδια θα μπορούσαν να αναζητηθούν στην αυξανόμενη ανάγκη του ατόμου να αποδείξει την αξία του δουλεύοντας όλο και πιο σκληρά και παρατεταμένα, συχνά παραμελώντας τις ανάγκες του και τις διαπροσωπικές του σχέσεις. Η πίεση που βιώνει εμφανίζεται αρχικά στο σώμα του με συμπτώματα όπως: πονοκέφαλοι, γαστρεντερικά προβλήματα, δυσκολίες ύπνου, υπερένταση, σεξουαλική δυσλειτουργία, διαταραχές διατροφής και μυοσκελετικοί πόνοι (Tyler & Cushway, 1998; Cushway, 1992).

Η ευάλωτη αυτή σωματική υγεία του εργαζόμενου είναι δυνατόν να επηρεάσει και την ψυχολογική του υγεία, με κυρίαρχα συμπτώματα το έντονο στρες, συναισθηματική εξάντληση, έλλειψη ενδιαφέροντος, αρνητική/κυνική διάθεση, μειωμένη αυτοπεποίθηση, τύψεις, ενοχές, ευερεθιστότητα, αποξένωση, και ανία. Το συναίσθημα του μάλιστα κάποια στιγμή αμβλύνεται σε τέτοιο βαθμό που ξαφνικά γίνεται επίπεδο (το άτομο «δε νιώθει τίποτα»-μια εκπληκτική άμυνα του οργανισμού μας για δύσκολες συναισθηματικά καταστάσεις). Φυσικά αυτό γίνεται αντιληπτό από το περιβάλλον του, που αρχίζει τώρα να ζητά εξηγήσεις.

Ο εξουθενωμένος εργαζόμενος τείνει να αποσύρεται για να αποφύγει τις συγκρούσεις και να αρνείται τα όποια προβλήματα. Ο φόρτος εργασίας μπορεί να αρχίσει να αποτελεί δικαιολογία για την απόσυρσή του από τις προσωπικές σχέσεις. Μέσα από μια σειρά αρνητικών αλληλεπιδράσεων το άτομο οδηγείται σε απόσυρση, ψυχοσωματικά προβλήματα, κατάθλιψη, ενώ είναι πιθανή η χρήση αλκοόλ και άλλων ουσιών και η εμφάνιση υπερφαγικών κρίσεων σε μια προσπάθεια πρόσκαιρης ανακούφισης των συμπτωμάτων. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια τη μείωση της παραγωγικότητας και την έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης που πυροδοτεί εκ νέου αρνητικά συναισθήματα, έλλειψη κινήτρου κ.ο.κ. (Griffith και συν.,1999). Στην ουσία, τα συμπτώματα της επαγγελματικής εξουθένωσης αποτελούν

προειδοποίηση δυσλειτουργίας στην βιοψυχοκοινωνική υπόσταση του ατόμου που καλείται να αναθεωρήσει ορισμένες επιλογές και συνήθειες που έχει υιοθετήσει στην ζωή του.

Ποιους πλήττει;

Γενικότερα φαίνεται πως το σύνδρομο αυτό αποτελεί κίνδυνο για ομάδες ανθρώπων που είναι εκτεθειμένοι σε συνθήκες μακροχρόνιου στρες. Στα πλαίσια του σύγχρονου τρόπου ζωής την όξυνση της οικονομικής κρίσης, ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού αναγκάζεται να παλέψει με το στρες της ανεργίας ή να αυξήσει τις ώρες εργασίας του ενώ οι απολαβές μειώνονται, με αποτέλεσμα να βιώνει μια στρεσογόνα καθημερινότητα. Έρευνες έχουν δείξει πως το σύνδρομο της επαγγελματικής εξουθένωσης είναι ιδιαίτερα συχνό σε όσους έρχονται σε καθημερινή επαφή με τον ανθρώπινο πόνο όπως γιατροί, νοσηλευτές, φυσιοθεραπευτές, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί (Jimmieson, 2000; Demir και συν., 2003). Ωστόσο υποφέρουν και επαγγελματίες οι οποίοι εργάζονται υπό συνθήκες μακροχρόνιου στρες. Μπορεί λοιπόν να αγγίξει συγγραφείς, αθλητές, φοροτεχνικούς, εκπαιδευτικούς, γονείς κ.α..

Πρόληψη και Αντιμετώπιση

Το κλειδί για την καταπολέμηση της επαγγελματικής εξουθένωσης είναι να αναγνωρίσει κανείς τα συμπτώματα και να τα θεραπεύσει πριν ησυναισθηματική νέκρωση απλωθεί σε άλλες δραστηριότητες που απολαμβάνει ο άνθρωπος. Αυτό προϋποθέτει την έγκυρη διάγνωση. Η πρόληψη όπως και η αντιμετώπιση της επαγγελματικής εξουθένωσης μπορεί να επιτευχθεί και σε ατομικό αλλά και σε οργανωσιακό επίπεδο. Ιδανικά, πρέπει αντιμετωπίζεται και στα δύο επίπεδα παράλληλα κάτι το οποίο συμβαίνει στο εξωτερικό αλλά δυστυχώς κατά βάσει δε συμβαίνει στη χώρα μας. Και για τα δύο επίπεδα έρευνες έχουν δείξει πως βασικό κομμάτι και της πρόληψης αλλά και της αντιμετώπισης αποτελεί η φυσική δραστηριότητα του ατόμου.

Έρευνες σε επαγγελματίες υγείας στον Ελλαδικό χώρο έχουν δείξει πως 4εις στους 10 εργαζόμενους βιώνουν μέτρια κ υψηλή επαγγελματική εξουθένωση. Τα αποτελέσματα αυτά είναι σε συμφωνία με αντίστοιχες έρευνες από τον ελληνικό αλλά και το διεθνή χώρο (Αλεκτορίδης 2003, Σιουρούνη, Θεοδώρου & Χονδρός, 2006; Firth-Cozens & Payne, 1999). Τα αποτελέσματα επίσης έδειξαν πως η δραστηριότητα των επαγγελματιών είναι ιδιαίτερα χαμηλή (6 στους 10),(Antoniou et al., 2003). Ομοίως, ο Τούντας, 2008 αναφέρει πως ένας στους δύο επαγγελματίες υγείας είναι υποκινητικοί και δεν ασκούνται καθόλου. Παρ’όλ’αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι επαγγελματίες με υψηλό επίπεδο φυσικής δραστηριότητας δεν είναι απαραίτητο ότι θα έχουν και χαμηλά επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης. Η άσκηση λοιπόν από μόνη της δεν είναι αρκετή, αλλά πρέπει να είναι η βασική στρατηγική πρόληψης και αντιμετώπισής.



Γενικά η δραστηριότητα και η άσκηση στην επίτευξη και διατήρηση της υγείας του ανθρώπου έχει αναγνωριστεί από πολλούς Διεθνείς Οργανισμούς. Η συμμετοχή σε φυσικές δραστηριότητες έχει θετικές επιδράσεις στη ψυχική υγεία του ανθρώπου αφού βοηθά στη καταπολέμηση του άγχους –της βάσης δηλαδή της επαγγελματικής εξουθένωσης-, της κατάθλιψης και της μοναξιάς.



ΠΗΓΗ:


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα, ‘Καστοριανή Εστία’, 07.04.16, Αριθμός Φύλλου: 752 , σελ. 08-09.




Monday, 7 December 2015

Χρήσιμες πληροφορίες για ανθρώπους που ακούνε φωνές


Οι άνθρωποι που ακούνε φωνές μπορεί κάποιες φορές να βιώνουν έναν ανυπόφορο κόσμο και η δύναμη της λογικής τους ουσιαστικά να εξουδετερώνεται, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατο να ζήσουν τη ζωή τους. Μια ειλικρινής συζήτηση με τους άλλους μπορεί να σε βοηθήσει να αποδεχτείς τις φωνές σου.

Η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων που ακούνε φωνές δίνει την ευκαιρία να μοιραστείς αυτό που βιώνεις και να μάθει ο ένας από τον άλλο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το να γίνεις μέλος ομάδων αυτοβοήθειας ή να οργανώσεις ομάδες αυτοβοήθειας, όπως αυτές που ιδρύθηκαν από το Δίκτυο Αυτών που Ακούνε Φωνές σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο.

