Monday, 5 October 2026

Νεότερα δεδομένα στην άνοια




Νεότερα Δεδομένα στην Άνοια

Νέα εποχή στη διαχείριση και στη θεραπεία της Νόσου Alzheimer

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η άνοια ήταν ταυτισμένη με μία αναπόφευκτή πορεία προοδευτικής απώλειας των νοητικών λειτουργιών και της αυτονομίας των πασχόντων η οποία οδηγούσε τελικά σε πλήρη εξάρτηση από τη φροντίδα των οικείων τους. Σήμερα, βιώνουμε μία συστημική αλλά και πολιτισμική αλλαγή στο τρόπο που αντιμετωπίζουμε την άνοια και την νόσο Alzheimer που αποτελεί και την συχνότερη μορφή της. Οι επιστημονικές εξελίξεις των τελευταίων ετών, που παρουσιάστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο της Alzheimer’s Association (ΑΑΙC, 2026) στο Λονδίνο, υποστηρίζουν ότι η διάγνωση της νόσου μπορεί να γίνει έως και 20 χρόνια πριν από την εμφάνιση των πρώτων κλινικών συμπτωμάτων με τη βοήθεια βιοδεικτών. Τότε μπορεί να ξεκινάει και η συσσώρευση του β-αμυλοειδούς και της πρωτεΐνης tau στον εγκέφαλο των ασθενών. Τα τελευταία χρόνια , η ακριβής διάγνωση της Νόσου Alzheimer απαιτούσε τη χρήση βιοδεικτών όπως οι παθολογικές πρωτείνες στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό μετά από οσφυονωτιαία παρακέντηση ή η απεικόνιση του εγκεφάλου με PET αμυλοειδούς, εξετάσεις με υψηλό κόστος και περιορισμένη διαθεσιμότητα. Σήμερα όμως, οι νέοι βιοδείκτες στο αίμα, και ιδιαίτερα η πρωτεΐνη p-tau217, επιτρέπουν μια εύκολη, υψηλής ακρίβειας και ευρέως προσβάσιμη διάγνωση, ανοίγοντας τον δρόμο για την έγκαιρη ανίχνευση της νόσου.Η επιστημονική έρευνα έδειξε επίσης, ότι η πρόληψη της νόσου Alzheimer είναι δυνατή μέχρι και στο 45% των περιπτώσεων με τον έλεγχο των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου (αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, υπερχοληστερολαιμία, παχυσαρκία, σωματική και νοητική αδράνεια, κατάθλιψη, βαρηκοΐα, μείωση της όρασης, ατμοσφαιρική ρύπανση, χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης). Οι μεγάλες μελέτες πρόληψης FINGER και POINTER ανέδειξαν ότι οι παρεμβάσεις αυτές είναι περισσότερο αποτελεσματικές όταν εφαρμόζονται σε πρώιμα στάδια, πριν ακόμη εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα, ξεκινώντας από τη μέση ηλικία.Μείζονα εξέλιξη στη θεραπεία της Νόσου Alzheimer αποτέλεσε η εισαγωγή στην κλινική πράξη των μονοκλωνικών αντισωμάτων έναντι του β-αμυλοειδούς πριν πέντε χρόνια στις ΗΠΑ και πριν λίγους μήνες και στη χώρα μας. Οι θεραπείες αυτές δεν υπόσχονται ίαση, αλλά στοχεύουν στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου όταν αυτή βρίσκεται σε αρχικό στάδιο, δίνοντας στους ασθενείς τη δυνατότητα να διατηρήσουν για περισσότερα χρόνια τις γνωστικές και λειτουργικές τους ικανότητες.Στο συνέδριο ΑΑΙC παρουσιάστηκαν επίσης τα αποτελέσματα της μελέτης LEADER σε 500 ασθενείς που έλαβαν το μονοκλωνικό αντίσωμα lecanemab στην καθημερινή κλινική πράξη, εκτός των κλινικών δοκιμών. Τα ευρήματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά: μετά από παρακολούθηση 18 μηνών, περίπου τα τρία τέταρτα των ασθενών παρέμειναν γνωστικά σταθεροί, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό παρουσίασε ακόμη και βελτίωση των γνωστικών του επιδόσεων.Παράλληλα, νέα φάρμακα που στοχεύουν σε άλλους παθογενετικούς μηχανισμούς βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο δοκιμής. Η επικρατούσα πλέον επιστημονική άποψη είναι ότι η νόσος Alzheimer αποτελεί μια πολυπαραγοντική διαταραχή και ότι στο μέλλον η αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή της θα βασίζεται σε συνδυαστικές θεραπευτικές παρεμβάσεις, προσαρμοσμένες στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς ιατρική ακριβείας .Συμπερασματικά, οι νέοι βιοδείκτες στο αίμα και οι νέες τροποποιητικές της νόσου θεραπείες αποτελούν ορόσημο στην ιστορία της νόσου Alzheimer. Προϋποθέτουν βέβαια οργανωμένα και αποτελεσματικά συστήματα υγείας και κοινωνικής φροντίδας. Εξίσου σημαντική είναι η ενημέρωση του κοινού και η υλοποίηση οργανωμένων προγραμμάτων πρόληψης, καθώς πολλοί εξακολουθούν να θεωρούν τη έκπτωση της μνήμης φυσιολογική συνέπεια της γήρανσης και καθυστερούν να αναζητήσουν ιατρική αξιολόγηση. Η έγκαιρη διάγνωση και η πρώιμη παρέμβαση μπορούν πλέον να αλλάξουν ουσιαστικά την πορεία της νόσου και να βελτιώσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών και των οικογενειών τους.Επιπλέον υπάρχουν και οι ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις που παρέχονται στα Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων Alzheimer που υπάρχουν σε πολλές πόλεις της Ελλάδος και χρηματοδοτούνται από το Υπουργείο Υγείας ! Στη χώρα μας λειτουργούν 33 Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας που προσφέρουν μη φαρμακευτικές θεραπείες στους ασθενείς με άνοια και υποστήριξη και εκπαίδευση στους φροντιστές τους. Γραμμή Βοήθειας για την Άνοια 1102Εταιρεία Alzheimer Αθηνών 210-7013271 www.alzheimerathens.gr Το Ιατρείο Μνήµης του ΥΓΕΙΑ παρέχει έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση καθώς και ολοκληρωµένη αντιµετώπιση της νόσου Alzheimer και των άλλων µορφών άνοιας. Στελεχώνεται από οµάδα ειδικών (νευρολόγους, ψυχιάτρους και γνωστικούς νευροψυχολόγους) και παρέχει τη δυνατότητα σφαιρικής κλινικής αξιολόγησης και παρακλινικής διερεύνησης των ασθενών µε νοητικά ελλείμματα. Υποστηρίζεται από τα τµήµατα του εργαστηριακού τοµέα του ΥΓΕΙΑ τα οποία προσφέρουν τις πλέον σύγχρονες µεθόδους διάγνωσης της νόσου Alzheimer με τη χρήση βιοδεικτών (PET αμυλοειδούς, προσδιορισμός πρωτεϊνών στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και στο αίμα). Το Ιατρείο Μνήμης του ΥΓΕΙΑ αποτελεί πιστοποιημένο κέντρο χορήγησης της νέας θεραπείας με το μονοκλωνικό αντισώμα donanemab που ενδείκνυται για τη θεραπεία της Ήπιας Νοητικής Διαταραχής και της ήπιας άνοιας που οφείλεται στη νόσο Alzheimer.