Τα άτομα που ακούνε φωνές λένε ότι είναι σημαντικό να συζητάς για τις φωνές, και στην πορεία να μάθεις να αναγνωρίζεις τα παιχνίδια και τα κόλπα τους, καθώς και τις ευχάριστες πλευρές τους, και να προσδιορίσεις μοτίβα που επαναλαμβάνονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Αυτό μπορεί να σε βοηθήσει να είσαι καλύτερα προετοιμασμένος/η για την έναρξη νέων φωνών στο μέλλον. Οι άνθρωποι που ακούνε φωνές μπορεί να νομίζουν ότι μόνο εκείνοι έχουν αυτή την εμπειρία. Αυτό κάνει την εμπειρία δυσάρεστη και προκαλεί αισθήματα ντροπής ή το φόβο ότι τρελαίνονται. Το άγχος συχνά τους οδηγεί στην αποφυγή καταστάσεων που μπορεί να προκαλέσουν το άκουσμα των φωνών και αυτό παρεμποδίζει σοβαρά την προσωπική εξέλιξη. Άλλο επακόλουθο του άγχους είναι ότι περιορίζει την ελευθερία κινήσεων, ενώ οι στρατηγικές αποφυγής συχνά φαίνεται να επιδεινώνουν το πρόβλημα.

Τα άτομα που ακούνε φωνές αναζητούν εξηγήσεις γι’ αυτό που τους συμβαίνει. Η προσωπική προσέγγιση στην κατεύθυνση της κατανόησης αυτού που συμβαίνει μπορεί να βοηθήσει καλύτερα, ενώ υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις που χρησιμοποιούνται από εκείνους που ακούνε φωνές. Μία ερμηνευτική θεωρία είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη μίας στρατηγικής αντιμετώπισης. Αν δεν αποδοθεί κάποιο νόημα στις φωνές, είναι δύσκολο να ξεκινήσεις να οργανώνεις μία σχέση με αυτές, ώστε να μειώσεις το φόβο που νιώθεις εξ αιτίας της ύπαρξής τους. Οι απόψεις που αποθαρρύνουν τα άτομα που ακούνε φωνές από το να επιχειρήσουν να ελέγξουν τις φωνές τείνουν να αποφέρουν τα λιγότερο θετικά αποτελέσματα. Κατά τη διαδικασία ανάπτυξης της δικής σου άποψης και της ανάληψης ευθύνης για τον εαυτό σου, το απαραίτητο πρώτο βήμα είναι η αποδοχή των φωνών ως «κάτι που ανήκει σε μένα». Αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά και δύσκολα βήματα που πρέπει να κάνει κάποιος.

Οι φωνές μπορεί να εκφράζουν αυτό που αισθάνονται ή που σκέφτονται τα άτομα που τις ακούνε, για παράδειγμα επιθετικότητα ή φόβο σχετικά με ένα γεγονός ή μία σχέση. Όταν οι φωνές παρέχουν πληροφορίες κατά αυτόν τον τρόπο, η πρόκληση που τίθεται με την παρουσία τους είναι λιγότερο σημαντική από την αιτία του συναισθήματος. Όταν οι φωνές εκφράζουν τέτοιες απόψεις, μπορεί να είναι πολύτιμο να συζητάς τα μηνύματά τους με κάποιον που εμπιστεύεσαι, για παράδειγμα έναν φίλο ή κάποιο μέλος του νοσηλευτικού προσωπικού.

Όταν ακούς φωνές που είναι κακοπροαίρετες είναι δύσκολο να δεχτείς ότι η εμπειρία μπορεί να έχει μία θετική, βοηθητική διάσταση. Η επαφή με άλλους ανθρώπους που ακούνε φωνές μπορεί να οδηγήσει στην ανακάλυψη ότι υπάρχουν θετικές φωνές και στη συνειδητοποίηση ότι μπορεί να διαπιστωθεί η παρουσία τους, ως αποτέλεσμα της αποδοχής των αρνητικών σου συναισθημάτων. Το να επιβάλλεις μία δομή στη σχέση με τις φωνές βοηθά στο να μειώσεις στο ελάχιστο το αίσθημα αδυναμίας. Είναι πολύτιμο να δεις ότι μπορείς να θέσεις τα δικά σου όρια και να συγκρατήσεις την υπερβολική παρέμβαση των φωνών στη ζωή σου.

Το μοίρασμα εμπειριών επιτρέπει στα άτομα που ακούνε φωνές να μάθουν τι φάρμακα παίρνουν οι άλλοι, πόσο χρήσιμα είναι αυτά και ποιες μπορεί να είναι οι παρενέργειές τους. Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, να γνωρίζεις κατά πόσο ένα συγκεκριμένο φάρμακο βοηθά στο να περιοριστεί το άκουσμα των φωνών ή μειώνει το άγχος και τη σύγχυση.

Το να μοιράζεται κανείς τη γνώση σχετικά με τις φωνές με την οικογένεια και τους φίλους μπορεί να βοηθήσει. Αν η οικογένεια και οι φίλοι δεχθούν τις φωνές μπορούν να προσφέρουν περισσότερη υποστήριξη και αυτό μπορεί να διευκολύνει τη ζωή των ατόμων που ακούνε φωνές, βελτιώνοντας την αυτοπεποίθησή τους σε κοινωνικές καταστάσεις.

Οι άνθρωποι που ακούνε φωνές και έχουν μάθει να προσαρμόζονται στις εμπειρίες τους αναφέρουν ότι η διαδικασία έχει συνεισφέρει στην προσωπική τους ανάπτυξη. Η προσωπική ανάπτυξη μπορεί να οριστεί ως το να αναγνωρίσεις τι χρειάζεσαι ώστε να ζήσεις μία ζωή που σε γεμίζει και να ξέρεις πώς να πετύχεις αυτό τον σκοπό.

Το να συζητάς με άλλους για τις φωνές έχει και μειονεκτήματα. Τα άτομα που ακούνε φωνές μπορεί να νιώσουν πολύ ευάλωτα και κάποια από αυτά βρίσκουν εξαιρετικά δύσκολο το να ανοίγονται σε σχέση με τις εμπειρίες τους, αν και αυτό είναι συνήθως πιο εύκολο με άτομα που έχουν την ίδια εμπειρία. Άλλο μειονέκτημα είναι ότι οι φωνές μπορεί περιστασιακά να γίνονται πιο έντονες. Στο σύνολο, ωστόσο, τα πλεονεκτήματα υπερκεράζουν τα μειονεκτήματα. Τελικά, είναι πιο σημαντικό να είναι κανείς πλήρως ενήμερος για τη μεγάλη ποικιλία προσωπικών καταστάσεων και συνθηκών των ανθρώπων που ακούνε φωνές. Η καλύτερη συμβουλή είναι να προσπαθήσει κάποιος να αυξήσει τη δυνατότητα των ατόμων που ακούνε φωνές να επηρεάζουν τις φωνές τους, παρά να εντείνει την αδυναμία τους.





Πηγή: 

http://www.hearingvoices.gr/index.php/el/2012-07-18-09-34-04/2012-07-18-09-34-49/item/36(accessed 7.12.15)

Tuesday, 2 June 2015

Όταν το πένθος χτυπά τη πόρτα μας...



Γράφει η Ίντα Ελιάου,

Συμβουλευτική Ψυχολόγος (BSc, MSc, PGDip.,MA)



Τί συμβαίνει όταν πενθούμε;



Παρόλο που ο θάνατος και επομένως το πένθος είναι φυσιολογικά περιστατικά της ανθρώπινης ζωής, η περίοδος του πένθους μπορεί να αποτελέσει μια τρομακτική, αγχωτική και επώδυνη εμπειρία. Είναι συχνό οι πενθούντες να αισθάνονται μόνοι και απομονωμένοι, χαμένοι στο πένθος τους, ακόμα και αν είναι περικυκλωμένοι από οικογένεια και φίλους που προσπαθούν να τους στηρίξουν. Πολλές φορές η ένταση των σκέψεων και των συναισθημάτων μπορούν να προκαλέσουν έκπληξη: σοκ, δυσπιστία, θυμό, μνησικακία, αισθήματα εγκατάλειψης, ενοχής, απελπισίας, πίκρας, άγχους, θλίψης, ανακούφισης, απελευθέρωσης, απογοήτευσης, πόνου.

Όλα τα παραπάνω είναι φυσιολογικές αντιδράσεις και εμπειρίες του να πενθεί κανείς. Πολλά από αυτά μπορούν να παραστούν ταυτόχρονα όπως για παράδειγμα συναισθήματα που αντιτίθενται το ένα με το άλλο (π.χ. πόνος-ανακούφιση). Παρ’όλο που είναι απολύτως φυσιολογικά, η περιπλοκότητά όλων αυτών των συναισθημάτων μπορεί να προκαλέσουν αφόρητη σύγχυση.



Αυτά τα συναισθήματα μπορεί να συνοδεύονται με ονειροπόληση, λήθη, κόπωση, εξάντληση, μείωση της όρεξης και των ενδιαφερόντων, ανικανότητα, αυξημένη ευαισθησία στο θόρυβο και στις συναισθηματικά φορτισμένες καταστάσεις.