Σεπτέμβριος 2026

Δρ. Παρασκευή ΣακκάΝευρολόγος – Ψυχίατρος
Πρόεδρος της Εταιρείας Alzheimer Αθηνών και του Εθνικού Παρατηρητηρίου για την Άνοια


Μονοκλωνικά Αντισώματα κατά του β-Αμυλοειδούς – Νέες πλέον αποτελεσματικές θεραπείες για τη νόσο Alzheimer

Σήμερα στην Ελλάδα, περίπου 250.000 άνθρωποι πάσχουν από άνοια, με τη νόσο Alzheimer να είναι η πιο συχνή αιτία (60–70% των συνολικών περιπτώσεων άνοιας). Επιπλέον υπάρχουν 350.000 με Ήπια Νοητική Διαταραχή που είναι το προστάδιο της άνοιας. Οι οικογένειες επηρεάζονται ιδιαίτερα από τη νόσο Alzheimer: για κάθε ασθενή με άνοια χρειάζονται 2 έως 3 άτομα για τη φροντίδα του. Αυτό σημαίνει ότι, μέχρι το 2030, περίπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι στη χώρα μας, θα επηρεάζονται καθημερινά από την άνοια, συμπεριλαμβανομένων ασθενών και φροντιστών. Η οικονομική επιβάρυνση είναι επίσης σημαντική. Με βάση πρόσφατες μελέτες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ετήσιο κόστος της άνοιας μπορεί να φτάσει, σε σοβαρές περιπτώσεις, έως και τα 74.000 ευρώ ανά άτομο, με πάνω από το 90% αυτών των δαπανών να σχετίζονται με τη φροντίδα και τη μακροχρόνια περίθαλψη. Τα παραπάνω στοιχεία αναδεικνύουν την επείγουσα ανάγκη για αποτελεσματικές θεραπείες και συστήματα υποστήριξης για τη διαχείριση του αυξανόμενου επιπολασμού και των οικονομικών επιπτώσεων της άνοιας.

Με την έλευση των μονοκλωνικών αντισωμάτων, θεραπειών που στοχεύουν το β-αμυλοειδές, ως η πρώτη γενιά αιτιολογικών θεραπειών της νόσου Alzheimer, και των ταχέως εξελισσόμενων βιοδεικτών στο αίμα ο τομέας των νευροεκφυλιστικών ασθενειών εισέρχεται σε μια νέα εποχή, η οποία, για πρώτη φορά, υπόσχεται αποτελεσματική επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου και τελικά πρόληψη των σοβαρών σταδίων που αυξάνουν το κόστος περίθαλψης.

Η θετική γνωμοδότηση του ΕΜΑ (European Medicines Agency) τον Φεβρουάριο του 2025 για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του Lecanemab, καθώς και η πρόσφατη προ μηνών του Donanemab είναι ενθαρρυντικά βήματα για την αντιμετώπιση της νόσου Alzheimer. Τα δύο αυτά μονοκλωνικά αντισώματα θεωρούνται από τους ειδικούς ότι διαθέτουν σημαντική αποτελεσματικότητά και διαχειρίσιμες πιθανές παρενέργειες.

Τα μονοκλωνικά αντισώματα οδηγούν σε σημαντική μείωση του φορτίου των αμυλοειδικών πλακών στον εγκέφαλο των ασθενών, με συνέπεια σημαντική επιβράδυνση στην κλινική επιδείνωση της νόσου (~30%). Αποτελούν τις πρώτες εγκεκριμένες αιτιολογικές θεραπείες για την νόσο Alzheimer που δρουν επί των υποκείμενων παθοφυσιολογικών μηχανισμών της νόσου, σε αντίθεση με τις υπάρχουσες θεραπείες, οι οποίες προσφέρουν συμπτωματική μόνον αντιμετώπιση. Τα φάρμακα αυτά έχουν ένδειξη για τα πρώιμα στάδια και χορηγούνται δις ή άπαξ μηνιαίως ενδοφλεβίως με ημερήσια νοσηλεία. Η χρήση τους απαιτεί τεκμηριωμένη με βιοδείκτες διάγνωση της νόσου Alzheimer και στενή και αυστηρή τήρηση πρωτοκόλλου παρακολούθησης και διαχείρισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών. Η χρήση των μονοκλωνικών αντισωμάτων στην κλινική πράξη προϋποθέτει τον καθορισμό κέντρων χορήγησης (Νευρολογικών Κλινικών και Ιατρείων Μνήμης) τα οποία διαθέτουν την απαιτούμενη εργαστηριακή υποδομή και έχουν το κατάλληλο ανθρώπινο επιστημονικό δυναμικό ώστε η χορήγηση τους να γίνεται με ασφάλεια.

Συμπερασματικά θεωρούμε ότι τα μονοκλωνικά αντισώματα κατά του β-αμυλοειδούς, Lecanemab και Donenemab , αποτελούν ένα κρίσιμο βήμα για την εφαρμογή προηγμένων θεραπειών στην αντιμετώπιση της νόσου Alzheimer, καθώς και για τη προσαρμογή των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης στη νέα θεραπευτική εποχή των νευροεκφυλιστικών παθήσεων.

Το κόστος των μονοκλωνικών αντισώματα κατά του β-αμυλοειδούς είναι υψηλό! Αναμφισβήτητα όμως αποτελούν μια από τις πρώτες αιτιολογικές θεραπείες για τη νόσο Alzheimer και παρά τους προαναφερθέντες περιορισμούς, μπορεί να θεωρηθούν ως ένα μεγάλο βήμα προόδου.

Σεπτέμβριος 2025

Φαίδρα Καλλίγερου – Νευρολόγος

Εταιρεία Alzheimer Αθηνών

Αιγινήτειο Νοσοκομείο
Pet/CT Αμυλοειδούς στη διάγνωση της νόσου Alzheimer

Η συχνότητα της νόσου Alzheimer στον γενικό πληθυσμό – δεδομένης της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης – έχει αυξηθεί σημαντικά. Η πρώιμη διάγνωσή της αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση, τόσο για το άτομο και την οικογένεια, όσο και για τον θεράποντα γιατρό. Εδώ και λίγο καιρό, έχουμε στην Ελλάδα διαθέσιμο ένα πανίσχυρο εργαλείο για τη διάγνωσή της: τη μελέτη απεικόνισης αμυλοειδούς εγκεφάλου με τη χρήση της τεχνολογίας PET/CT.

Η απεικόνιση αμυλοειδούς με PET/CT αποτελεί μία καινοτόμο τεχνική στη διάγνωση της νόσου Alzheimer, προσφέροντας τη δυνατότητα πρώιμης και ακριβούς εκτίμησης της παρουσίας αμυλοειδικών πλακών στον εγκέφαλο, οι οποίες είναι το κύριo χαρακτηριστικό της νόσου. Η διαδικασία αυτή χρησιμοποιεί ένα ραδιενεργό διαγνωστικό φάρμακο, που προσδένεται στις αμυλοειδικές πλάκες, επιτρέποντας την απεικόνισή τους μέσω της τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET). Η μέθοδος έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη για την πρώιμη διάγνωση της νόσου, καθώς και για τη διαφοροδιάγνωση της Alzheimer από άλλες μορφές άνοιας. Στην πράξη, η απεικόνιση PET/CT μπορεί να ανιχνεύσει την παρουσία του παθολογικού αμυλοειδούς με σημαντική ακρίβεια, ευαισθησία και ειδικότητα, η οποία μπορεί να φτάσει και το 90% και υψηλή αρνητική προγνωστική αξία, συμβάλλοντας στην εκτίμηση του κινδύνου εξέλιξης της νόσου και στη βελτίωση της διαχείρισης των ασθενών.

Η έγκαιρη διάγνωση είναι ιδιαιτέρως σημαντική στην εποχή μας, καθώς για πρώτη φορά έχουμε νέα αιτιολογικά φάρμακα με σημαντικά θεραπευτικά αποτελέσματα. Είναι, επιπλέον, σημαντική και από κοινωνική άποψη, τόσο για τον ίδιο τον ασθενή όσο και για το περιβάλλον του, καθώς μπορούν να εφαρμοστούν προληπτικές στρατηγικές και αλλαγές στον τρόπο ζωής, φυσική άσκηση, διατροφή, κατάλληλη πλαισίωση, με στόχο την καλύτερη ποιότητα ζωής. Η διάγνωση της νόσου Alzheimer γίνεται μέχρι σήμερα με οσφυονωτιαία παρακέντηση και προσδιορισμό παθολογικών βιολογικών δεικτών στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, όπως είναι το β-αμυλοειδές και η φωσφορυλιωμένη πρωτεΐνη Tau. Συνολικά, ένα ποσοστό 30% των υποψήφιων για οσφυονωτιαία παρακέντηση δεν μπορεί ή δεν θέλει να υποβληθεί σε αυτήν. Ιδίως στους ασθενείς αυτούς η εξέταση PET/CT αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η διαδικασία της εξέτασης PET/CT αμυλοειδούς για τη διάγνωση της νόσου Alzheimer είναι εξαιρετικά απλή για τον ασθενή:

• Δε χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία πριν την εξέταση

• Στον ασθενή χορηγείται ενδοφλεβίως μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μια μικρή ποσότητα ραδιενεργού ουσίας. Η ουσία αυτή είναι ασφαλής και έχει σχεδιαστεί ειδικά για την απεικόνιση του αμυλοειδούς.

• Μετά τη χορήγηση, υπάρχει μια περίοδος αναμονής περίπου μίας ώρας, για να επιτραπεί στη ραδιενεργή ουσία να προσδεθεί στις αμυλοειδικές πλάκες.

• Στη συνέχεια, ο ασθενής τοποθετείται στο μηχάνημα PET/CT, όπου πραγματοποιείται η σάρωση. Η διαδικασία απεικόνισης διαρκεί συνήθως το πολύ 15 λεπτά.

• Ο ασθενής αποχωρεί από το τμήμα με οδηγίες για αποφυγή στενής επαφής με ευάλωτα άτομα (κυρίως παιδιά και εγκύους γυναίκες) για περίπου 6 με 8 ώρες.

Ιούνιος 2024

Θεόδωρος Πιπίκος

Διευθυντής Πυρηνικής Ιατρικής & PET CT

Νοσοκομείο Υγεία

Lecanemab – το νέο μονοκλωνικό αντίσωμα για τη νόσο Alzheimer

Η πλήρης έγκριση της λεκανεμάμπης (lecanemab) από τον FDA τον Ιούλιο του 2023 για την αντιμετώπιση της ήπιας νοητικής διαταραχής (mild cognitive impairment – MCI) και της ήπιας άνοιας (mild dementia) στο έδαφος της νόσου Alzheimer, σηματοδοτεί ορόσημο στη θεραπευτική του νοσήματος αυτού. Το lecanemab αποτελεί εξανθρωποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα, το οποίο συνδέεται με τα πρωτοϊνίδια του αμυλοειδούς και οδηγεί σε σημαντική μείωση του φορτίου των αμυλοειδικών πλακών στον εγκέφαλο των ασθενών με νόσο Alzheimer. Συνέπεια η σημαντική σημαντική επιβράδυνση στην κλινική επιδείνωση της νόσου (~27%). Αποτελεί την πρώτη εγκεκριμένη αγωγή για την νόσο Alzheimer, η οποία δρα επί των υποκείμενων παθοφυσιολογικών μηχανισμών της νόσου Alzheimer, σε αντίθεση με τις υπάρχουσες εγκεκριμένες θεραπείες (αναστολείς χολινεστεράσης, μεμαντίνη), οι οποίες προσφέρουν συμπτωματική μόνον αντιμετώπιση.

Το lecanemab έχει κατατεθεί και στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (European Medicines Agency – EMA) προς έγκριση, με την καταληκτική απόφαση να αναμένεται εντός του 2024. Το lecanemab χορηγείται 2 φορές τον μήνα ενδοφλεβίως, και η χρήση του, όπως προκύπτει από τα δεδομένα των κλινικών μελετών, απαιτεί την στενή και αυστηρή τήρηση πρωτοκόλλου παρακολούθησης και διαχείρισης ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως τα ARIA (amyloid-related imaging abnormalities, ακτινολογικές διαταραχές σχετιζόμενες με το αμυλοειδές) και τις αντιδράσεις κατά την διάρκεια της έγχυσης. Για το λόγο αυτό, η χρήση του lecanemab στην κλινική πράξη, ειδικά στα αρχικά στάδια, πρέπει να γίνεται σε εξειδικευμένες ιατρικές δομές – κέντρα, τα οποία παρέχουν τις απαιτούμενες υπηρεσίες και έχουν το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό για τη χορήγησή του. Η χορήγηση αυτή προϋποθέτει την θέσπιση τυποποιημένων διαδικασιών για την παρακολούθηση των ασθενών και την διαχείριση ενδεχόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών.

Στη χώρα μας, σύμφωνα με πρόσφατη επιδημιολογική μελέτη, έχουμε 160.000 άτομα με άνοια και 280.000 με ήπια νοητική διαταραχή. Λαμβάνοντας υπόψιν τον υψηλό αριθμό ασθενών υποψήφιων για λήψη lecanemab και των ιδιαιτέρως αυξημένων αναγκών και απαιτήσεων στα αρχικά στάδια της χορήγησής του, κρίνεται σκόπιμη η εκ των προτέρων οργάνωση και θεσμοθέτηση του πλαισίου χορήγησής του. Οι οργανώσεις ασθενών ήδη πιέζουν για τη χορήγηση του φαρμάκου από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς διεθνώς, όπως και στη χώρα μας. Το Εθνικό Παρατηρητήριο για την άνοια και τη νόσο Alzheimer έχει δεχθεί πάρα πολλά ερωτήματα και αιτήματα σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνουμε τη δημιουργία ομάδας εργασίας με σκοπούς:Διαδικασία ορισμού από το Υπουργείο των νοσοκομειακών δομών (Νευρολογικές Κλινικές – Ιατρεία Μνήμης) που πληρούν τα κριτήρια για την ασφαλή χορήγηση του lecanemab
Καθορισμό των όρων χορήγησης και αποζημίωσης του lecanemab και επιλογή των ασθενών που πληρούν τα κριτήρια λήψης βάσει εθνικής ηλεκτρονικής βάσης καταγραφής (Registry- Μητρώο ασθενών)
Καθορισμό του κόστους του lecanemab μετά από διαπραγματεύσεις με τις φαρμακευτικέςεταιρείες – απαραίτητη προϋπόθεση η ύπαρξη επιδημιολογικών στοιχείων σχετικά με τον ακριβή αριθμό των επιλέξιμων ασθενών

Το μονοκλωνικό αντίσωμα Lecanemab σίγουρα δεν αποτελεί το φάρμακο που έφερε το θαύμα ή τη ριζική θεραπεία για τη νόσο Alzheimer, όπως περιεγράφηκε σε κάποια ΜΜΕ ή έγινε λανθασμένα αντιληπτό από κάποιες οικογένειες ασθενών. Aπευθύνεται σε επιλεγμένους ασθενείς με πρώιμη νόσο Alzheimer, η χορήγησή του απαιτεί τεκμηριωμένη διάγνωση με βιοδείκτες, γίνεται με νοσηλεία στο νοσοκομείο δύο φορές το μήνα και απαιτεί επαγρύπνηση για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Το κόστος δε είναι υψηλό! Εν τούτοις αποτελεί μια από τις πρώτες αιτιολογικές θεραπείες για τη νόσο Alzheimer και, παρά τους προαναφερθέντες περιορισμούς, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μεγάλο βήμα προόδου.

Μάρτιος 2024

Δρ. Παρασκευή Σακκά

Νευρολόγος – Ψυχίατρος
Πρόεδρος της Εταιρείας Alzheimer Αθηνών και του Εθνικού Παρατηρητηρίου για την Άνοια

Μονοκλωνικά αντισώματα, η νέα αιτιολογική θεραπεία της νόσου Alzheimer

Οι εγκεκριμένοι παράγοντες, που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα στη θεραπεία της νόσου Alzheimer (ΝΑ), είναι οι αναστολείς της χολινεστεράσης (δονεπεζίλη, ριβαστιγμίνη, γκαλανταμίνη) και η μεμαντίνη (ρυθμιστής της γλουταμινεργικής μεταβίβασης), η οποία χρησιμοποιείται για το μέτριο-σοβαρό στάδιο της νόσου. Όλες οι παραπάνω θεραπείες θεωρούνται «συμπωματικές», καθώς η βασική τους λειτουργία είναι να βελτιώνουν τα συμπτώματα της νόσου, χωρίς να παρεμβαίνουν με κάποιο τρόπο στην παθολογική διαδικασία, που αναπτύσσεται στον εγκέφαλο των ασθενών με ΝΑ.

Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της νόσου Alzheimer δεν έχει αλλάξει σημαντικά εδώ και 18 χρόνια. Διάφορες δοκιμές φαρμάκων τα τελευταία χρόνια, που στοχεύουν στους παθολογικούς μηχανισμούς της νευροεκφυλιστικής διαδικασίας της ΝΑ, έχουν αποτύχει, μέχρι σήμερα, να δείξουν αποτελεσματικότητα. Έτσι, παρά τις εκτεταμένες προσπάθειες, προς ώρας δεν είχε εμφανιστεί κάποια «αιτιολογική θεραπεία».

Τα παθολογικά χαρακτηριστικά της νόσου Alzheimer είναι η ενδοκυττάρια πρωτεΐνη tau, που σχηματίζει τις νευροινιδιακές βλάβες και η εξωκυττάρια εναπόθεση αμυλοειδούς, που σχηματίζει τις αμυλοειδικές πλάκες. Με βάση τα παραπάνω, τα αντισώματα έναντι του αμυλοειδούς θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια αιτιολογική θεραπεία για τη νόσο, παρά το γεγονός ότι τα, μέχρι τώρα, αποτελέσματα από κλινικές μελέτες τέτοιων παραγόντων ήταν αρνητικά ή ασαφή.