Πολλές φορές ο τρόπος του θανάτου ενός αγαπημένου μπορεί να είναι πολύ τραυματικός. Σε αυτή την περίπτωση συνήθως αισθήματα υψηλού άγχους και πανικού εμφανίζονται σε δίαφορα μέρη όπως στο σπίτι, στη δουλεία, όταν βρίσκετε το άτομο έξω για ψώνια ή με φίλους. Όλα αυτά ενώ είναι πολύ δυσάρεστα και απελπιστικά για αυτόν που τα ζει, αποτελούν απολύτως φυσιολογικά συμπτώματα πένθους.




Στη περίπτωση ενός βίαιου, αιφνίδιου ή απρόσμενου θανάτου ή μεγάλης απώλειας, μερικά από όλα αυτά τα αισθήματα μπορεί να είναι ακόμα πιο έντονα. Σε αυτή τη περίπτωση είναι ο τρόπος του θανάτου ή της απώλειας που ειναι ασυνήθιστος ή αφύσικος και όχι οι αντιδράσεις του ατόμου που πενθεί. Οι αντιδράσεις αυτές μπορούν να κατανοηθούν ως φυσιολογικές αντιδράσεις σε μία μη φυσιολογική απώλεια.



Μερικές φορές μία πρόσφατη απώλεια μπορεί να ενεργοποιήσει μια παλιά απώλεια ή ένα παλιό πένθος το οποίο δεν είχε αντιμετωπιστεί. Η απώλεια είναι τρομερά ευρεία έννοια και ποικίλει από άτομο σε άτομο καθώς έχει μια συγκεκριμένη και διαφορετική σημασία για τον καθένα ακόμα και όταν μια οικογένεια πενθεί για το ίδιο πρόσωπο. Διαφορές στο γένος, την ηλικία, την εθνικότητα, την φυσική και πνευματική κατάσταση, τη σεξουαλικότητα και το χαρακτήρα αποτελούν περαιτέρω στοιχεία που διαφοροποιούν τον τρόπο και το χρόνο στο οποίο θρηνεί το κάθε άτομο.



Παίρνει χρόνο το πένθος ακριβώς όπως μας παίρνει χρόνο το να κάνουμε τα ψώνια μας, να βάλουμε πληντύριο, να πάμε στη δουλεία ή να ταξιδέψουμε. Γι’αυτό ακριβώς το λόγο πρέπει να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας να πενθήσει.



Η συμβουλευτική δουλεύει με όλα τα συναισθήματα του κάθε ανθρώπου και στοχεύει στην διευκόλυνση της κατανόησης της απώλειας, την τοποθέτηση της απώλειας μέσα στη καθημερινή ζωή, την ικανότητα της εύρεσης νέου ρόλου στη ζωή και νέου νοήματος ζωής. Η συμβουλευτική στοχεύει στο να βοηθήσει το άτομο να επανασυνδεθεί με τον εσωτερικό του κόσμο αλλά και με τον εξωτερικό κόσμο με ενδιαφέρον και ελπίδα.



Στάδια πένθους:


Α) Σοκ, δυσπιστία, μούδιασμα

‘Αποκλείεται να συνέβη αυτό σε εμένα.’



Β) Άρνηση, λήθη, σύγχυση, ψάξιμο του νεκρού

‘Αχ ας τον ξανάβλεπα να βγαίνει από το αυτοκίνητο και ας μαλώναμε συνέχεια.’



Γ) Κατηγορία, Θυμό, Ενοχή, Άγχος, Παράνοια

‘Εάν δεν κάπνιζε τόσο δεν θα συνέβαινε αυτό. Δε το πιστέυω πως μου το έκανε αυτό.’



Δ) Κατάθλιψη, Απελπισία, Κενότητα, Έλειψη νοήματος της ζωής

‘ Δε θα είναι ποτέ τα πράγματα το ίδιο χωρίς αυτόν. Ποτέ δε θα ξαναγελάσω’

.

Ε) Αναδιοργάνωση, Ανάρρωση

‘Είναι διαφορετικά χωρίς αυτόν. Μου λείπει μα μπορώ να περάσω καλά όταν βγαίνω…’





Συμπτώματα πένθους:

Φυσιολογικές αντιδράσεις πένθους


Αισθήματα:

Στενοχώρια



Άγχος



Ενοχή



Σοκ



Άρνηση



Θυμός



Μοναξιά



Έλλειψη υπομονής/ αντοχής



Αναζήτηση



Ανακούφιση



Εκνευρισμός



Σκέψεις:

Δυσπιστία



Αίσθηση μπερδέματος



Αίσθηση ότι ο νεκρός βρίσκετε γύρω μας (μέσω οσμής, ακοής, όρασης ή αίσθησης)



Επαναλαμβανόμενες σκέψεις των όσων δεν πρόλαβαν να εκπληρωθούν



Εμμονή και επίμονες σκέψεις

Σωματικά συμπτώματα:

Σφίξιμο στο στήθος



Σφίξιμο στο λαιμό



Αίσθηση άδειου στομάχου



Κόπωση



Έλλειψη σωματικής ενέργειας



Μούδιασμα



Ξερό στόμα



Ευαισθησία στο θόρυβο



Λαχάνιασμα



Μυϊκή ατονία







Συμπεριφορές:

Ανήσυχος ύπνος/όνειρα



Έλλειψη όρεξης για φαϊ και ενδιαφέροντα στη ζωή



Έλλειψη ενδιαφέροντος για άλλους και κοινωνική απομάκρυνση



Γενική ανησυχία και ψάξιμο του νεκρού ή ψάξιμο χαρακτηριστικών του στους άλλους.



Κλάμα, αδυναμία ξεκούρασης








Να είσαι ευγενικός/ η με τον εαυτό σου



Το πένθος είναι επίπονο. Το πένθος είναι δύσκολη υπόθεση.



Είναι σημαντικό να είσαι προστατευτικός και γλυκός με τον

εαυτό σου


ΦΑΓΗΤΟ:

Για κάποιο διάστημα μπορεί να μην αισθάνεσαι πως θέλεις να καθίσεις να φας ένα κανονικό γέυμα.



Παρ’όλα αυτά, είναι σημαντικό να τρως κάτι κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το πένθος χρησιμοποιεί πολύ από την ενέργειά σου, και γι’ αυτό το σώμα σου θα χρειάζεται επιπλέον ενέργεια από τροφές.



Δε χρειάζεται να τρως τακτικά γέυματα. Το να τρως λίγο αρκετές φορές την ημέρα είναι αρκετό. Ένα κομμάτι ψωμί, ένα φρούτο, μία μπάρα δημητριακών είναι μερικές εύκολες και γρήγορες ενεργειακές πηγές εάν δεν αισθάνεσαι πως θέλεις να φας κανονικά.



Π ΙΟΤΟ:

Είναι επίσης σημαντικό για την υγεία σου. Ζεστά ροφήματα είναι ανακουφιστικά και χαλαρωτικά. Σούπες επίσης προτείνονται.



Παρόλα αυτά, εάν δεις πως δεν φτιάχνεις ούτε ένα ποτήρι καφέ ή τσάι για να πιείς, πίνε αύθονο νερό καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.



ΥΠΝΟΣ:

Ο ανήσυχος ύπνος είναι πολύ συχνός σε όσους πενθούν.



Ακόμα και αν δεν μπορείς να κοιμηθείς, ξεκουράσου. Το πένθος σε κάνει να αισθάνεσαι τρομερή σωματική κόπωση. Εάν μπορείς, ξεκουράσου και κατά τη διάρκεια της ημέρας.



Μερικές φορές το να ακούς μουσική μπορεί να σε βοηθήσει να ξεκουραστείς.



ΜΗΝ ΕΙΣΑΙ ΣΚΛΗΡΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ:

Συνήθως οι πενθούντες νομίζουν πως πρέπει να είναι δυνατοί για τους άλλους, ή πως πρέπει να συνέλθουν από το πένθος τους γρήγορα.



Αυτό δεν ισχύει. Δεν είναι ρεαλιστικό το να περιμένει κάποιος να νίωσει καλά λίγους μήνες μόνο αργότερα. Ακόμα και αν χρειάζεται να φροντίζεις άλλους, βρες χρόνο για τον εαυτό σου.




Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ‘Καστοριανή Εστία’ στις 28.05.15


Sunday, 7 July 2013

Clinical psychology trainees outperform experienced therapists on knowledge and skills


----------------------------------------

Conducted in Germany, this study pitched undergrad psychology students, postgrad clinical psychology trainees and experienced psychological therapists against each other on tests of psychological knowledge and skills. The slightly worrying result is that the trainees aced it, outperforming not just the students (on most tests) but also the experienced therapists. "The picture is not so bright" for the seasoned therapists, the researchers said. "Our results point to a decrease in knowledge and variability in clinical competence."