Το aducanumab είναι το πρώτο μονοκλωνικό αντίσωμα έναντι του αμυλοειδούς, που εγκρίθηκε για τη θεραπεία της νόσου Alzheimer. Πραγματοποιήθηκαν δύο μελέτες «Φάσης 3», από τις οποίες προέκυψαν τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου φαρμάκου. Η μελέτη «Φάσης 3 EMERGE» είχε θετικό αποτέλεσμα, καθώς οι ασθενείς που συμμετείχαν είχαν σημαντικά κλινικά οφέλη. Από την άλλη, στη μελέτη «Φάσης 3 ENGAGE»
δεν παρατηρήθηκε το ίδιο θετικό κλινικό αποτέλεσμα. Και στις δύο περιπτώσεις, το φάρμακο κατάφερε να μειώσει σημαντικά το φορτίο του αμυλοειδούς στον εγκέφαλο, χωρίς όμως αυτό να μεταφραστεί σε κλινικό όφελος στους ασθενείς, καθώς τα κλινικά οφέλη του aducanumab αναδείχθηκαν στατιστικά σημαντικά μόνο κατά τη μελέτη EMERGE και όχι στην ENGAGE. Τα παραπάνω δεδομένα αποτελεσματικότητας, αν και οριακά επαρκή, οδήγησαν τον Ιούνιο του 2021 τον FDA στις ΗΠΑ στην έγκριση της χορήγησης aducanumab στη νόσο Alzheimer, κατά τον τρόπο του «accelerated approval pathway», που ακολουθείται όταν θεωρείται χρήσιμο να χορηγηθεί ένα νέο υποσχόμενο φάρμακο σε ένα μεγάλο αριθμό ασθενών, που πάσχουν από μια τόσο καταστροφική νόσο. Λίγο αργότερα το 2021, ο ΕΜΑ, στηριζόμενος στην έλλειψη πλήρους απόδειξης κλινικής αποτελεσματικότητας, απέρριψε το aducanumab για τη θεραπεία της νόσου. Πλέον, στις ΗΠΑ το aducanumab αποζημιώνεται σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις ασθενών και ουσιαστικά έχει «απαξιωθεί», αφού έχουν προκύψει αποτελεσματικότερες θεραπείες.

Το lecanemab είναι το δεύτερο μονοκλωνικό αντίσωμα έναντι του αμυλοειδούς, που εγκρίθηκε για τη θεραπεία της νόσου Alzheimer. Η μελέτη «Φάσης 3 CLARITY», που πραγματοποιήθηκε για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας του φαρμάκου, ανέδειξε θετικά αποτελέσματα, καθώς το lecanemab κατάφερε να μειώσει το φορτίο του αμυλοειδούς στον εγκέφαλο, αλλά και να προσφέρει σημαντικά κλινικά οφέλη στους ασθενείς. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, το lecanemab πήρε έγκριση από τον FDA στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2023, ενώ μέσα στον ίδιο χρόνο αναμένεται και η απάντηση του EMA.

Τέλος, πρόσφατα ολοκληρώθηκε η μελέτη για ένα τρίτο μονοκλωνικό αντίσωμα έναντι του αμυλοειδούς, το donamemab. Τα συνολικά αποτελέσματα της μελέτης «Φάσης 3 TRAILBLAZER-ALZ 2» δεν έχουν επίσημα ανακοινωθεί, ωστόσο μια σύντομη αναφορά τ ης φαρμακευτικής εταιρείας στα πρώτα αποτελέσματα φαίνεται πολλά υποσχόμενη. Συνολικά, είναι προφανές ότι υπάρχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και προοπτική στις νέες θεραπείες της ΝΑ. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει σαφές πως όλα αυτά τα μονοκλωνικά αντισώματα δεν απευθύνονται δυστυχώς σε όλους τους ασθενείς με ΝΑ, καθώς οι συμμετέχοντες στις παραπάνω μελέτες ανήκαν σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες, είχαν επιβεβαιωμένη την παθολογία του αμυλοειδούς στον εγκέφαλο και όλοι βρίσκονταν σε αρχικά στάδια της ΝΑ.

Την ίδια ώρα, η έγκριση τέτοιων φαρμάκων δεν αποτελεί μόνο την πρώτη έγκριση φαρμάκου για την ΝΑ μετά από 18 χρόνια, αλλά σηματοδοτεί και την πρώτη έγκριση αιτιολογικής θεραπείας στην ιστορία για τη ΝΑ. Ένας νέος δρόμος ανοίγεται, που, προοδευτικά, θα οδηγήσει σε πολύ αποτελεσματικότερες θεραπείες, οι οποίες θα απευθύνονται στο σύνολο των ασθενών.

Ιούνιος 2023

Φαίδρα Καλλίγερου

Νευρολόγος
Εταιρεία Alzheimer Αθηνών
Aducanumab – Η πρώτη αιτιολογική θεραπεία για τη νόσο Alzheimer

Τα άτομα που ζουν με άνοια σε παγκόσμια κλίμακα ανέρχονται στα 50 εκατομμύρια. Λόγω της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης ο αριθμός αυτός αναμένεται να υπερτριπλασιαστεί φτάνοντας τα 152 εκατομμύρια το 2050. Το ετήσιο κόστος της άνοιας είναι πάνω από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια και ανάμενεται να διπλασιαστεί το 2030 με 1 στους 10 ασθενείς που διαγιγνώσκονται με άνοια να ανήκουν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Παγκοσμίως, κάθε 3 δευτερόλεπτα καταγράφεται ένα καινούριο περιστατικό άνοιας.

Στην παρούσα φάση στη χώρα μας 250.000 άτομα πάσχουν από άνοια και 350.000 άτομα από Ήπια Νοητική Διαταραχή (προστάδιο της νόσου Alzheimer ). Αν συνυπολογίσουμε ότι για κάθε ασθενή με άνοια επηρεάζεται σημαντικά η ζωή 2-3 φροντιστών- μελών της οικογένειας, αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται μια πάθηση που αφορά άμεσα σε 1,5 εκατομμύριο Έλληνες πολίτες. Το ετήσιο δε κόστος της πάθησης αυτής στη χώρα μας εκτιμάται σε 3 δισεκατομμύρια ευρώ.

Μελέτες πληθυσμών στην Ευρώπη και την Αμερική τα τελευταία χρόνια αποδεικνύουν ότι η επίπτωση της άνοιας μειώνεται ως αποτέλεσμα της αλλαγής του τρόπου ζωής και του ελέγχου των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου. Οι πολιτικές για τη δημόσια υγεία θα πρέπει να ενθαρρύνουν τους μεσήλικες να διακόπτουν το κάπνισμα, να ασκούνται σωματικά, να ακολουθούν διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και ψάρια (Μεσογειακή δίαιτα), να ελέγχουν την παχυσαρκία, το διαβήτη και την υπέρταση και να αποφεύγουν την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Επιπρόσθετα άνθρωποι με πολλά χρόνια εκπαίδευσης, απαιτητικά επαγγέλματα και περισσότερες δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου (συμπεριλαμβανομένων πνευματικών, κοινωνικών, αλλά και φυσικών-σωματικών δραστηριοτήτων) έχουν μικρότερες πιθανότητες ανάπτυξης νόσου Alzheimer.

Η νόσος Alzheimer είναι μη αναστρέψιμη και εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς σε βάθος χρόνου. Τα υπάρχοντα φάρμακα ανακουφίζουν τα συμπτώματα της νόσου χωρίς να αποτελούν ριζική θεραπεία. Οι μη φαρμακευτικές θεραπείες (νοητική ενδυνάμωση, εργοθεραπεία, θεραπείες τέχνης, κλπ) βοηθούν σημαντικά στην καλύτερη εξέλιξη όλων των μορφών άνοιας. Οι οργανώσεις Alzheimer παίζουν σημαντικό ρόλο στη συνολική διαχείριση της νόσου, παγκοσμίως και στη χώρα μας, προσφέροντας μη φαρμακευτικές θεραπείες στους ασθενείς και υποστήριξη στις οικογένειές τους.

Οι εγκεκριμένοι θεραπευτικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται σήμερα για τη θεραπεία της νόσου Alzheimer ( η πιο συχνή μορφή άνοιας, 70% του συνόλου των περιστατικών) είναι οι αναστολείς της χολινεστεράσης (δονεπεζίλη, ριβαστιγμίνη, γκαλανταμίνη) και η μεμαντίνη. Τα φάρμακα αυτά θεωρούνται συμπτωματικές θεραπείες και ελέγχουν μερικώς τα νοητικά και συμπεριφορικά συμπτώματα της νόσου χωρίς να επηρεάζουν τη νευροεκφυλιστική διεργασία στον εγκέφαλο των πασχόντων.

Τα τελευταία χρόνια πολλές δοκιμές φαρμάκων που στόχευαν σε θεμελιώδεις παθογενετικούς μηχανισμούς της νευροεκφυλιστικής διαδικασίας της νόσου Alzheimer απέτυχαν να δείξουν αποτελεσματικότητα ή συνοδεύονταν από ανεπιθύμητες ενέργειες απαγορευτικές για τη χρήση τους. Έτσι, παρά την εκτεταμένη ερευνητική δραστηριότητα, μέχρι τώρα δεν είχε εμφανιστεί κάποια αιτιολογική θεραπεία.

Τα νευροπαθολογικά χαρακτηριστικά της νόσου Alzheimer είναι η ενδοκυττάρια εναπόθεση πρωτεΐνης τ που σχηματίζει τα νευροϊνιδιακά συμπλέγματα και η εξωκυττάρια εναπόθεση β-αμυλοειδούς που σχηματίζει τις αμυλοειδικές πλάκες καταστρέφοντας έτσι τους φυσιολογικούς εγκεφαλικούς νευρώνες.

Μονοκλωνικά αντισώματα κατά του β-αμυλοειδούς θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια αιτιολογική θεραπεία για τη νόσο, ωστόσο παρά την σημαντική μείωση στο αμυλοειδικό φορτίο του εγκεφάλου σε αρκετές κλινικές δοκιμές τέτοιων αντισωμάτων, τα κλινικά αποτελέσματα ήταν αντικρουόμενα ή αρνητικά .

Στις 7 Ιουνίου 2021 o FDA, o Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων ενέκρινε την κυκλοφορία του μονοκλωνικού αντισώματος Αducanumab για τη νόσο Alzheimer, κατά το πρότυπο του “accelerated approval pathway” που ακολουθείται όταν θεωρείται χρήσιμο να χορηγηθεί ένα νέο υποσχόμενο φάρμακο σε μεγάλο αριθμό ασθενών που πάσχουν από μια καταστροφική νόσο παρά την σχετική αβεβαιότητα ως προς την αποτελεσματικότητα. Ωστόσο, το FDA παρά την έγκριση, απαίτησε νέα μεγάλη μελέτη διάρκειας πολλών ετών για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου

Το Aducanumab είναι ένα ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα τύπου IgG1 που συνδέεται με υψηλή εκλεκτικότητα με έναν επίτοπο του β- αμυλοειδούς και προκαλεί πολύ σημαντική μείωση του φορτίου αμυλοειδικών πλακών στο εγκεφαλικό παρέγχυμα, όπως έδειξαν οι μελέτες PRIME, EMERGE και ENGAGE. Η βελτίωση των κλινικών συμπτωμάτων δεν ήταν εξίσου σημαντική αλλά υπήρξαν οφέλη στους περισσότερους κλινικούς τομείς των ασθενών που συμμετείχαν. Ειδικότερα στη μελέτη φάσης 3 EMERGE οι ασθενείς που ελάμβαναν τη μεγίστη δόση 10 mg/kg είχαν στατιστικά σημαντικά οφέλη στις γνωστικές λειτουργίες και στις κλίμακες MMSE, ADAS-cog, ADCS-ADL-MCI, με μείωση του ρυθμού επιδείνωσης κατά 22%. Φαίνεται ότι το Aducanumab επιτυγχάνει μείωση του ρυθμού επιδείνωσης της νοητικής έκπτωσης σε ασθενείς με ήπια άνοια ή ήπια νοητική διαταραχή που οφείλεται σε νόσο Alzheimer επιβεβαιωμένη με ειδικούς βιοδείκτες στο ΕΝΥ ή με PET αμυλοειδούς/tau, όταν λαμβάνουν την μέγιστη δόση των 10 mg/kg για τουλάχιστον 10 εγχύσεις και πάνω.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι το aducanumab απευθύνεται σε επιλεγμένους πληθυσμούς γιατί επιβραδύνει την εξέλιξη της Ήπιας Νοητικής Διαταραχής και της πρώιμης νόσου Alzheimer και όχι της άνοιας μέτριου ή σοβαρού σταδίου. H εκτίμηση της βαρύτητας της νόσου πρέπει να γίνεται σε όλους τους ασθενείς και να παρακολουθείται με πλήρη νευροψυχολογικό έλεγχο. Επιπλέον η διάγνωση της νόσου Alzheimer πρέπει να επιβεβαιώνεται με βιοδείκτες και συγκεκριμένα στη χώρα μας με οσφυνωτιαία παρακέντηση για ανίχνευση βιοδεικτών στο ΕΝΥ.

Το Aducanumab χορηγείται με μια ενδοφλέβια έγχυση ~1 ώρας, κάθε 4 εβδομάδες, με σταδιακή τιτλοποίηση. Η έγχυση καλό είναι να γίνεται από εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που παρακολουθεί τον ασθενή για τυχόν αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Η σταδιακή τιτλοποίηση μειώνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Το ετήσιο κόστος χρήσης του φαρμάκου για τις ΗΠΑ, υπολογίζεται σε $56.000, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το κόστος για το προσωπικό και τις υποδομές που απαιτούνται για τις εγχύσεις, το κόστος για το προσωπικό που θα πραγματοποιεί τους νευροψυχολογικούς ελέγχους, το κόστος προσδιορισμού των βιοδεικτών και των επαναλαμβανομένων μαγνητικών τομογραφιών εγκεφάλου.

Ωστόσο συνεχίζεται η έντονη συζήτηση σχετικά με το εάν το aducanumab ωφελεί πραγματικά την καθημερινή ζωή των ασθενών με νόσο Alzheimer και των φροντιστών τους. Τόσο οι επικριτές όσο και οι υποστηρικτές της έγκρισης του φαρμάκο συμφωνούν ότι το φάρμακο μειώνει σημαντικά τα επίπεδα β- αμυλοειδούς, ωστόσο είναι υπό συζήτηση αν η μείωση αυτή επηρεάζει ουσιαστικά και τα νοητικά συμπτώματα της άνοιας.

Οι οργανώσεις Alzheimer ανά τον κόσμο και στην Ελλάδα που αγωνίζονται για την καταπολέμηση όλων των μορφών άνοιας, χαιρετίζουν την έγκριση του Αducanumab, ως μια ιστορική στιγμή κι ένα θεμελιώδες βήμα στην επιστημονική έρευνα προς τη θεραπεία αυτής της σοβαρής πανδημικής νόσου. Δεν αποτελεί μόνο την πρώτη έγκριση φαρμάκου για τη νόσο Alzheimer μετά από 18 χρόνια, αποτελεί και την πρώτη στην ιστορία έγκριση αιτιολογικής θεραπείας της και υπό την έννοια αυτή, παρά τους προαναφερθέντες περιορισμούς, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός.

Σεπτέμβριος 2021

Δρ. Παρασκευή Σακκά

Νευρολόγος – Ψυχίατρος
Πρόεδρος της Εταιρείας Alzheimer Αθηνών και του Εθνικού Παρατηρητηρίου για την Άνοια







ΠΗΓΗ:

Friday, 2 October 2026

Normal sexual changes with age


Sex and intimacy are important to many of us as we get older, with benefits for health and well-being. But as our bodies change with age, we may experience changes in our sexual lives: our thoughts, desires, ability, and needs. When we know about the sexual changes that can come with ageing, it helps us to understand our situation and decide if we want to seek professional help. We need to be mindful though, what is considered normal for one person may not be normal for another.

There can be differences in our levels of sexual interest, activity, and what we find sexually desirable. Some of us have no interest in sex but enjoy acts of intimacy, whereas others prefer no physical contact at all.


Common changes in women



Women can experience physical sexual changes with age. Due to hormonal changes that come with the menopause, it can take longer for the vagina to lubricate and vaginal tissues become thinner. This can make penetrative sexual activity painful (dyspareunia) and in turn affect sexual desire. Orgasms may become less intense or take longer to reach.