The research led by Sabine Vollmer had two parts. The first involved 55 novice, intermediate and advanced students, 15 graduate trainee therapists, and 15 experienced therapists who'd been working in the profession for at least 10 years. In terms of basic psychological knowledge, it was the students who came out on top, presumably because they were currently immersed in learning the basics of the discipline. In applying psychological knowledge to clinical psychology, the intermediate students beat the novice students, and they matched the advanced students, trainees and seasoned therapists, all of whom performed at a similar level. On clinical knowledge, the trainee therapists came out tops, beating all the students and the experienced therapists.

Another challenge involved the participants reading about two client case studies (one was social phobia, the other was OCD), then they had to recall the important details, as well as explain and diagnose the disorder. Here, performance improved from novice to experienced students up to trainees. However things stalled at the level of trainees, with the experienced therapists actually showing a slight decrease in performance.

The second part of the research attempted to better capture the dynamic nature of therapeutic work. Five advanced students, five trainee therapists, and five veteran therapists with at least 10 years experience took part in a "case-based interview". While reading about a complex client, they were first asked to think out loud about the case, then they had to diagnose the client (major depression and borderline personality disorder) and recommend appropriate treatment (e.g. dialectical behavioural therapy).

The students struggled. The trainee therapists aced it. The experienced therapists were a mixed bag - two performed well, but three of them failed to "develop an individual case conceptualisation, their diagnoses were incomplete or wrong, and they didn't adapt their treatment plan to the patient's history."

The poor performance of the seasoned therapists is worrying but tricky to diagnose. Clinical psychology training in Germany has changed since the experienced therapists underwent their training. Today, as in the UK, German trainee clinical psychologists undertake a doctoral programme made up of research, study and clinical practice, whereas training in the past was much shorter (also true in the UK). This means it's impossible to know whether the disappointing performance of the experienced therapists was due to the nature of their training, or rather an adverse side-effect of expertise and time on the job - over-confidence perhaps, or a failure to keep up to date with the latest knowledge and theory.

It would have been useful to know more about the theoretical orientations of the therapists and the researchers. Would the veteran therapists have agreed with the way their performance was scored? Can we trust the expertise of the scorers who rated the performance of the participants? It is reassuring that we're told the research group comprised experts in cognitive science, clinical psychology and psychotherapy.

The good news from the study is that contemporary clinical psychology training seems to be equipping the next generation well (at least in Germany). A concern is that experienced therapists seem to need more support than they're getting to ensure their expertise is sustained and developed. Vollmer's team said this tallies with research in the medical profession suggesting that doctors are not very good at judging the holes in their own knowledge and skills.
_________________________________ 
SOURCE:


Vollmer, S., Spada, H., Caspar, F., and Burri, S. (2013). Expertise in Clinical Psychology. The Effects of University Training and Practical Experience on Expertise in Clinical Psychology. Frontiers in Psychology, 4 DOI: http://dx.doi.org/10.3389/fpsyg.2013.00141





Friday, 15 March 2013

Σχιζοφρένεια



Πόσο συχνή είναι η σχιζοφρένεια; 

Περίπου το 1% του πληθυσμού αναπτύσσει σχιζοφρένεια κατά τη διάρκεια της ζωής του. Κατά την διάρκεια ενός έτους περίπου 0,11 – 0,14 ανά 1000 άτομα θα εμφανίσουν για πρώτη φορά σχιζοφρένεια. Μια δεδομένη χρονική στιγμή, 2,5 – 5 ανά 1000 άτομα έχουν την διάγνωση της σχιζοφρένειας. Τα δεδομένα αυτά αναγόμενα στον Ελληνικό πληθυσμό σημαίνουν ότι κάθε χρόνο περιμένουμε στην Ελλάδα 1000 – 1500 περίπου άτομα να εμφανίσουν για πρώτη φορά σχιζοφρένεια, 25000 – 50000 άτομα πάσχουν από αυτή μια δεδομένη χρονική στιγμή και 100.000 περίπου Έλληνες θα αναπτύξουν σχιζοφρένεια κατά την διάρκεια της ζωής τους. Η διαταραχή εμφανίζεται το ίδιο συχνά σε άντρες και γυναίκες και οι πληροφορίες που αναφέρονται σ’ αυτό το κείμενο ισχύουν και για τα δύο φύλα. Μια διαφορά μεταξύ των δύο φύλων αφορά την ηλικία εμφάνισης των πρώτων ψυχωτικών εκδηλώσεων: οι άντρες νοσούν πιο συχνά μεταξύ 15 – 25 ετών και οι γυναίκες μεταξύ 25 – 35 ετών. Η εμφάνιση της σχιζοφρένειας πριν την ηλικία των 10 ετών και μετά τα 50 είναι εξαιρετικά σπάνια. Λιγότερο φανερά συμπτώματα όπως η κοινωνική απομόνωση ή απόσυρση, ασυνήθιστη ομιλία ή σκέψη ή συμπεριφορά, μπορεί να προηγούνται ή να έπονται των πρώτων ψυχωτικών συμπτωμάτων. 

Ποια είναι τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας; 

Ψευδαισθήσεις: Ο κόσμος του σχιζοφρενικού ασθενή μπορεί να κυριαρχείται από ψευδαισθήσεις, δηλαδή μπορεί να αντιλαμβάνεται πράγματα που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Για παράδειγμα, μπορεί να ακούει φωνές που να του λένε να κάνει συγκεκριμένα πράγματα, να βλέπει ανθρώπους ή αντικείμενα που στην πραγματικότητα δεν είναι μπροστά του, ή να αισθάνεται αόρατα χέρια να αγγίζουν το σώμα του. Οι ψευδαισθήσεις αυτές μπορεί να είναι αρκετά τρομακτικές. Το άκουσμα φωνών που οι άλλοι άνθρωποι δεν ακούν είναι ο πιο συχνός τύπος ψευδαίσθησης στην σχιζοφρένεια. Οι φωνές αυτές μπορεί να σχολιάζουν τις ενέργειες του ασθενή, να μιλούν μεταξύ τους για τον ασθενή, να τον προειδοποιούν για επερχόμενους κινδύνους ή να δίνουν εντολές στον ασθενή για το τι να κάνει. 

Παραληρητικές Ιδέες: Είναι πεποιθήσεις ή πίστεις του ασθενή που είναι ψευδείς, δεν υπόκεινται στον έλεγχο της λογικής, παραμένουν παρά τις περί του αντιθέτου αποδείξεις και δεν αποτελούν μέρος του πολιτισμικού περιβάλλοντος του ασθενή. Οι παραληρητικές ιδέες είναι συχνές στην σχιζοφρένεια και μπορεί να έχουν διάφορα θέματα, όπως ιδέες μεγαλείου, ιδέες δίωξης (ότι άλλοι άνθρωποι θέλουν το κακό του ασθενή) κ.λ.π. Μερικές φορές τα παραληρήματα στη σχιζοφρένεια είναι εξαιρετικά παράξενα – για παράδειγμα, η πεποίθηση ότι οι γείτονες ελέγχουν την συμπεριφορά του ασθενή με την βοήθεια μαγνητικών κυμάτων, ή ότι οι παρουσιαστές της τηλεόρασης απευθύνουν ειδικά στον ασθενή ιδιαίτερα μηνύματα ή ότι η σκέψη του ασθενή εκπέμπεται και γίνεται γνωστή και σε άλλους. Οι παραληρητικές ιδέες δίωξης, που είναι συχνές στην παρανοειδή σχιζοφρένεια, είναι παράλογες και ψευδείς πεποιθήσεις των ασθενών που πιστεύουν ότι άλλοι μπορεί να θέλουν το κακό τους, ότι τους κλέβουν, ότι προσπαθούν να τους δηλητηριάσουν ή ότι συνωμοτούν εναντίον τους. Ο ασθενής μπορεί να πιστεύει ότι ο ίδιος, ένα μέλος της οικογενείας του ή κάποιος άλλος είναι ο στόχος αυτής της φανταστικής καταδίωξης. 

Αποδιοργανωμένη Σκέψη: Συχνά, η σκέψη του σχιζοφρενικού ασθενή επηρεάζεται από την ασθένεια. Ο ασθενής μπορεί για ώρες να μην μπορεί να σκεφτεί “κανονικά”. Οι σκέψεις μπορεί να έρχονται και να φεύγουν πολύ γρήγορα από το μυαλό του και να μην μπορεί να τις “πιάσει”. Ο ασθενής μπορεί να μην έχει την δυνατότητα να συγκεντρωθεί για αρκετό χρόνο σε μια του σκέψη και μπορεί εύκολα να αποσπάται και να μην είναι ικανός να εστιάσει κάπου την προσοχή του. 