The symptoms of menopause can also have an impact on women's sex lives. Difficulties such as hot flashes, brain fog, and tiredness, can be stressful. The disrupted sleep from night sweats can be exhausting. All of these can affect mood which in turn affects interest in sex. It is not unusual for women to lose sexual desire at this time, but the reason may be a combination of emotional and physical factors. For example, women might have caring duties which can be tiring, particularly if they are still in work.

Some physical changes are less talked about but do affect women’s sex lives. These include vaginal prolapse as a result of decreased muscle tone, urinary incontinence, and genital pain at orgasm due to spasm of the uterus.



Common changes in men




It is not uncommon for men to notice a change in their erections as they get older. Some men find that their erections are less firm and that they take longer to achieve. Some men find that they cannot get an erection, while others cannot maintain an erection for very long.

Changes to orgasm and ejaculation can also occur. In particular, there can be reduced semen at ejaculation, and the chances of experiencing non-ejaculatory orgasm (dry orgasm) increases with age. The ejaculation itself may feel less forceful, and the urgency to orgasm can reduce. The recovery period after orgasm extends which means there is a longer period between orgasms.

Men may experience physical changes that are less common including prostate disease. Some men undergo prostatectomy which can affect their ability to get an erection.


Emotional issues



Emotional issues are important to our sexual well-being. Stress, relationship difficulties, grief can influence our sex lives at any age: our desire, arousal, and satisfaction with sex. Also, relationships can change over time, along with our priorities, and adults may find that they place less importance on sex as they get older.

Depression and anxiety can affect sex lives in different ways. Individuals may lose interest in sex or have erection problems. Sexual changes themselves can impact psychological wellbeing, and some women describe feeling less of a woman because they do not desire sex, and some men feel de-masculinised when they cannot get an erection.

People can also can feel differently about their older bodies, especially if they have a visible difference caused by illness or disability. A changed appearance, including the general changes to physical appearance that come with older age (baldness, grey hair, weight gain) can affect self-esteem which in turn can affect interest in sex.



Health conditions and disability




Many health conditions can have an impact on sex lives, including those people are most likely to encounter as they get older, e.g. dementia, stroke, heart disease. Health conditions can affect sexuality in physical and emotional ways. For example, individuals may have a disability that limits the sexual positions they can hold, and they might feel fatigue due to illness which then affects sexual desire.

Many prescribed medicines, including those for long-term conditions and cancer treatments, can have sexual side-effects. For example, they can cause erection problems, ejaculation difficulties, and vaginal dryness. They can also prevent arousal orgasm and reduce sexual desire. Or have other side-effects, such as dry mouth, that affect how we feel about being intimate.


Sexually transmitted infections



Anyone can get a sexually transmitted infection (STI) at any age. Common STIs include chlamydia, syphilis, and gonorrhoea. Some single older adults get tested regularly, but others do not see themselves as being at risk of getting a STI, or may think there is no need to use protection as there is no risk of pregnancy. The chance of catching a STI or HIV should not interfere with sexual pleasure.

It is important to use protection during sex, especially with a partner when their sexual history is unknown. Condoms help to prevent STIs and should be used during oral, anal, and vaginal penetrative sex.



Trans and non-binary




Research on the sexual changes that trans and non-binary people can experience as they get older is severely lacking.

Some research has been carried out with trans women and men not long after transitioning which has found that sexual issues can include difficulty reaching orgasm, pain during sex, and fear of sexual contact. These can relate to the physical effects of gender affirming surgery, or psychosocial factors such as body image, and fear of rejection or being treated differently.

Not all trans people experience sexual difficulties. Indeed, many report positive sexual well-being after transitioning.






Sharron Hinchliff
Professor of Psychology and Health
University of Sheffield

Email: s.hinchliff@sheffield.ac.uk

SOURCE:

Tuesday, 29 September 2026

Jealousy


An exclusive extract from 'The Opposite of Happiness: How Bad Feelings Make and Break Us', by George Loewenstein.

24 September 2026


O, beware, my lord, of jealousy!
It is the green-eyed monster which doth mock
The meat it feeds on.
—William Shakespeare, Othello
The Green-Eyed Monster

While jealousy and envy are often confused, they have distinct meanings: Envy, as we've seen, frequently involves wanting what someone else has. Jealousy is a different beast – it involves feeling threatened or fearful of losing what you already possess, especially another person's love or affection.

The famous passage above from Othello – perhaps the greatest work of literature on the subject – captures not just jealousy's intensity and self-destructiveness, but the way it mocks the person in its grip. It can lead you to spy on someone who has nothing to hide, to act cold or hostile toward perceived rivals, or to torture yourself by imagining betrayals that are probably never going to happen. You sense, deep down, that your suspicions are absurd—yet somehow you can't put them to rest.

Although I've seen Othello multiple times – it is my favorite of Shakespeare's plays – I find each time agonizing. Othello is driven mad, and Desdemona is ultimately killed, by a false belief: that she's unfaithful. Even though I don't think 'straying' in marriage should be treated with the kind of moral absolutism it often receives, I still find Othello's jealousy more painful to watch precisely because it's unjustified. If Desdemona had truly been "cheating on him" (to use the unfortunate contemporary term), the tragedy would feel less tragic.

Why are we built this way, to torment ourselves over threats that don't exist? Why do we so often fear losing people who are not, in fact, going anywhere, or who might not have gone anywhere – if jealousy hadn't gotten the better of us? Jealousy does, after all, often become a self-fulfilling prophecy: we accuse, obsess, cling too tightly, and in doing so, we drive away the very person we so fear losing, sometimes into the arms of the person we are jealous toward.

The problem begins with the way jealousy distorts perception. A single hint – a delay in response, a changed tone, a short message where a long one is expected – is enough to trigger a feedback loop that turns suspicion into conviction. Psychologists call this tendency confirmation bias – the habit of interpreting the world in a way that supports what we already believe.

Confirmation bias results, in part, from the way we collect data. When tasked with assessing whether someone is an extrovert, you might ask, "What would you do to liven up a party?" – a question that assumes the very trait you're supposed to be testing. Another cause of confirmation bias has to do with the biased way we interpret ambiguous data. Jealous people do something similar. In one scene, Othello touches Desdemona's hand and finds it warm. That simple fact becomes, in his mind, evidence of something sinister:

Hot, hot, and moist. This hand of yours requires
A sequester from liberty, fasting and prayer,
Much castigation, exercise devout;
For here's a young and sweating devil here.

And Shakespeare, as if to generalize the madness, offers this:

Trifles light as air
Are to the jealous confirmations strong
As proofs of holy writ.
The Origins of Jealousy

Jealousy is not confined to romantic relationships. One can feel jealous when a close friend grows close to someone else, or when a sibling seems to be favored, or when the new guy at work starts getting the compliments you used to receive from the boss. We can jealously guard almost anything we have—wealth, health, possessions, time, status—and we do sometimes use the word jealousy in those contexts. But the term is most commonly associated with romantic and sexual relationships. Which makes good sense, since that's probably where the emotion first evolved—and where it still wreaks the most havoc.

Jealousy, evolutionary psychologists posit, is an evolved mechanism—one that developed to protect reproductive interests. And like so many evolutionary stories, this one diverges by gender. For men, the key un-certainty is paternity: whether the child they're raising is genetically their own. A partner's sexual infidelity, in this view, represents a reproductive threat, something to guard against. For women, who have no such uncertainty, the evolutionary risk is different: being left to raise a child without support. For them, the greater fear is emotional infidelity – a sign that a partner may be pulling away, investing elsewhere, or preparing to abandon the family unit.

This theory leads to a striking and testable prediction: that men should be more upset by sexual betrayal, and women by emotional betrayal. And considerable research supports such a view. In an early study, the American sexologist Alfred Kinsey and his colleagues found that 51 percent of divorced men said their partner's sexual infidelity played a major role in the breakup, compared to just 27 percent of divorced women—even though the men were twice as likely to have committed adultery. Later studies have tended to reproduce the finding.

For example, the psychologist David M. Buss and colleagues presented participants with hypothetical scenarios about sexual versus emotional in-fidelity and observed the same pattern as seen in the Kinsey survey: men reacted more strongly to sexual infidelities; women to emotional ones. Robert Pietrzak and coauthors took it a step further and measured physiological responses (e.g., heart rate and sweating) to infidelity scenarios, and again men showed stronger reactions to sexual infidelity and women to emotional infidelity.

Other differences by gender seem to reflect similar evolutionary pressures—though not all of these align neatly with the theory. Men, for example, are more likely than women to feel threatened by a rival's wealth or status. Women are more likely to be distressed by a rival's youth or physical attractiveness.

While evolutionary psychology may tell us something about the kind of jealousy men and women feel, it doesn't fully explain why some people are just more jealous than others. That question was at the heart of a large study of Finnish twins designed to tease apart nature and nurture in romantic jealousy. The researchers studied over a thousand twin pairs, including identical (monozygotic) twins, who share 100 percent of their genes but often end up in very different romantic situations. The logic was simple: If jealousy is mostly biological, then identical twins should have similar jealousy levels regardless of their experiences. If it's shaped more by the twists and turns of life, then their individual relationships—who they dated, how secure they felt—should matter more.

They found, first, that men and women did not differ much in overall jealousy. Women scored higher, but gender was by no means the best predictor of jealousy. About 29 percent of the variation in jealousy was attributable to genetic factors (inferred by comparing how similar jealousy scores were among identical versus fraternal twins). But the remaining 71 percent came down to non-shared environmental influences—presumably, at least in part, the personal, relationship-specific experiences unique to each twin.

What were those experiences? The study highlighted several, including whether they distrusted their current partner, whether they'd been "cheated on" in the past, and whether they felt they were dating "up" (meaning they believed their partner was more desirable than themselves). All these factors strongly predicted jealousy.

As important as relationship dynamics and someone's own romantic history are in determining feelings of jealousy, sometimes the seeds are planted as far back as childhood. One female respondent to the Misery Survey described her jealousy as so consuming it bordered on paranoia. "I am highly jealous and something as simple as a text, phone call, or email can set me off." Although, to her knowledge, she had never been cheated on, she couldn't shake the belief that an act of infidelity could happen at any moment. "I simply do not trust that this could not happen to me." This respondent traced her own jealousy not to personal betrayal but to the betrayals she had witnessed as a child: "I believe it occurs due to my mom and dad divorcing when I was five, and his new wife, my stepmom, used to be my mom's best friend. Growing up, most betrayals came from people who were either family members or good friends."

Only after twenty years of marriage did the feeling begin to loosen its grip, thanks in part to the sense of (seemingly problematic) control she had established in her relationship. Her spouse worked from home. The respondent had "full access to everything," so there was "no way they could cheat."
Naughty or Nice

Research by psychologist Jeremy Dugosh suggests that, in some relationships, a bit of jealousy may actually be a good thing. Dugosh studied 134 undergraduates at the University of Texas at Arlington, all of whom were in committed heterosexual relationships. He rated them based on standard psychological measures for romantic love, jealousy, and overall relationship satisfaction. The results were revealing: among participants who reported strong love for their partner, higher levels of jealousy were actually associated with greater satisfaction. In small doses—and in strong relationships—jealousy may reinforce a bond.

But that "sweet spot" is very small indeed. Across the full sample—including the less satisfied couples—Dugosh found that people who reported more jealousy also tended to report less love. Which suggests that outside of that narrow band—where love is high and jealousy is mild—the emotion begins to chip away at the very foundation it's trying to protect.

David Hume understood this very well. He conceived of jealousy as a "subordinate passion" that could sometimes support a romantic relationship—but once it rises past a certain point it "swallows up the affection it before nourished and increased. Too much jealousy extinguishes love."

Because jealousy is often a self-defeating emotion—one that leads us to do things that damage, and sometimes destroy, the very relationships we want to protect—it often gives way to regret . . . another misery, which we'll get to shortly. For now, I'll leave you with this—one of the more devastating responses I received from the Misery Survey, submitted by a man reflecting on an experience of jealousy from more than fifty years ago. In its quiet way, it strikes me as just as tragic as the fates of Othello and Desdemona:

When I was a freshman in college I met my first real "true love." She was a sophomore who actually picked me up at a party. For about two months we were inseparable, making love at every occasion, going places together, even going through the shock of thinking she was pregnant that turned out to be a false alarm. The intensity was both thrilling and unnerving. I traveled with her back to her home-town just before Thanksgiving to meet her high school friends. We went to a party. There I felt she was ignoring me, flirting with her old flame, and I became enraged with jealousy, even leaving the party and hitchhiking back three hours to school. After Thanks-giving she broke up with me and I was heartsick. She decided it was best to change schools and over Christmas transferred across the country to Arizona. In early January she fell off a horse, rupturing her spleen and suffering massive injuries. Her family chartered a plane and was flying her home. She died en route. Her sister told me during the flight she kept calling my name. I have never been jealous again.

- From The Opposite of Happiness by George Loewenstein, published by William Collins on 24 September.

SOURCE:

Wednesday, 23 September 2026

'Conversion students can bring different ways of making sense of people and the world'



Dr Juliet Anton on finding identity as a qualified and accredited Psychologist.

01 September 2026


Ten years ago, I embarked on an MSc Psychology Conversion course. At the time, I knew I was taking a less conventional route into the profession, but I could not have anticipated how much that journey would shape my professional identity. Today, I am a qualified Counselling Psychologist, having worked across the NHS and prison service, and I now also run my own private practice. Yet, despite having been qualified for seven years, I still find myself reflecting on what it means to truly identify and belong within the psychology community.

Reading Laura Kövés's reflections on the experience of MSc Psychology Conversion students resonated with me deeply. Her words brought back not only the challenges of the conversion journey, but also what makes it such a distinctive and valuable route into psychology.
The mindset of powering through

When I started my conversion course, there was a strong sense that I needed to power through. I was already conscious that I had chosen the longer route into psychology. I had another degree, another professional identity and a considerable amount of catching up to do. I therefore felt I could not afford to waste time.

My instinct was to only look ahead. I began applying for doctorate courses whilst doing the conversion course, wanting to qualify as a psychologist sooner rather than later. Yet, inevitably, the reality of the route meant that some doors could not open as quickly as I wanted them to. Without the necessary Graduate Basis for Chartered Membership and the other requirements for doctoral training, I simply was not yet at the point where I could progress in the way I had envisaged.

That created a particular pressure: if I was going to take this career change seriously, I felt I had to prove that I had made the right decision.

For many conversion students, this can make achieving a particular grade feel like more than an academic goal. A 2:1 can become a psychological benchmark of whether you are good enough to continue. You know that doctoral courses are competitive and that academic performance matters, so the pressure can become enormous. You are not simply studying psychology; you are trying to establish your credibility within a new discipline.

There can be an underlying thought that perhaps everyone else belongs here more naturally than you do. You are trying to catch up, keep up and prove yourself – all at once.
The isolation of an intensive journey

The intensity of the conversion course can also make it difficult to experience university in the way we might imagine student life to be.

At times, it felt as though we were trying to absorb what could have been a three year undergraduate psychology degree in a single year. There was an extraordinary amount of material to learn, understand and apply. The pace left little space to stop and consider the wider experience of becoming a psychologist.

Building professional relationships takes time. Developing friendships takes time. Finding your people takes time. When you are studying intensively, particularly if you are also working or managing other responsibilities, there can be very little time left for any of these things.

There is also something distinctive about the motivation of conversion students. Many of us arrive with a very clear purpose. We know what we want the course to lead to, and often the conversion course is viewed as a stepping stone to the next stage. The focus becomes the next application, the next qualification, the next placement or the next opportunity. That does not necessarily leave much room for simply being a student, making friends or finding a community.
The question of belonging does not necessarily disappear after qualification

Perhaps the most surprising part of my journey is that the feeling of being an outsider did not completely disappear once I became qualified. Having been a psychologist for seven years, I still occasionally ask myself: Do I really feel like I belong within the psychology community?

Imposter syndrome is often discussed in relation to students and early-career professionals, but I wonder whether the experience can take on a different form later in our careers. Psychology asks us to navigate multiple identities: scientist, practitioner, researcher, clinician, professional and, ultimately, human being working with other human beings.

Finding a balance between being a scientist and a practitioner is challenging enough. When your own journey into psychology has not followed a straightforward path, that complexity can feel even greater.

Perhaps there is an assumption that professional identity develops naturally: study psychology, train as a psychologist, become a psychologist. But conversion students do not necessarily have that linear narrative. We arrive from somewhere else. We bring previous careers, degrees, knowledge, experiences and identities with us. That can sometimes make it harder to recognise ourselves within the profession and perhaps, at times, to recognise the value of what we bring to it.

But this is precisely what makes conversion students valuable.

The challenges of the conversion route are real. But I also believe they point towards what makes these courses uniquely valuable to psychology.