Πόσο συμμορφώνονται με τη θεραπεία τα άτομα με ψύχωση; 

Μία από τις σημαντικότερες αιτίες των υψηλών ποσοστών υποτροπής είναι η έλλειψη συμμόρφωσης στη θεραπεία. Οι νοσηλευόμενοι ασθενείς έχουν ποσοστά μη συμμόρφωσης από 10 έως 30%, ενώ οι κοινοτικές δομές αναφέρουν υψηλότερα ποσοστά που κυμαίνονται από 40 έως 50%. Σε κάποιες μελέτες το ποσοστό μη συμμόρφωσης στη θεραπεία στη διάρκεια ενός έτους μετά από το πρώτο επεισόδιο έφτασε το 59%. Το πραγματικό ποσοστό μη συμμόρφωσης πρέπει να είναι υψηλότερο, αφού οι μετρήσεις δεν υπολογίζουν τα άτομα που αρνούνται την αγωγή ή εγκαταλείπουν την παρακολούθηση. 

Η επιστημονική βιβλιογραφία αναφέρει ότι μόνο το ένα τρίτο των ασθενών με σχιζοφρένεια παρουσιάζουν πλήρη συμμόρφωση στη θεραπεία. Το άλλο τρίτο παρουσιάζει μερική συμμόρφωση, δηλαδή οι ασθενείς αυτοί θα μειώσουν τη δόση του συνταγογραφούμενου φαρμάκου ή μερικές φορές θα παραλείψουν να το πάρουν. Το υπόλοιπο ένα τρίτο των ασθενών δεν θα ακολουθήσουν καθόλου τις συνταγογραφούμενες οδηγίες. Επίσης, οι κλινικοί συχνά υπερεκτιμούν τη συμμόρφωση των ασθενών τους, αφού συχνά δεν θεωρούν την έλλειψη συμμόρφωση ως πιθανή εξήγηση της θεραπευτικής αποτυχίας. 



Γιατί πρέπει να συμμορφώνονται στη θεραπεία τα άτομα με ψύχωση; 

Γενικά, σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, η πτωχή συμμόρφωση ή η έλλειψη συμμόρφωσης με τη θεραπεία συνδέεται στενά με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής, μεγαλύτερη συχνότητα εισαγωγής σε νοσοκομείο και μεγαλύτερη διάρκεια νοσηλείας, όταν το άτομο εισαχθεί. Η επιδείνωση των συμπτωμάτων μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μη ανταπόκριση στη θεραπεία με αντιψυχωτικά και στην ανάπτυξη χρόνιας ψύχωσης. Η υποτροπή εξαιτίας της μη συμμόρφωσης έχει επίσης συνδεθεί με αυξημένη πιθανότητα βίαιων ή επικίνδυνων συμπεριφορών, κατά τις περιόδους κυρίως των παραγωγικών συμπτωμάτων της ψύχωσης. Επιπλέον, η μη ακολούθηση των γραφόμενων οδηγιών μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση στην πρόγνωση, ειδικά σε ασθενείς που βρίσκονται στα αρχικά στάδια της σχιζοφρένειας, ενώ μπορεί επίσης να επηρεάσει την καθημερινή λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής του ασθενούς. 



Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τη συμμόρφωση στην αντιψυχωτική αγωγή; 

· Παράγοντες που σχετίζονται με τον ασθενή: ηλικία, κοινωνική κατάσταση, στάση απέναντι στη νόσο και τη θεραπεία της. 

· Παράγοντες που σχετίζονται με τη νόσο: έλλειψη ευαισθησίας συμπτωματολογία, διάρκεια νόσου, χρήση αλκοόλ και ουσιών. 

· Παράγοντες που σχετίζονται με το γιατρό: παροχή πληροφόρησης, σχέση με ασθενή. 

· Παράγοντες που σχετίζονται με τη θεραπεία: παροχή πληροφόρησης, ικανοποίηση, παρενέργειες, περιπλοκότητα, επιτήρηση, διάρκεια. 

· Παράγοντες που σχετίζονται με το περιβάλλον του ασθενούς. 



Γενικές στρατηγικές για την αποφυγή της μη συμμόρφωσης. 

Εξασφάλιση στενής σχέσης γιατρού-ασθενή
Θεραπευτική στρατηγική που επιτρέπει μέγιστη αποτελεσματικότητα και ελάχιστες παρενέργειες, χρησιμοποιώντας ως πρώτης-γραμμής θεραπεία τα δεύτερης γενιάς αντιψυχωτικά
Συνταγογράφηση μίας ημερήσιας δόσης
Προτιμάται η μονοθεραπεία
Άμεση αντιμετώπιση των παρενεργειών
Παροχή προφορικών και γραπτών πληροφοριών σχετικά με τη νόσο και τη θεραπεία ακολουθώντας εμπεριστατωμένες οδηγίες
Τακτική συζήτηση θεμάτων κόστους / οφέλους
Ταυτοποίηση παραγόντων κινδύνου για συμπεριφορά μη συμμόρφωσης
Τακτική εκτίμηση της συμμόρφωσης
Σχεδιασμός εξωνοσοκομειακής φροντίδας κατά τη διάρκεια της νοσηλείας 



Είναι σκόπιμη η συμμετοχή των οικογενειών στη θεραπεία ατόμων με σχιζοφρένεια; 

Έχει διαπιστωθεί ότι οι ασθενείς και οι οικογένειές τους που έχουν συμμετάσχει σε ψυχοεκπαιδευτικές ομάδες παρουσιάζουν βελτίωση στην πρόληψη των υποτροπών, στη «συμμόρφωση» με τη φαρμακευτική αγωγή, στην καλύτερη κοινωνική προσαρμογή, στην ικανοποίηση από τη φαρμακευτική αγωγή, στην καλύτερη ενημέρωση για την ασθένειά τους, και στην απομυθοποίηση και απόστιγματοποίηση της ψυχικής νόσου. Ο πλήρης ψυχοεκπαιδευτικός κύκλος είναι 10 συναντήσεις, με συχνότητα μία ανά εβδομάδα, διάρκειας μίας ώρας η κάθε μία. Με απλό τρόπο αλλά με πλήρη επιστημονική τεκμηρίωση και με σεβασμό στο ιατρικό απόρρητο, δίδεται μία πλήρης πληροφόρηση σε όλα τα θέματα που αφορούν την ψυχική νόσο και ειδικότερα την σχιζοφρένεια. 



Πώς γίνεται η ψυχοεκπαίδευση των οικογενειών των ατόμων με σχιζοφρένεια; 

Εξετάζονται τα αίτια της ασθένειας, οι τρόποι αντιμετώπισης, τα φάρμακα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων, η ψυχοκοινωνική αντιμετώπιση, η πορεία και η εξέλιξη της νόσου, ο ρόλος της οικογένειας, και η κληρονομικότητα. Η ψυχοεκπαιδευτική ομάδα δίνει ταυτόχρονα την δυνατότητα στους συμμετέχοντες, να εκφράσουν την προσωπική τους εμπειρία, να ανταλλάξουν απόψεις, να αισθανθούν το «κοινό» του προβλήματος, να βγούνε από την απομόνωση, και να βρούνε λύσεις σε προβλήματα που μέχρι τώρα τους οδηγούσαν πολύ συχνά σε αδιέξοδο. 

Σημαντική προϋπόθεση για την καλύτερη αντιμετώπιση ενός θέματος, είναι η κατά το δυνατόν καλύτερη γνώση του. Η άγνοια της ασθένειας, της φαρμακευτικής αγωγής, της ψυχιατρικής προσέγγισης, μπορεί να δημιουργήσει ένα μύθο. Το μύθο της τρέλας, των θρησκευτικών – δαιμονικών δοξασιών, του φάρμακου – δηλητηρίου και των πιο περίεργων απόψεων για τον ψυχίατρο και τις ψυχοθεραπείες. Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα τον φόβο που οδηγεί τον μεν ασθενή στη άρνηση της αρρώστιας και στη μείωση την συνεργασίας του στη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, την δε κοινότητα στην στιγματοποίηση. Καταστάσεις που με την σειρά τους ενισχύουν τον φόβο, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο, που σαν αποτέλεσμα έχει την απόρριψη της ασθένειας από τον ασθενή και του ασθενούς από την κοινότητα. Η ψυχοεκπαίδευση στοχεύει ακριβώς σε αυτό το σημείο. Στην γνώση της νόσου, που οδηγεί στην απομυθοποίηση της και επομένως στην καλύτερη αντιμετώπισή της. 



Ποιοι άλλοι τρόποι ψυχοεκπαίδευσης εφαρμόζονται; 

Tα τελευταία χρόνια με το κίνημα του αποϊδρυματισμού και την αντιμετώπιση του αρρώστου έξω από το ίδρυμα, στην κοινότητα, ο ρόλος της οικογένειας γίνεται ακόμη πιο σημαντικός αφού η οικογένεια αποτελεί το κύριο φυσικό υποστηρικτικό σύστημα για τον άρρωστο και τη βασική και πολλές φορές μοναδική πηγή φροντίδας. Για να βοηθηθούν οι οικογένειες ν’ αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ψυχικής διαταραχής έχουν αναπτυχθεί σύγχρονες παρεμβάσεις που απευθύνονται στην οικογένεια, όπως οι ψυχοεκπαιδευτικές ομάδες συγγενών, οι υποστηρικτικές ομάδες συγγενών και οι ομάδες αυτοβοήθειας. Οι ψυχοεκπαιδευτικές ομάδες συγγενών είναι εξαιρετικά χρήσιμες στην υπεύθυνη ενημέρωση των οικογενειών για την αρρώστια και την αποτελεσματική αντιμετώπισή της. 

Οι υποστηρικτικές ομάδες συγγενών βοηθούν τους συγγενείς να νοιώσουν ανακούφιση από το βάρος της αρρώστιας, να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, τα άγχη και τις αγωνίες τους, να συμφιλιωθούν με την αρρώστια και να παλέψουν το στίγμα και την κοινωνική προκατάληψη. Αυτές οι ομάδες υποστήριξης αποτελούν συνήθως τη βάση για τη δημιουργία ομάδων αυτοβοήθειας. Οι ομάδες αυτοβοήθειας συστάθηκαν από οικογένειες για οικογένειες που έχουν ανάγκη βοήθειας αλλά και από ειδικούς που αναγνωρίζουν την ανάγκη αυτή. Στηρίζονται περισσότερο στη βοήθεια από τα μέλη που έχουν το ίδιο πρόβλημα και λιγότερο στη βοήθεια από τους ειδικούς. Οι ειδικοί πάντως είναι απαραίτητοι κυρίως στις ψυχοεκπαιδευτικές και τις υποστηρικτικές ομάδες. 

Βέβαια όλες αυτές οι ομαδικές παρεμβάσεις δεν είναι πανάκεια. Είναι όμως ένας σημαντικός κρίκος στην αλυσίδα των παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της σοβαρής ψυχικής ασθένειας που αναφέρονται στη οικογένεια. Ο εκπαιδευτικός και υποστηρικτικός τους ρόλος έχει ανεκτίμητη θεραπευτική αξία. 



ΠΗΓΗ: 

Ο Μ Π Ρ Ε Λ Α Διεπιστημονική Εταιρία Ψυχολογικής Παρέμβασης 


(accessed 15/3/13)


Smiling fighters are more likely to lose




The day before mixed martial artists compete in the Ultimate Fighting Championships (UFC), they pose with each other in a staged face-off. A new study has analysed photographs taken at dozens of these pre-fight encounters and found that competitors who smile are more likely to lose the match the next day (pdf via author website).


Michael Kraus and Teh-Way David Chen recruited four coders (blind to the aims of the study) to assess the presence of smiles, and smile intensity, in photographs taken of 152 fighters in 76 face-offs. Fighter smiles were mostly "non-Duchenne", with little or no crinkling around the eyes. Data on the fights was then obtained from official UFC statistics. The researchers wanted to test the idea that in this context, smiles are an involuntary signal of submission and lack of aggression, just as teeth baring is in the animal kingdom.


Consistent with the researchers' predictions, fighters who smiled more intensely prior to a fight were more likely to lose, to be knocked down in the clash, to be hit more times, and to be wrestled to the ground by their opponent (statistically speaking, the effect sizes here were small to medium). On the other hand, fighters with neutral facial expressions pre-match were more likely to excel and dominate in the fight the next day, including being more likely to win by knock-out or submission.


These associations between facial expression and fighting performance held even after controlling for betting behaviour by fans, which suggests a fighter's smile reveals information about their lack of aggression beyond what is known by experts. Moreover, the psychological meaning of a pre-match smile appeared to be specific to that fight - no associations were found between pre-match smiles and performance in later, unrelated fights. Incidentally, smaller fighters smiled more often, consistent with the study's main thesis, but smiling was still linked with poorer fight performance after factoring out the role of size (in other words, smiling was more than just an indicator of physical inferiority).


If fighters' smiles are a sign of weakness, there's a chance opponents may pick up on this cue, which could boost their own performance, possibly through increased confidence or aggression. To test the plausibility that smiles are read this way, Kraus and Chen asked 178 online, non-expert participants to rate head-shots of the same fighter either smiling or pulling a neutral expression in a pre-match face-off. As expected, smiling fighters were rated by the non-expert participants as less physically dominant, and this was explained by smiling fighters being perceived as less aggressive and hostile.


Of course, the researchers are only speculating about what's going on inside the minds of the fighters pre-match. It's even possible that some of them smile in an attempt to convey insouciance. If so, Kraus and Chen said "it is clear that this nonverbal behaviour had the opposite of the desired effect - fighters were more hostile and aggressive during the match toward their more intensely smiling opponents." 
_________________________________ 


SOURCE:


Kraus, M., and Chen, T. (2013). A Winning Smile? Smile Intensity, Physical Dominance, and Fighter Performance. Emotion DOI:http://dx.doi.org/10.1037/a0030745 Author weblink: https://sites.google.com/site/mwkraus/

'Violence risk' after military tours


By James GallagherHealth and science reporter, BBC News


Younger members of the armed forces returning from duty are more likely to commit violent offences than the rest of the population, a study suggests.

Researchers analysed data from nearly 14,000 UK service personnel who had served in wars in Iraq or Afghanistan.

They highlighted a particular issue in younger men and those who had combat roles or had a traumatic experience.

The results in the Lancet medical journal come 10 years after the start of the war in Iraq.

The Ministry of Defence, which funded the study, said it was committed to improving services and trying to break the stigma around mental health by getting people in the armed forces and veterans to talk about their problems.

The report showed that overall criminal activity was slightly lower in military personnel than in people of the same age in the wider population. Some 94% of men returning from combat zones will not offend.


The military don't select chess-playing choir boys”Prof Simon WesselyKing's College London

However, the researchers found violent offending was higher within members of the armed services and there was a "stark" difference in men aged under 30.

Just over 20% of the 2,728 young men followed had committed a violent offence, compared with 6.7% of young men outside the military.

Most violent offences were assaults.

Being in the junior ranks, deployment in a combat role and experiencing traumatic events, such as being shot at, were all linked to an increased risk of violence when service personnel returned from duty.'Choir boys'

Alcohol abuse and post-traumatic stress disorder were also closely associated with violent behaviour.

The researchers did adjust their analysis to account for the backgrounds of those studied - those with a greater tendency towards violence may be more inclined to choose combat roles.

Prof Simon Wessely, from King's College London, told the BBC: "Those who are in combat roles are themselves slightly different from those who are not.

"The military don't select chess-playing choir boys. They select people who often come from difficult and aggressive backgrounds and they're the ones who are most likely to end up in the parts of the military that do the actual fighting.

Analysis
Jonathan BealeDefence correspondent, BBC News

Research into the effects of combat and deployment on the mental health of the military is still in its infancy.

But there's already plenty of evidence to give cause for concern.

It's more obvious in the United States where rates of post-traumatic stress disorder, or PTSD, among those who've fought in Iraq and Afghanistan has reached as high as 15%.

There's also been a surge in suicides among American troops - reaching a rate of one a day in 2012.

Here in the UK the figures are much lower. Rates of PTSD have been reported at about 4%. But there's other research that suggests levels of alcohol misuse are higher in the military. And now this study by King's College London suggests higher rates of violent offending too.

As always with ongoing research, it's difficult to draw hard conclusions. But one thing is clear - the cost of the wars in Iraq and Afghanistan will be felt for many years to come.

"The biggest single risk factor is those who previously had violent offending before they joined up, but there is still an impact of combat, mediated partly through excessive drinking and partly through developing post-traumatic stress disorder (PTSD) and mental health problems as a result of combat."

He added that the reluctance of young men to admit they may not be coping is the "biggest single obstacle" to tackling the problem.'Body and mind'

Lewis McKay, who served in Iraq and Afghanistan, said his character changed from "laid-back" to "aggressive" after he returned from Afghanistan.

"Nothing will ever prepare you for what you physically see or physically do in Afghanistan... there is only so much that anyone's body and mind can take.

"My wife didn't exist to me... I felt a lot of anger towards her and I came very, very close to hitting her.

"Instead I was walking out the door and punching holes in doors and windows... I had flashbacks. A car door slam would be enough to make me drop to the ground."

The 26-year-old added that until soldiers receive help, problems such as PTSD will continue to manifest. He now works as a security guard at a BBC building.

Surgeon Capt John Sharpley, a Ministry of Defence mental healthcare expert, agreed that getting young soldiers to ask for help was a "major issue".

"Stigma is a really big problem. The study shows there is a link between mental health symptoms and violent offending.

"It is not possible to train yourself for something that is traumatic, which by definition is something outside one's experience.

"We do a lot [at the MoD], but we're always going to be in a situation when we need to do more."

A spokesman for the MoD said: "We are committed to supporting members of our armed forces, and their families, as they return to civilian life post-deployment.

"This report recognises that the vast majority of service personnel make this adjustment successfully and are not more likely to commit a violent offence post-deployment - there is only an increased risk of 2% when compared to the general population.

"However, any violent offence is unacceptable and will not be tolerated by our armed forces."

The Royal British Legion said: "The vast majority of ex-service personnel go on to live successful and law-abiding lives. However, inevitably, and for a variety of reasons, a small number experience difficulties."



Source:

BBC News 

http://www.bbc.co.uk/news/health-21790348

(Accessed 15/3/13)

Wednesday, 6 March 2013

It's not just criminals who feel unsafe when the police are around

The idea that police on our streets makes people feel safer is usually taken as a given. It's the basis of the so-called "reassurance policing" agenda, which advocates higher numbers of visible front-line police. And when increased police numbers are announced, members of the public often welcome the news. "I'm all for more police on the streets," said a Chicago resident earlier this month after the announcement of increased patrols, "It makes me feel safer seeing them around my community."

A new study challenges this received wisdom. Whereas most surveys ask people to reflect on whether they'd feel safer with more visible police, Evelien van de Veer and her colleagues took a different approach, looking at how the presence of police affected people's sense of safety right at that moment.

The researchers quizzed over 200 Amsterdam residents out shopping about how safe they currently felt. For some, two to four police were currently visible patrolling the vicinity; for others no police were present. Overall, the presence of police made no difference to participants' answers. However, focusing just on the male participants - those who answered when a police patrol was nearby actually reported feeling less safe.

Next, the researchers showed 124 students pictures of a street scene and asked them to rate how safe it seemed. The photos were doctored so that some of the participants saw a police officer in the scene. The key finding here was that a graffiti-daubed alleyway was rated as safer when a policeman was in the scene, but a leafy residential street was rated as less safe when a policeman was present. This difference was found for both sexes, but was more pronounced for men.

Van de Veer and her colleagues proposed two possible explanations for what they described as this "ironic" consequence of police presence. They said the sight of a police officer could act as a warning signal, directing people's attention to potential danger in the vicinity. Or they suggested the sight of police could trigger automatic mental associations of concepts like crime or violence (this would be a social priming effect - an area of study that's currently under close scrutiny).

Why were men particularly prone to feeling unsafe in the presence of police? The researchers suggested this may be because they are more often the victim of violent crimes, and more often the cause of police needing to be called to a scene. This reasoning seems vague and van de Veer's team admitted "further exploration of this issue is required."

The researchers concluded that their findings have real-life implications for police forces and policy makers. "A general increase in the number of visibly present police officers may not have the intended effect," they said.

Past research covered on the Digest has shown that CCTV cameras can also increase feelings of insecurity; so too neighbourhood watch signs: http://bps-research-digest.blogspot.co.uk/2009/11/cctv-cameras-dont-reassure-they.html.
_________________________________
Source:


van de Veer, E., de Lange, M., van der Haar, E., and Karremans, J. (2012). Feelings of Safety: Ironic Consequences of Police Patrolling. Journal of Applied Social Psychology, 42 (12), 3114-3125 DOI: http://dx.doi.org/10.1111/j.1559-1816.2012.00967.x

Author weblinks:
http://www.linkedin.com/pub/evelien-van-de-veer/54/791/236

Wednesday, 9 January 2013

Never Lie About Who You Really Are


 
Yesterday was my 12-year anniversary of being with my partner, Jimmy. I called a florist, and a nice woman picked up. I told her, "It's my anniversary, and I want to send roses." I know she's thinking the roses are going to a woman. It doesn't matter that I've been out for 31 years, I still get self-conscious when it comes time to tell her what to put on the card: "Dear Jimmy, etc., Love, Danny." I steel myself for the usual response — "Did you say Jenny?" — but this woman gets it.
Last week, the pest control guy came to the door. "Are you Mr. Smith?" he says. "No, I'm Mr. Pallotta, Mr. Smith's partner," I reply. "Partner?" he asks. I'm being questioned in my own home. "Yes, partner," I answer. "We're a gay couple." "Oh," he says, trying to process this e, and maintain his composure.
People have the misconception that a gay person comes out once. It's not true. If you're gay and you're authentic, you're coming out constantly. You're on a business trip, for example. A cab driver asks if you have kids, and you say that you do. Then he asks about your wife. Even though you may be exhausted, you find yourself summoning the energy to have a transformative conversation with a total stranger on whom you are depending to get to the airport and whose reaction you have no way of predicting. It takes a few tablespoons of courage. Every time. But you do it. Because it's who you are, and you've learned long ago not to deny who you are or who your partner is. Because to deny who you are is a betrayal of yourself and the man you love and the children you have together. So you never, ever skirt the issue, no matter how tired or busy you are. You become a Jedi with your truth. Not just the truth, but your truth.
Your ability to stand up for your truth is a muscle, and the more you exercise it the stronger it gets. I do a lot of work in the humanitarian sector, and I find that many in the sector have let that muscle atrophy. They get into this work to change the world but get beaten down by the relentless pressure to keep administrative costs low. And that becomes their new mission. They forget how to stand up for their truth, to say, "I came here to change the world, and no one and nothing is going to stop me from doing that."
The for-profit sector is no different. People at all levels, especially management, witness the slow undoing of good customer service, product quality, or safety standards, and they don't say a thing about it. Even if it violates their own value system and the mission of the company. But if everyone at a crummy airline, for example, had the same zero-tolerance for bad customer service as a lesbian has for lying about the fact that she's married to a woman, it wouldn't be a crummy airline for long. To stand up for your truth is to be a leader.
Each of us lives with the reality of products and services that come from companies whose leaders have surrendered their truth about quality and excellence. My parents just bought a flat screen TV from a major manufacturer. The speakers are in the back, pointing away from the viewer, and they can't hear the damned thing. Why is a product like that allowed out the door? Because of a thousand people at a dozen levels remaining silent. We ordered new stools for our kitchen from a hip furniture retailer. They were six weeks late. Throughout those six weeks, the retailer couldn't tell us where they were, because, as the customer service reps explained, the European supplier doesn't communicate with them very well. Why does the company continue to do business with such a supplier? Because no one along the chain will risk being marginalized by making a stink over it. The new Microsoft Surface tablet reportedly rips at the seam where keyboard cover meets tablet. Was it tested for durability? If not, why not? If it was, why was it allowed to go to market with such a defect? Probably because of the same kind of self-talk that goes on in a gay man's head before he's ready to come out: "Why make a big deal of it? It doesn't really matter." But when he finally comes out, he realizes it was the only thing that mattered, and that coming out transformed his life. Speaking the truth can do the same thing for businesses.
How can you develop this "coming out" muscle yourself? First, know what you're coming out about. Identify your truths. Write a personal values manifesto. You can't know if your values are being violated if you're ambiguous about what they are. Second, learn to develop a sixth sense for when your line is being crossed. It may be a gut feeling. A nervous laugh. A habit of rationalizing. Not an hour ago a delivery company called and asked if anyone would be home this afternoon to accept a package. I said, "Yes, my other half, with three sick kids." "That must be fun for her," the guy said. That tiny voice in my head rationalized, "You're about to hang up, let it go." The moment I heard myself say that, a trigger went off and I came out to him with a simple, "She's a he." Rationalization is a red flag for me. Let it be one for you.
So you're not gay. You can still develop the strength to stand up for your truths. Stop trying to think outside the box. Start thinking outside the closet.
Dan Pallotta

Dan Pallotta

Dan Pallotta is an expert in nonprofit sector innovation and a pioneering social entrepreneur. He is the founder of Pallotta TeamWorks, which invented the multiday AIDSRides and Breast Cancer 3-Days. He is the president of Advertising for Humanity and the author of Charity Case: How The Nonprofit Community Can Stand Up For Itself and Really Change the World.

Monday, 29 October 2012

Introducing the SuperAgers - the elderly people whose brains have stayed young


They say the slow inevitable decline sets in during our early twenties. Like a rocket reaching its apogee, once the brain is fully developed there is the briefest lull, and then it's all downhill, the last neural areas to develop being the first to start unravelling. By the time of old age, so certain are the impairments in mental processing that psychological tests are age-adjusted - "You're slow Bob, but not for your age. For an 80-year-old you're doing just fine."
But wait. A team led by Theresa Harrison at the Cognitive Neurology and Alzheimer's Disease Center at Northwestern University say they've identified a group of elderly individuals whose brains appear relatively immune to the physical effects of ageing.
Harrison and her colleagues identified these 12 "SuperAgers" (average age 84) by their exceptional mental performance. They outperformed 10 typical healthy older folk (average age 83) on a test that involved recalling lists of words, and they matched the performance of 14 healthy middle-aged volunteers (average age 58). The SuperAgers also matched the middle-aged on tests of naming things, attention and task switching, and identifying drawings by category.
Using a structural brain scanner, the researchers found that the SuperAgers had brains that seemed to have resisted the erosive influence of time. Whereas the typical older participants had thinner cortices and smaller average brain volumes (244mm cubed average) than the middle-aged (306mm cubed), the SuperAgers' brain surfaces were just as thick as the middle-aged and their brain volumes (288mm cubed) not significantly different in statistical terms. Moreover, there was one brain region - the left anterior cingulate - that was actually thicker in the SuperAgers than in the middle-aged.
"These findings are remarkable," the researchers said, "given the numerous reports that grey matter loss is a common, if not universal, part of normal ageing."
Across the groups, brain volume correlated with episodic memory performance. Although cingulate thickness did not, Harrison's team still think it's interesting that this region was thicker in the SuperAgers. Relevant here is previous research showing that early protein accumulations in the cingulate region have been detected in Alzheimer patients.
This new study provides a tantalising demonstration that continuing neural decline into old age is not inevitable. Crucial now is to find out why the SuperAgers are so well preserved. It's not known, for example, if they had larger brains and greater cognitive reserves to begin with, or if their brains have simply aged more slowly than usual. Perhaps their lifestyles will hold clues, although the obvious role of education appears not to be relevant with this group. Their time in education was no longer than the other participants and in fact only four of them went to university.
"Identifying the underlying factors that promote this trajectory of unusually successful cognitive aging may lead to novel insights for preventing age-related cognitive impairments or strategies for evading the more severe changes associated with Alzheimer’s disease," the researchers said.
_________________________________  SOURCE

RESEARCH DIGEST http://www.researchdigest.org.uk

Theresa M. Harrison, Sandra Weintraub, M.-Marsel Mesulam, and Emily Rogalski1 (2012). Superior Memory and Higher Cortical Volumes in Unusually Successful Cognitive Aging. Journal of the International Neuropsychological Society DOI:http://dx.doi.org/10.1017/S1355617712000847 

Tuesday, 16 October 2012

How the mere presence of a mobile phone harms face-to-face conversations


 
You sit down for a chat with a new acquaintance but before you're even started they've placed their phone carefully on the table in front of them. Why? Are they waiting for a call? Do they just enjoy marvelling at its chic plastic beauty? Either way, a new study suggests this familiar habit could be interfering with our attempts to socialise.
 
Andrew Przybylski and Netta Weinstein asked 34 pairs of strangers to spend 10 minutes chatting to each other about "an interesting event that occurred to you over the past month". The participants sat on chairs in a private booth and for half of them, close by but out of their direct line of view, a mobile phone was placed on a table-top. For the other pairs, there was a note-book in place of the phone.
 

After they'd finished chatting, the participants answered questions about the partner they'd met. The ones who'd chatted with a phone visible nearby, as opposed to a notebook, were less positive. For example, they were less likely to agree with the statement "It is likely that my partner and I could become friends if we interacted a lot". They also reported feeling less closely related to their conversational partner.
 
A second study with a fresh set of participants was similar, but this time some of the 34 pairs of strangers chatted about a mundane topic, whilst others chatted about "the most meaningful events of the past year." Again, some of them did this with a phone placed nearby, others with a notebook in the same position.
 
For participants with the notebook visible nearby, having a more meaningful conversation (as opposed to a casual one) boosted their feelings of closeness and their trust in their conversational partner. But this extra intimacy was missing for the participants for whom a mobile phone was visible. When the researchers debriefed the participants afterwards they seemed to be unaware of the effects of the mobile phone, suggesting its adverse effects were at a non-conscious level.
 
Why should the mere presence of a mobile phone interfere with feelings of social intimacy in this way? Przybylski and Weinstein can't be sure, but they think that modern mobile phones might trigger in the mind automatic thoughts about wider social networks, which has the effect of crowding out face-to-face conversations. Considered in this way, the present findings are an extension of the wider literature on what's known as non-conscious priming (for example, the presence of a brief-case makes people more competitive).
 
A weakness of the study is that the researchers didn't compare the effects of the presence of a mobile phone against an old-fashioned land-line phone, or other forms of technology. So it's not clear how specific the effect is to mobile phones.
 
Also, as the authors acknowledge, this is just a preliminary observation that poses all sorts of future questions requiring further research. For example, did the presence of a mobile phone alter the behaviour and conversational style of the participants, or did it merely change their perceptions of the social experience? Would the effects be the same for people who are already in a close relationship?
 
But for now, Przybylski and Weinstein concluded: "These results indicate that mobile communication devices may, by their mere presence, paradoxically hold the potential to facilitate as well as to disrupt human bonding and intimacy."
_________________________________ 



SOURCE:


RESEARCH DIGEST http://www.researchdigest.org.uk

Andrew K. Przybylski, and Netta Weinstein (2012). Can you connect with me now? How the presence of mobile communication technology influences face-to-face conversation quality. Journal of Social and Personal Relationships DOI: http://dx.doi.org/10.1177/0265407512453827. Author weblink: http://www.andrewprzybylski.me/

Thursday, 23 August 2012

The Perfect Non-Crime

EVEN if we could make it impossible for people to commit crimes, should we? Or would doing so improperly deprive people of their freedom?

This may sound like a fanciful concern, but it is an increasingly real one. The new federal transportation bill, for example, authorized funding for a program that seeks to prevent the crime of drunken driving not by raising public consciousness or issuing stiffer punishments — but by making the crime practically impossible to commit. The program, the Driver Alcohol Detection System for Safety (Dadss), is developing in-vehicle technology that automatically checks a driver’s blood-alcohol level and, if that level is above the legal limit, prevents the car from starting.

The Dadss program is part of a trend toward what I call the “perfect prevention” of crime: depriving people of the choice to commit an offense in the first place. The federal government’s Intelligent Transportation Systems program, which is creating technology to share data among vehicles and road infrastructure like traffic lights, could make it impossible for a driver to speed or run a red light. And the Digital Millennium Copyright Act of 1998 has already criminalized the development of technologies that can be used to avoid copyright restrictions, making it effectively impossible for most people to illegally share certain copyrighted materials, including video games.

Or consider a more speculative scenario: some pharmaceuticals show the promise of blunting the “high” of cocaine use or reducing antisocial thoughts of the sort that often lead to crime. Widespread dissemination of such drugs — say, putting them in the public water supply — could make some crimes impossible by eliminating a potential offender’s desire to commit them.

Such technologies force us to reconcile two important interests. On one hand is society’s desire for safety and security. On the other hand is the individual’s right to act freely. Conventional crime prevention balances these interests by allowing individuals the freedom to commit crime, but punishing them if they do.
The perfect prevention of crime asks us to consider exactly how far individual freedom extends. Does freedom include a “right” to drive drunk, for instance? It is hard to imagine that it does. But what if the government were to add a drug to the water supply that suppressed antisocial urges and thereby reduced the murder rate? This would seem like an obvious violation of our freedom. We need a clear method of distinguishing such cases.

One way is to keep in mind the distinction between thoughts and actions. A traditional rule in criminal law holds that there can be no crime unless the defendant committed some act: mere thoughts, no matter how horrific, are not sufficient. Thoughts cannot be regulated; everyone has a right to think what they wish without government intrusion.

For most familiar crimes (murder, robbery, rape, arson), the law requires that the actor have some guilty state of mind, whether it is intent, recklessness or negligence. But there is a category of crimes that are forbidden regardless of the actor’s state of mind: so-called strict-liability offenses. One example is the sale of tainted drugs. Another is drunken driving.

In such cases, using technology to prevent the crime entirely would not unduly burden individual freedom; it would simply be effective enforcement of the statute. Because there is no mental state required to be guilty of the offense, the government could require, for instance, that drug manufacturers apply a special tamper-proof coating to all pills, thus making the sale of tainted drugs practically impossible, without intruding on the thoughts of any future seller. By this logic, the Dadss program, too, would be permissible.

But because the government must not intrude on people’s thoughts, perfect prevention is a bad fit for most offenses. Perfect prevention of a crime like murder would require the ability to know what a person was thinking in order to determine whether he possessed the relevant culpable mental state. Even if this could be known, perhaps with the help of some sort of neurological scan, collecting such knowledge would violate an individual’s freedom of thought. Likewise, adding chemicals to the water supply in order to dampen antisocial urges would violate that freedom.

Perfect prevention is a politically attractive approach to crime prevention, and for strict-liability crimes it is permissible and may be good policy if implemented properly. But for most offenses, the threat to individual freedom is too great to justify this approach. This is not because people have a right to commit crimes; they do not. Rather, perfect prevention threatens our right to be free in our thoughts, even when those thoughts turn to crime.

Written by Michael L. Rich (associate professor at Elon University School of Law).