Firstly, conversion courses bring together people who may never have shared a classroom otherwise. People arrive with different academic backgrounds, careers, cultures, ages, life experiences and professional identities. My own cohort exposed me to perspectives that I would not necessarily have encountered had everyone followed the same educational route. That diversity is not simply something that makes a classroom more interesting. It changes the way we think about people and the questions we ask.

Secondly, people rarely arrive on a conversion course accidentally. There is usually considerable thought behind the decision to change direction. By the time we enter psychology, many of us have already experienced another professional world. We have had opportunities to reflect on what matters to us, what kind of work we want to do and how we want to contribute. That intentionality can become an important part of our development as psychologists.

Finally, for many conversion students, the MSc is not the final destination. It is the beginning. The qualification opens a door, but what follows may be doctoral training, research, clinical practice, organisational psychology, health, policy, academia or routes that have not yet been imagined.
Reshaping Psychology

Perhaps this is why I particularly connected with the article's suggestion that conversion students are not simply joining psychology—they are reshaping it.

Ten years after completing my conversion course, I can see that much more clearly. The MSc gave me the foundation to enter psychology, but the experiences I brought with me and those I encountered along the way have shaped the psychologist I eventually became. My work across the NHS, the prison service and private practice has taken me into different contexts, with different populations and different questions about what it means to support people.

So perhaps belonging in psychology should not be measured by how conventional our route into the profession was. Maybe it should be measured by what we contribute once we arrive. Conversion students can bring something psychology needs: different perspectives, different experiences and different ways of making sense of people and the world. The route may be unconventional, and at times it may feel isolating. It may require us to work harder to establish our place within the profession. But perhaps that is also its strength.

Dr Juliet Anton

HCPC Registered Counselling Psychologist, and British Psychological Society Chartered member


SOURCE:

Monday, 21 September 2026

“Βιασμός: Αιτιολογία του φαινομένου και ψυχοσύνθεση του δράστη”


Ο βιασμός είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο απεχθή εγκλήματα. Η φύση της εγκληματικής πράξης είναι τέτοια που εγείρει τις πιο έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις. Πράγματι, όταν κάποιος διαβάζει για περιπτώσεις βιασμού αισθάνεται οργή και μίσος για τον δράστη, ενώ παράλληλα νιώθει συμπάθεια και οίκτο για το θύμα.

Τι ωθεί όμως έναν άνθρωπο να προβεί σε μια τέτοια αποτρόπαια πράξη; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του;

Δυστυχώς, για την ψυχοσύνθεση του βιαστή γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Ακόμη λιγότερα γνωρίζουμε για την αιτιοπαθογένεια του φαινομένου. Η εμπειρική έρευνα και η κλινική εργασία με ασθενείς που έχουν εμπλακεί σε σεξουαλικά εγκλήματα, ωστόσο, έχει αρχίσει να συνεισφέρει σταδιακά στην καλύτερη κατανόηση της προσωπικότητας του βιαστή καθώς και την αιτιολογίας της πράξης του βιασμού.

Μελέτες περιπτώσεων αλλά και έρευνες με μεγάλα δείγματα έχουν δείξει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων που έχουν διαπράξει σεξουαλικά εγκλήματα έχουν μεγαλώσει σε ιδιαίτερα τραυματικά περιβάλλοντα. Η σωματική, συναισθηματική ή σεξουαλική κακοποίηση διαμόρφωσε ριζικά την προσωπικότητα τους, η οποία χαρακτηρίζεται από σκληρότητα, αναισθησία, καθώς και έλλειψη στοργής, ενσυναίσθησης και ενοχής. Οι άνθρωποι αυτοί είναι συναισθηματικά αποκομμένοι από τον πόνο των άλλων, ενώ αρκετοί από αυτούς εμφανίζουν χαρακτηριστικά ψυχοπαθητικής προσωπικότητας.

Δομικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του βιαστή ωστόσο είναι το έντονο μίσος του προς τις γυναίκες. Πώς όμως γεννήθηκε το μίσος αυτό; Η πλειονότητα των βιαστών έχουν μεγαλώσει σε οικογένειες, στις οποίες η στάση της μητέρας ενθάρρυνε και τροφοδότησε την περιφρόνηση προς τις γυναίκες. Οι μητέρες των βιαστών περιγράφονται από τους ίδιους είτε ως σκληρές και κακοποιητικές, είτε ως «αμφιβόλου ηθικής». Έτσι σταδιακά το παιδί αρχίζει να αναπτύσσει μίσος προς την μητέρα η οποία αποτελεί το πρότυπο πάνω στο οποίο στηρίζονται όλες οι μετέπειτα σχέσεις.

Η ψυχαναλυτική θεωρία βλέπει την πράξη του βιασμού ως ένα είδος «κακοήθους καταναγκαστικής επανάληψης». Ο βιαστής ασυνείδητα ταυτίζει κάθε γυναίκα με το με το μητρικό πρότυπο ή την εικόνα που είχε φτιάξει στη φαντασία του για αυτό. Έτσι όλες οι γυναίκες αποκτούν απεχθή χαρακτηριστικά, είναι ελαφρών ηθών και πρέπει να τιμωρηθούν. Στις συνεντεύξεις τους οι άνθρωποι αυτοί χαρακτηρίζουν τις γυναίκες ως «σκουπίδια» που «πήραν αυτό που τους άξιζε». Σπανίως ο βιασμός αφορά την σεξουαλική πράξη, ή για να το πούμε ακριβέστερα, την εκτόνωση της σεξουαλικής ορμής.

Αντιθέτως, ο βιασμός είναι συνήθως μια σαδιστική πράξη. Αυτό που έχει σημασία για τον βιαστή είναι το ότι το θύμα υποφέρει, ταπεινώνεται και εξευτελίζεται. Η σεξουαλική διέγερση ενισχύεται από τον απόλυτο έλεγχο και κυριαρχία που ασκεί στο θύμα. Η ταπείνωση και ο εξευτελισμός του θύματος παίζουν κομβικό ρόλο. Το θύμα αισθάνεται αβοήθητο και αυτό προκαλεί σεξουαλική διέγερση στον βιαστή. Εισέρχεται έτσι σε μίας μορφής καταναγκαστική επανάληψη όπου προσπαθεί να τιμωρήσει ξανά και ξανά την ίδια γυναίκα. Προσπαθεί να τιμωρήσει την κακοποιητική μητέρα, να πάρει εκδίκηση για τη συμπεριφορά της. Είναι καταδικασμένος ωστόσο σε αυτή την καταναγκαστική επανάληψη καθώς το παρελθόν έχει συμβεί και δε μπορεί να το αλλάξει.

Παρότι η συντριπτική πλειονότητα των βιαστών έχει βιώσει ιδιαίτερα τραυματικά γεγονότα στο παρελθόν, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου δεν υπήρχε καμία ένδειξη τραύματος ή κακοποίησης. Οι εγκληματίες αυτοί είναι συνήθως ψυχοπαθητικές προσωπικότητες που δεν αισθάνονται κανένα συναίσθημα για τους άλλους, οι οποίοι απλώς υπάρχουν για να ικανοποιούν τις ανάγκες τους. Αυτά τα χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό με έντονο σαδισμό, τα βλέπουμε σε κατά συρροή σεξουαλικούς εγκληματίες.

Από τα όσα γνωρίζουμε μέχρι στιγμής φαίνεται ότι η έντονη κακοποίηση σε συνδυασμό με πρώιμες τραυματικές εμπειρίες αποτελούν προθάλαμο της σεξουαλικής βίας χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την εκδήλωση της. Φυσικά, η πολιτεία έχει χρέος να προστατέψει τα μέλη της από κάθε είδους εγκληματική πράξη. Χρέος δικό μας, ωστόσο, είναι να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τις αιτίες που οδηγούν στα φαινόμενα καλλιεργώντας έτσι ένα κλίμα πρόληψης. Όπως έγραψε ο Brittain (1970) στο περίφημο δοκίμιο του «Ο σαδιστής δολοφόνος»: δε μπορούμε να θεραπεύσουμε αυτό που δε μπορούμε να κατανοήσουμε και δε μπορούμε να προλάβουμε αυτό που δε μπορούμε να αντιληφθούμε».

Παπαγαθονίκου Θεόδωρος Ψυχολόγος (MA)
Υποψήφιος Διδάκτορας QMUL
Επιστημονικός Συνεργάτης ΔΙ.ΚΕ.Ψ.Υ

ΠΗΓΗ: