Wednesday, 10 June 2026

Πόσο ενήμερη είναι η ιατρική κοινότητα για την ίντερσεξ σωματικότητα

 Ανδρέα Καλαμπαλίκη;
28/06/2022 από voicenm


Βασίλης Θανόπουλος: Καλησπέρα, είμαι ο Βασίλης Θανόπουλος και σας καλωσορίζω σε ένα νέο podcast του LGBTQI+ Voice Up: Project Greece. Το Voice Up είναι ένα πρόγραμμα που στοχεύει στην ενδυνάμωση της φωνής της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και στην ευαισθητοποίηση σχετικά με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει καθημερινά. Η θεματική με την οποία θα ασχοληθούμε σήμερα είναι οι διακρίσεις και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα intersex άτομα. Σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο, φυσικά και στην Ελλάδα, η intersex κοινότητα εξακολουθεί να ζει στην αφάνεια, αφού η έλλειψη σωστής ενημέρωσης, η παθολογικοποίηση αλλά και το έντονο στίγμα συνθέτουν μία εξαιρετικά δύσκολη πραγματικότητα. Καλεσμένος στο σημερινό μας podcast είναι ο μαιευτήρας γυναικολόγος και εξειδικευμένος σε θέματα παιδικής και εφηβικής γυναικολογίας, κύριος Ανδρέας Kαλαμπαλίκης, με τον οποίο θα μιλήσουμε για την intersex σωματικότητα αλλά και για την ευθύνη που έχει η σύγχρονη επιστήμη στον αγώνα της intersex κοινότητας για αποδοχή. Κύριε Καλαμπαλίκη γεια σας, καλημέρα.

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Γεια σας, καλημέρα.

Βασίλης Θανόπουλος: Να σας ευχαριστήσουμε που είστε εδώ.

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Εγώ ευχαριστώ.

Βασίλης Θανόπουλος: Ωραία, επειδή πρόκειται για ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα, το οποίο πρέπει πολύ προσεκτικά να το προσεγγίσουμε, θα ‘θελα να ξεκινήσουμε με το πώς η σύγχρονη επιστήμη αντιλαμβάνεται την intersex σωματικότητα.

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Γενικώς, πολλά έχουν αλλάξει στο κομμάτι της intersex σωματικότητας τα τελευταία χρόνια και στον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα intersex άτομα μέσα στην ιατρική κοινότητα. Μπορώ να μιλήσω σίγουρα για τη δική μου αντίληψη, για το πώς αντιλαμβάνομαι εγώ την intersex σωματικότητα. Ενδεχομένως η δική μου αντίληψη μπορεί και να μην εκφράζει όλη την ιατρική κοινότητα, γιατί όπως είπαμε, είναι ένα κομμάτι το οποίο συνεχώς αλλάζει και ενδεχομένως να δούμε και περισσότερες αλλαγές μέσα στα επόμενα χρόνια. Προσωπικά, λοιπόν, αντιλαμβάνομαι την intersex σωματικότητα σαν παραλλαγές της ανάπτυξης του φύλου, δηλαδή περιπτώσεις στις οποίες έχουμε είτε αμφίβολα έξω γεννητικά όργανα είτε περιπτώσεις στις οποίες τα έξω γεννητικά όργανα δε συμβαδίζουν με τα έσω γεννητικά όργανα. Επομένως, μιλάμε για παραλλαγές της ανάπτυξης του φύλου και στην οποία, όπως είπα, η αντιμετώπιση έχει αλλάξει πάρα πολύ και ενδεχομένως να δούμε να αλλάζει πάρα πολύ στο μέλλον.

Βασίλης Θανόπουλος: Υπάρχουνε κάποιες διεθνείς οδηγίες στις οποίες μπορούν να βασιστούν οι ιατρικοί σύλλογοι στο ζήτημα αυτό;

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Μέχρι στιγμής, από όσο ξέρω τουλάχιστον στην Ελλάδα, δεν υπάρχει κάτι που να λέει… να υπάρχουν κατευθυντήριες οδηγίες που να ορίζουν ακριβώς πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται αυτά τα άτομα. Ωστόσο, υπάρχει από το ‘15 μία οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τα μέλη-κράτη, να αποφεύγουν τις επεμβάσεις «κανονικοποίησης», ας το πούμε, ή διορθωτικές επεμβάσεις στα intersex άτομα, τουλάχιστον μέχρι την ηλικία που τα ίδια τα άτομα μπορούν να συναινέσουν σε αυτές τις μη αντιστρεπτές παρεμβάσεις στο σώμα τους. Από όλα τα κράτη-μέλη, ωστόσο, μόνο η Μάλτα τα τελευταία χρόνια έχει νομοθετήσει γύρω από τις επεμβάσεις στα άτομα αυτά. Οι υπόλοιπες χώρες μέχρι στιγμής δεν το έχουν κάνει, ωστόσο υπάρχει μία αλλαγή πρακτικής σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Αργή, σταδιακή αλλά υπάρχει κάποια αλλαγή.

Βασίλης Θανόπουλος: Βάσει πάντα της εμπειρίας σας, πόσο ενημερωμένοι θα λέγαμε ότι είναι οι ιατρικοί σύλλογοι στην Ελλάδα, σε σχέση με αυτό που ονομάζουμε intersex σωματικότητα;

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα. Όχι πρόβλημα ως προς τα άτομα αυτά, υπάρχει ένα πρόβλημα που οδηγεί ουσιαστικά στην άγνοια μέσα στην ιατρική κοινότητα. Μιλάμε για μία κατάσταση η οποία είναι σχετικά σπάνια. Δηλαδή… Εν τω μεταξύ, δεν υπάρχει ακριβής… Δεν ξέρουμε ακριβώς πόσο συχνό είναι. Υπολογίζουμε ότι είναι γύρω στη 1 στις 4.000 γεννήσεις. Άρα μιλάμε για κάτι πολύ σπάνιο. Βέβαια, υπολογίζονται ότι μέσα σε όλο τον κόσμο ζούνε περίπου 3,5 εκατομμύρια intersex άτομα. Επομένως, επειδή είναι ακριβώς πολύ σπάνιο, πολλοί γιατροί έχουνε άγνοια για το τι είναι intersex. Τώρα, βέβαια, μιλώντας ως γυναικολόγος και ως άτομο που εξειδικεύομαι στην παιδική και εφηβική γυναικολογία, προφανώς στον χώρο μου και ενδεχομένως στο χώρο των ουρολόγων αντίστοιχα, η γνώση είναι αρκετά μεγαλύτερη. Επομένως, σίγουρα η δική μου άποψη δεν αντικατοπτρίζει την άποψη όλων των γιατρών μέσα στη χώρα. Σίγουρα στους ιατρικούς συλλόγους υπάρχει άγνοια γύρω από την intersex σωματικότητα, κάτι το οποίο, ωστόσο, οφείλουμε και εμείς οι γυναικολόγοι κι ενδεχομένως και οι ουρολόγοι, μέσα από τις γνώσεις και μέσα από τα νέα επιστημονικά δεδομένα να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση, να δημιουργήσουμε ίσως κατευθυντήριες οδηγίες και να αλλάξουμε και σίγουρα την πρακτική όσον αφορά τα intersex άτομα.

Βασίλης Θανόπουλος: Εδώ θα ‘θελα να κάνω ένα σχόλιο, ας μου επιτραπεί. Πιστεύω και σύμφωνα και με τα άτομα που έχω γνωρίσει και τη συνδιαλλαγή μου με την intersex κοινότητα, ότι η ιατρική πολλές φορές έχει συμβάλει σε αυτό που λέμε «παθολογικοποίηση» της intersex σωματικότητας. Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα και την κοινωνική απομόνωση της κοινότητας αυτής. Μιλήσατε πριν, ας πούμε, για «διορθωτικές» —εντός εισαγωγικών θα τη βάλω τη λέξη— επεμβάσεις. Μπορείτε να μας πείτε πιο συγκεκριμένα τι σημαίνουν αυτές οι επεμβάσεις και γιατί εντέλει αποτελούν μία λάθος —μία εγκληματική, θα πω εγώ— πρακτική;

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Άλλο ένα μεγάλο πρόβλημα στην αντιμετώπιση των intersex ατόμων μέχρι τώρα ήτανε πιστεύω και λίγο-πολύ η κοινωνία. Δηλαδή, μέσα στην κοινωνία που ζούμε, υπάρχει μία έντονη τάση όλα να συμμορφωθούν σύμφωνα με το δίπολο άντρας-γυναίκα. Επομένως, σίγουρα κι οι γιατροί του παρελθόντος ήρθαν αντιμέτωποι με τους γονείς ή ακόμα και με τα ίδια άτομα σε ορισμένες περιπτώσεις, τα οποία θέλανε να ενταχθούνε σε ένα από τα δύο, δηλαδή ή άντρας ή γυναίκα. Επομένως, και οι ίδιοι γιατροί στο παρελθόν μπήκαν στη διαδικασία να χαρακτηρίσουν, να βρούνε όρους για να χαρακτηρίσουν τις διάφορες παραλλαγές του φύλου, που σίγουρα φέραν από μόνοι τους αυτοί οι ορισμοί κάποιο στίγμα για τα συγκεκριμένα άτομα, και στη συνέχεια μπήκαν σε μία διαδικασία να διορθώσουνε, δηλαδή να κάνουν παρεμβάσεις στο σώμα των intersex ατόμων, ούτως ώστε να ταιριάζουν πιο πολύ είτε ως άντρας είτε ως γυναίκα.

Βασίλης Θανόπουλος: Ναι, αλλά αυτό ορίζεται μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, γιατί φαντάζομαι ότι μιλάμε για επεμβάσεις που γίνονται σε άτομα που ακόμα δεν έχουν αναπτύξει τη συνείδησή τους ώστε να πάρουν την απόφαση αν θέλουν να ενταχθούνε στο δίπολο και σε ποια μεριά.

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Ξεκάθαρα. Ξεκάθαρα γίνανε χωρίς τη συναίνεση των ατόμων αυτών, γιατί γίνονταν σε μία πάρα, πάρα πολύ μικρή ηλικία, που ακόμα δεν καταλάβαιναν τι γίνεται στο σώμα τους και ακόμα δεν γνώριζαν πού θέλουν να ενταχθούνε κι αν θέλουν να ενταχθούνε κάπου. Επομένως, μιλάμε για επεμβάσεις οι οποίες γίνονταν σε πάρα πολύ μικρή ηλικία. Μιλάμε για ηλικίες μηνών ή ολίγων ετών στη ζωή των ατόμων αυτών και στόχο είχαν, όπως είπαμε, να διαμορφώσουν το σώμα έτσι ούτως ώστε να μοιάζει είτε ως άντρας είτε γυναίκα. Και αυτό, φυσικά, προέκυψε εννοείται και από μία πίεση που υπήρχε τόσο από τους γονείς όσο και από την κοινωνία να εντάξουμε αυτά τα άτομα κάπου. Γιατί πρέπει να υπάρχει ένα φύλο, να αποδοθεί ένα φύλο.

Βασίλης Θανόπουλος: Έχει την υποχρέωση… —καταλαβαινόμαστε τώρα ότι όλες οι εκφράσεις και οι λέξεις που χρησιμοποιώ μπορούν να μπούνε εντός εισαγωγικών— ένας γιατρός να ενημερώσει τους γονείς για το τι σημαίνει intersex σωματικότητα, έτσι ώστε να φύγει αυτό το στερεότυπο, να φύγει αυτός ο κίνδυνος και να φτάσει στο σημείο να επιτρέψει στο παιδί, όταν μεγαλώσει να αποφασίσει τι θέλει να γίνει;

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Νομίζω αυτός είναι ο στόχος, από δω και πέρα τουλάχιστον. Και όπως είπαμε και πριν, οι επεμβάσεις αυτές, πέρα από το ότι δημιουργούν ένα ψυχολογικό τραύμα στα άτομα αυτά, τα οποία στη συνέχεια… Υπήρχε, βέβαια, και στο παρελθόν μια τάση να αποκρύπτονται πληροφορίες και από τα ίδια τα άτομα και από τον κοινωνικό τους περίγυρο. Επομένως, όλα αυτά συνέβαλαν σίγουρα στην κοινωνική απομόνωση των ατόμων αυτών—εν μέρει, βέβαια, γιατί υπήρχε και η απομόνωση από την κοινωνία. Στόχος προφανώς είναι να φύγουμε από αυτή την πρακτική, αφού έχουμε δει ότι αυτή η πρακτική σε πολλά, στα περισσότερα ενδεχομένως άτομα να μην ταιριάζει και να δημιουργεί όλο αυτό το ψυχολογικό και σωματικό τραύμα και να μετακινηθούμε σε μία πρακτική, στην οποία δεν παρεμβαίνουμε στο σώμα των ατόμων αυτών, αλλά περιμένουμε να φτάσουν κάποια στιγμή σε κάποια ηλικία την οποία τα ίδια θα μπορούν να πάρουν την απόφαση για τον ίδιο τους τον εαυτό. Επομένως, νομίζω, υποχρέωση των επαγγελματιών υγείας αυτή τη στιγμή είναι να ενημερώσουμε τους γονείς για την παραλλαγή του φύλου που εμφανίζει το παιδί τους, να τους πούμε ότι δεν είναι απαραίτητο από τη γέννηση να αποδώσουν κάποιο φύλο αν δεν το θέλουν οι ίδιοι. Μπορούμε, δηλαδή, να περιμένουμε ή ακόμα και το ίδιο το παιδί στη συνέχεια, όταν μεγαλώσει, να επιλέξει ό,τι θέλει αυτό για τον ίδιο του τον εαυτό. Και σίγουρα θα πρέπει να υπάρχει μια ενημέρωση και στο ίδιο το intersex άτομο. Δηλαδή, η πρακτική του «κρύβω τις πληροφορίες για να μη μάθει, ενώ το παιδί το ίδιο μπορεί να βλέπει ότι όντως υπάρχει κάτι διαφορετικό», σίγουρα δημιουργεί ένα στίγμα και έναν φόβο για το πώς θα με αντιμετωπίσει η κοινωνία. Άρα νομίζω η πλήρης αποκάλυψη όλων των πληροφοριών είναι απολύτως απαραίτητη στις περιπτώσεις αυτές.

Βασίλης Θανόπουλος: Ας πάμε τώρα λίγο πιο πίσω και ας ξεκινήσουμε με μία παραδοχή: ότι ένα intersex έμβρυο είναι ένα υγιές έμβρυο. Παρόλα αυτά, γνωρίζω και εγώ περιπτώσεις όπου γιατροί προτείνουν και την παύση της κύησης όταν αναγνωρίσουν ότι πρόκειται για ένα intersex έμβρυο. Εσείς ως γυναικολόγος, γιατί έχει σημασία, βαρύτητα ο δικός σας λόγος… Πόσο αυτό εναρμονίζεται αφενός με την ισχύουσα νομοθεσία της χώρας —έχει ενδιαφέρον να δούμε αν τώρα κάτι τέτοιο είναι νόμιμο ή όχι— και πόσο εναρμονίζεται επίσης με τη σύγχρονη άποψη για το τι είναι η intersex σωματικότητα;

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Ο νόμος όσον αφορά τη διακοπή της κύησης άλλαξε το 2019 στη χώρα μας. Μέσα στη νομοθεσία αναφέρει ότι επιτρέπεται διακοπή της κύησης όταν έχουν διαπιστωθεί με τα μέσα προγεννητικής διάγνωσης ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου, που υπάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού ή υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής ή ψυχικής υγείας της. Επομένως, όταν μιλάμε για διάγνωση προγεννητικά ενός intersex εμβρύου, σίγουρα δεν εμπίπτει σε αυτήν την κατηγορία. Άρα, το να προχωρήσουμε σε μία διακοπή της εγκυμοσύνης ουσιαστικά σημαίνει παραβίαση του νόμου. Φυσικά, επειδή όλα στη Νομική μπορούν να παραφραστούν ή να ερμηνευτούν με διαφορετικό τρόπο, πολλοί γιατροί μπορεί να οδηγηθούν σε μία διακοπή κύησης, παρόλο που δεν υφίσταται τέτοιος κίνδυνος για το έμβρυο ή τη μητέρα. Επομένως στις περιπτώσεις αυτές σίγουρα μιλάμε για παραβίαση νομοθεσίας, αλλά πολλές φορές είναι και δύσκολο να το αποδείξεις ή δύσκολο αυτή η υπόθεση να φτάσει στο δικαστήριο, ας πούμε.

Βασίλης Θανόπουλος: Εσάς σας έχει τύχει να διαχειριστείτε μία τέτοια περίπτωση;

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Τόσο νωρίς η αλήθεια είναι δε μου έχει συμβεί. Ίσως να συμβάλλει και το γεγονός ότι είναι αρκετά σπάνιες αυτές τις περιπτώσεις. Ωστόσο μού ‘χει τύχει να διαχειριστώ intersex άτομα, κυρίως κατά την εφηβεία και λόγω της ιδιότητάς μου —επειδή στα εξωτερικά ιατρεία μιας γυναικολογικής πτέρυγας θα εμφανιστούν συνήθως οι ασθενείς όταν θα έχουνε φτάσει πλέον στην εφηβεία. Ενώ ας πούμε οι ουρολόγοι, για παράδειγμα, μπορεί να τα διαχειριστούνε λίγο πιο νωρίς, κατά τη γέννηση.

Βασίλης Θανόπουλος: Παρόλα αυτά, είναι εύκολο για ένα intersex άτομο να έχει αντίληψη της intersex σωματικότητάς του; Γιατί από όσο γνωρίζω, κάποιες φορές η ελλιπής ενημέρωση συμβάλλει έτσι ώστε ακόμα και το ίδιο το άτομο, έχοντας αυτή την… —δεν θα πω ταυτότητα, γιατί μιλάμε για σωματικότητα—, να μην το γνωρίζει, να μην το αντιλαμβάνεται.

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Εγώ αυτό που έχω καταλάβει τουλάχιστον, και από μαρτυρίες που έχω ακούσει ατόμων intersex, είναι ότι σίγουρα αντιλαμβάνονται ότι κάτι διαφορετικό υπάρχει σε σχέση με τα υπόλοιπα άτομα που συναντάνε στο σχολείο, στις παρέες. Επομένως, σίγουρα αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό. Μπορεί να υπάρχει και σίγουρα κάτι διαφορετικό στο πώς αντιλαμβάνονται το φύλο τους. Επομένως, δεν μπορούμε να μπούμε σε μία διαδικασία να κρύψουμε τις πληροφορίες από το άτομο αυτό, γιατί όπως είπαμε θα συμβάλει και πάλι στην κοινωνική απομόνωση.

Βασίλης Θανόπουλος: Ωραία. Οπότε όταν έρχεται ένα άτομο σε εσάς, ένα intersex άτομο, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που του λέτε; Ποια είναι η πρώτη προσπάθεια που κάνετε, σε σχέση με τη διαχείριση της κατάστασής του;

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Νομίζω σε πρώτη φάση να εξηγήσουμε τι είναι αυτό. Δηλαδή, έρχεται μ’ ένα αίτημα, ας πούμε, «γιατρέ, τι έχω;». «Είμαι άντρας ή γυναίκα;». «Ποιο είναι το χρωμοσωμικό μου φύλο;». «Τι έχω, έχω ωοθήκες, κάτι άλλο;». Νομίζω το πρώτο βήμα είναι να εξηγήσουμε με όσο το δυνατόν πιο απλούς όρους. Γιατί ακόμα και αν αρχίζουμε να βομβαρδίζουμε με ιατρικούς όρους ένα άτομο intersex, σίγουρα και αυτό θα βοηθήσει στο να απομονωθεί και πάλι, να κλειστεί στον εαυτό του και ίσως να αποφύγει και την ιατρική ενημέρωση που μπορούμε να προσφέρουμε. Επομένως να εξηγήσουμε με τον πιο απλό τρόπο ότι μιλάμε για μία παραλλαγή του φύλου, να εξηγήσουμε τι ακριβώς είναι αυτό και σίγουρα να εξηγήσουμε ότι πρόκειται για ένα υγιές άτομο, το οποίο δεν θα έχει κάποια επιβάρυνση στην υγεία του στο μέλλον, εκτός ενδεχομένως από κάποιες περιπτώσεις που μπορεί να χρειαστεί μία αυξημένη ιατρική παρακολούθηση, στα πλαίσια του να μην εμφανιστεί κάποιο πρόβλημα στο μέλλον. Άρα νομίζω ότι αυτή θά ‘πρεπε να είναι η προσέγγιση.

Βασίλης Θανόπουλος: Θέλω λίγο να επιστρέψω στο κομμάτι της νομοθεσίας, γιατί και εγώ προσπαθώντας να βρω τι συμβαίνει, δε βρήκα τίποτα, εννοείται. Παρόλα αυτά, γνωρίζω ότι έχει ανακοινωθεί από την κυβέρνηση ότι πρόκειται να δημιουργηθεί μια νομοθεσία, έτσι ώστε να απαγορεύει τις λεγόμενες διορθωτικές επεμβάσεις. Εσείς θεωρείτε ότι αυτή η κίνηση είναι προς τη σωστή κατεύθυνση; Και ποιες άλλες, κατά τη γνώμη σας, κινήσεις θά ‘ταν καλό να γίνουν;

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Σίγουρα. Πιστεύω προς είναι προς τη σωστή κατεύθυνση κι απ’ τη στιγμή που υπάρχει και οδηγία από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σίγουρα θα πρέπει να εναρμονιστούμε με την οδηγία αυτή. Σίγουρα το θέμα της αντιμετώπισης των intersex ατόμων δε σταματάει εκεί. Ίσως αυτό είναι το πρώτο βήμα, να απαγορευτούν δηλαδή οι διορθωτικές επεμβάσεις σε intersex άτομα. Από κει και πέρα βέβαια, οφείλω να πω ότι το θέμα με τη διενέργεια της επέμβασης ή μη είναι ότι είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε τα αποτελέσματά της. Έχουμε την εμπειρία ότι διενεργώντας μια διορθωτική επέμβαση στα intersex άτομα, επειδή έχουν περάσει κι αρκετά χρόνια ξέρουμε ότι αυτή είναι επιβλαβής πρακτική. Τα αποτελέσματα του να μη διενεργούμε αυτές τις επεμβάσεις δεν ξέρουμε τι αντίκτυπο θα έχουν μετά από 20 χρόνια. Είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε μετά από 20 χρόνια, γι’ αυτό και λέω ότι μπορεί να αλλάξουν κι άλλα πράγματα στο μέλλον. Σίγουρα όμως, γνωρίζοντας ότι η πρακτική που ακολουθούσαμε μέχρι σήμερα έχει αυτές τις συνέπειες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, πιστεύω ότι είναι το βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και οφείλουμε να το κάνουμε, άλλωστε. Και βέβαια, αυτή η αλλαγή ήρθε και μετά από απαίτηση των ίδιων των intersex ατόμων. Το ίντερνετ έφερε μία επανάσταση όσον αφορά τις ομάδες υποστήριξης των intersex ατόμων: έφερε όλα αυτά τα άτομα κοντά και τους έδωσε τη δυνατότητα να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, το οποίο νομίζω συμβαίνει πρώτη φορά. Είναι από τις λίγες φορές που έχει συμβεί τόσο έντονα μέσα στα τελευταία χρόνια. Επομένως, οφείλουμε να ακούσουμε την απαίτηση των intersex ατόμων και να εναρμονιστούμε με αυτό που μας ζητάνε.

Βασίλης Θανόπουλος: Να σας ζητήσω να δώσετε ίσως κάποιες κατευθύνσεις/συμβουλές προς τους συναδέλφους σας ή τις συναδέλφους σας, έτσι ώστε να μπορούν να φτάσουν σε ένα καλύτερο σημείο ενημέρωσης και συνειδητότητας γύρω από την intersex σωματικότητα; Τι θα τους συμβουλεύατε;

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Σίγουρα να ψάξουν. Δηλαδή, ζούμε σε μία εποχή —και πάλι λόγω του ίντερνετ, έχει συνεισφέρει πάρα πολύ— που το να βρούμε πληροφορία είναι πάρα πολύ εύκολο. Επομένως, αν θέλουν όντως να ενημερωθούνε… Βέβαια, οι περισσότεροι μπορεί να μην έχουν ακούσει ή να μην ξέρουν τι είναι intersex ή να το ξέρουν με άλλες ορολογίες που υπήρχαν στο παρελθόν. Επομένως, τους παρακινώ να ψάξουνε, να δούνε τι είναι intersex, τι περιλαμβάνει, ποια είναι η αντιμετώπιση που προτείνεται, τουλάχιστον για τώρα —γιατί όπως είπαμε, αυτό μπορεί να αλλάξει πάλι στο μέλλον— και σίγουρα να προσπαθήσουμε να εναρμονιστούμε με αυτό που γίνεται —που αρχίζει, μάλλον, να γίνεται— και στον υπόλοιπο κόσμο. Γιατί ακόμα δεν έχει γίνει, αλλά είναι μία προσπάθεια. Αργή ναι μεν, αλλά υπάρχει μια προσπάθεια να αλλάξει αυτό που γινόταν μέχρι τώρα.

Βασίλης Θανόπουλος: Και τώρα θέλω να σας ζητήσω μία απεύθυνση προς τα intersex άτομα που μας ακούν, τα οποία έχουν υποφέρει, τα οποία αντιλαμβάνονται αυτή την παθολογικοποίηση για την οποία μιλάμε. Λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει μία πρόσβαση σε αυτά τα άτομα, τι θα θέλατε να τους πείτε;

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Ότι σίγουρα δε θα πρέπει να απομακρυνθούν από την ιατρική κοινότητα. Αν αυτή η αντιμετώπιση που τους προτείνουν δεν τους ταιριάζει, ενδεχομένως θα πρέπει να βρουν άλλον επαγγελματία υγείας που να μπορέσει να τους προσφέρει τις σωστές πληροφορίες. Γιατί και η απομάκρυνση κάποιες φορές από τον γιατρό που μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που μπορεί να έχουν τα άτομα αυτά, μπορεί να είναι επιβλαβής για τα ίδια τα άτομα. Ότι σίγουρα χρειάζονται —και νομίζω αυτό είναι γενικότερο και για τις οικογένειες και για τα intersex άτομα καθαυτά— πολλή ψυχολογική υποστήριξη, και μάλιστα από εξειδικευμένο άτομο. Επομένως, σίγουρα θα πρέπει να επενδύσουν σε κάτι τέτοιο. Και το τελευταίο και κυριότερο είναι να προσπαθήσουν να νιώσουν άνετα —φαντάζομαι αυτό το έχουν κάνει, βέβαια— μέσα στο σώμα που έχουν. Ότι δεν υπάρχει τίποτα κακό ή τίποτα λάθος με το σώμα τους και να αντιληφθούν ότι είναι υγιή άτομα, που μπορούν άνετα να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο και να μην υπάρχει αυτή η κοινωνική απομόνωση.

Βασίλης Θανόπουλος: Κλείνοντας, έχει μεγάλο ενδιαφέρον —τουλάχιστον εγώ αυτό διαπιστώνω, διορθώστε με αν κάνω κάποιο λάθος— το ότι μιλάμε για περιπτώσεις (αναφέρομαι στους γιατρούς και στο επιστημονικό προσωπικό) που πολλές φορές μπερδεύεται λίγο αυτό που ονομάζουμε επιστήμη με αυτό που ονομάζουμε ένα κοινωνικό στερεότυπο, μία κοινωνική αντίληψη. Και νομίζω, επειδή εμάς στόχος μας είναι πάντοτε η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, έχει ενδιαφέρον να καταδείξουμε το πώς κάποιες φορές κλάδοι όπως συγκεκριμένα η επιστήμη και η ιατρική πρέπει να απομονώνει αυτά τα κοινωνικά στερεότυπα, πρέπει να τα ξεπερνά, πρέπει να είναι πιο μπροστά από αυτά. Και να μπορεί να δημιουργεί πρακτικές και στην ουσία να βοηθάει τα άτομα της οποιασδήποτε κοινότητας, με βάση τις ανάγκες της και όχι με βάση το τι θεωρείται εκείνη τη στιγμή κοινωνικά αποδεκτό.

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Οπωσδήποτε. Κι εγώ συμφωνώ απόλυτα σ’ αυτό που είπατε, ότι δηλαδή η ιατρική δεν μπορεί να καθορίζεται από τα κοινωνικά στερεότυπα. Δεν μπορεί επειδή υπάρχει μια πίεση από τους γονείς ή μία πίεση από την κοινωνία, να πρέπει εγώ να εντάξω ένα intersex άτομο είτε ως άντρα είτε ως γυναίκα. Επομένως σίγουρα πρέπει να φύγουμε από αυτή την πρακτική. Θα πρέπει η Ιατρική που θα προσφέρουμε να είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες του ατόμου που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε. Από κει και πέρα, δεν είναι και δικαιολογία, να πω εδώ πέρα, ότι «έκανα μία επέμβαση γιατί με πίεσαν οι γονείς». Αυτό νομίζω είναι απολύτως λάθος και έχει καταδειχθεί μέσα στα χρόνια. Επομένως, στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει η έντονη απαίτηση από τους γονείς «θέλω να κάνω μία επέμβαση στο παιδί μου, γιατί θέλω να διορθώσω κάτι», ενδεχομένως θα πρέπει να εντάσσεται και η νομική υπηρεσία του αντίστοιχου νοσοκομείου, ούτως ώστε να υπάρχει ουσιαστικά κάποιος όποιος να μπορεί να πάρει τις αποφάσεις για τα intersex άτομα. Άρα σίγουρα η πίεση των γονέων και της κοινωνίας δεν πρέπει να καθορίζει τη δική μας ιατρική και θα πρέπει να είναι πάντα προσαρμοσμένη και με στόχο και στο μυαλό το όφελος του intersex ατόμου.

Βασίλης Θανόπουλος: Κύριε Καλαμπαλίκη, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ. Νομίζω ήταν πολύ σημαντικά όλα αυτά που μας είπατε και ελπίζω να βοηθήσουμε και εμείς κάπως έτσι ώστε αυτή η κοινότητα να πάρει την ορατότητα που της αξίζει και να απομακρυνθούμε από όλες αυτές τις πρακτικές που και την προσβάλουν και την κακοποιούν. Αυτά, ευχαριστούμε πολύ!

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Και εγώ ευχαριστώ και θέλω να πιστεύω ότι και στο μέλλον, τα intersex άτομα όσο θα νιώθουν ακόμη περισσότερο ελεύθερα και άνετα με το σώμα τους θα βγουν μπροστά, γιατί όπως είπαμε, η πρακτική τα τελευταία χρόνια άλλαξε με τη συμβολή των intersex ατόμων. Άρα νομίζω ότι βγαίνοντας στο προσκήνιο και μιλώντας σε μας, θα μπορέσουμε να προσαρμόσουμε ακόμα καλύτερα την ιατρική που εφαρμόζουμε.

Βασίλης Θανόπουλος: Σίγουρα, αρκεί και εμείς να φροντίζουμε έτσι ώστε να ‘χουν τον χώρο το κάνουνε, γιατί όταν υπάρχει τόση κακοποίηση είναι λίγο δύσκολο!

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Οπωσδήποτε, εννοείται.

Βασίλης Θανόπουλος: Εμείς τα ξαναλέμε την επόμενη φορά, σε ένα άλλο Podcast. Γεια σας.

Ανδρέας Kαλαμπαλίκης: Γεια σας.


ΠΗΓΗ:

Τι είναι Ίντερσεξ



Βασίλης Θανόπουλος: Καλησπέρα, είμαι ο Βασίλης Θανόπουλος και σας καλωσορίζω σε ένα podcast του LGBTQI+ Voice Up: Project Greece. Το Voice Up είναι ένα πρόγραμμα που στοχεύει στην ενδυνάμωση της φωνής της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και στην ευαισθητοποίηση σχετικά με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει καθημερινά. Η θεματική με την οποία θα ασχοληθούμε σήμερα είναι οι διακρίσεις και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα ίντερσεξ άτομα. Σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο, φυσικά και στην Ελλάδα, η ίντερσεξ κοινότητα εξακολουθεί να ζει στην αφάνεια, αφού η έλλειψη σωστής ενημέρωσης η παθολογικό ποίηση αλλά και το έντονο στίγμα συνθέτουν μία εξαιρετικά δύσκολη πραγματικότητα. Καλεσμένη στο σημερινό μας podcast είναι η Φωτεινή Κοκκινάκη, υπεύθυνη επικοινωνίας της ομάδας Intersex Greece, με την οποία θα μιλήσουμε για την καθημερινότητα αλλά και τις δυσκολίες των ίντερσεξ ατόμων στην Ελλάδα. Φωτεινή να σε καλωσορίσουμε, είναι πολύ σημαντική η παρουσία σου εδώ. Θα ήθελα να ξεκινήσουμε λίγο με αυτό που λέμε σωστή ορολογία. Θέλεις να μας δώσει λίγο τον ορισμό του intersex;

Φωτεινή Κοκκινάκη: Βεβαίως. Καταρχάς να ευχαριστήσω θερμά για την πρόσκληση, και εκ μέρους της οργάνωσης, γιατί είναι πάρα πολύ σημαντικό το να ακούγεται η φωνή μας, η φωνή των ίντερσεξ ατόμων στην Ελλάδα. Και να σταθώ εδώ να πω, πριν μπω στον ορισμό, ότι μέχρι πρότινος υπήρχε ελάχιστη ορατότητα σε σχέση με τα ίντερσεξ άτομα. Οπότε, πηγαίνοντας στον όρο, θέλω να πω ότι το ίντερσεξ είναι ένας όρος ομπρέλα, που αναφέρεται στις εγγενείς φυσικές διαφορές των χαρακτηριστικών φύλου ή στην αναπαραγωγική ανατομία. Σημαίνει τη ζωντανή εμπειρία των κοινωνικών, πολιτισμικών συνεπειών που υφίστανται οι άνθρωποι που γεννιούνται με σώματα που δεν εμπίπτουν στις κανονιστικές νόρμες των αρσενικών και θηλυκών σωμάτων. Αυτό έτσι πολύ-πολύ περιγραφικά. Και όπως λέμε και στην οργάνωση, αν και δεν μας είπαν τίποτα για την ίντερσεξ ορολογία και την ύπαρξη στο σχολείο, μερικές φορές οι άνθρωποι γεννιούνται με τέτοιες παραλλαγές ή τις αναπτύσσουν σε νεαρή ηλικία. Τα γεννητικά όργανα, οι ορμόνες ή η εσωτερική ανατομία ή τα χρωμοσώματα μπορούν να αναπτυχθούν με πολλούς τρόπους.

Βασίλης Θανόπουλος: Εξαιρετικά, και είναι και πολύ σημαντικό αυτό που λες και γενικότερα, επειδή οι ορισμοί υπάρχουν γιατί με αυτούς μπορούμε και δημιουργούμε safe spaces έτσι ώστε τα άτομα να μπορούν να πετύχουν και αυτήν την ορατότητα, να τονίσουμε εδώ ότι ο δόκιμος όρος είναι ίντερσεξ και μόνο αυτός.

Φωτεινή Κοκκινάκη: Σωστά, και έχει σημασία ακόμα και ο τονισμός. Τη μεγαλύτερη σημασία την έχει ορατότητα, αλλά ακόμα και να αποδίδεται σωστά το όνομα και ο ορισμός της κοινότητας έχει σημασία, ακριβώς γιατί συνδέεται με το πόσο ορατή έχει υπάρξει η κοινότητα αυτή στην Ελλάδα αλλά και γενικά στον κόσμο.

Βασίλης Θανόπουλος: Ωραία, ως υπεύθυνη επικοινωνίας της ομάδας… Βασικά, θέλω να μας μιλήσεις λίγο περισσότερο για την ομάδα, είναι σημαντικό να ακουστεί. Πώς δημιουργήθηκε, τι πρεσβεύει και πώς μπορεί κάποιο άτομο να σας προσεγγίσει;

Φωτεινή Κοκκινάκη: Η Intersex Greece είναι μία πανελλαδική συλλογικότητα ίντερσεξ ενηλίκων, γονέων ίντερσεξ παιδιών και ατόμων που είναι υποστηρικτικά προς την κοινότητα και βρίσκονται στην Ελλάδα. Η Intersex Greece έχει στο τιμόνι της μία συντονιστική ομάδα από ενήλικα ίντερσεξ άτομα και γονείς ίντερσεξ παιδιών και πλαισιώνεται από συμπεριληπτικούς συνεργάτες και συνεργάτιδες. Σκοποί και στόχοι της οργάνωσής μας είναι να παρέχουμε εξειδικευμένη και peer-to-peer, όπου γίνεται, υποστήριξη στα ίντερσεξ άτομα και στις οικογένειές τους, επιμόρφωση και ενημέρωση για όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με τις φυσικές ποικιλομορφίες των χαρακτηριστικών φύλου, ενώ παράλληλα εργαζόμαστε για την ορατότητα και την ανάπτυξη της ίντερσεξ κοινότητας, την ευαισθητοποίηση, την προβολή και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ίντερσεξ ανθρώπων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Βασίλης Θανόπουλος: Ίντερσεξ ατόμων στην Ελλάδα. Πριν κάνω την ερώτηση, μία διαπίστωση: ακόμα και εντός της λεγόμενης ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητας, δυστυχώς πάρα πολλά άτομα αγνοούν το τι σημαίνει ίντερσεξ και κυρίως τα ζητήματα και την καθημερινότητα που καλούνται να αντιμετωπίζουν. Πόσο μάλλον θα λέγαμε ενημερωμένη είναι η ελληνική κοινωνία για την ίντερσεξ σωματικότητα;

Φωτεινή Κοκκινάκη: Πριν πάω σε αυτό, στο πόσο ενημερωμένη είναι η ελληνική κοινωνία, θα υπογραμμίσω ότι έχεις απόλυτο δίκιο στη διαπίστωση που μόλις ανέφερες και το ζήσαμε και πολύ πρόσφατα. Έχει προηγηθεί πριν από περίπου πέντε-δέκα ημέρες η Διεθνής Ημέρα κατά της Ομοφοβίας, Τρανσφοβίας, Ιντερφοβίας κι όλες αυτές οι φοβίες που έχουν συσσωρευθεί στην ύπαρξη κάποιων ανθρώπων. Έχουμε δώσει —και πριν από μένα πάρα πολλοί άνθρωποι που ασχολούνται από τη μέρα μηδέν αυτής προσπάθειας— έναν τεράστιο αγώνα για να συμπεριληφθεί η ίντερσεξ κοινότητα σε αυτή τη μέρα. Γιατί δεν ήταν δεδομένο εξαρχής, χτίζεται βήμα-βήμα. Οπότε είναι πάρα πολύ επίκαιρο αυτό το σχόλιο, και μπορεί στο μυαλό μας τα πράγματα να είναι πολύ πιο συμπεριληπτικά, αλλά καμιά φορά βιώνουμε και αποκλεισμούς που δεν το φανταζόμασταν. Λοιπόν, τώρα σε ό,τι αφορά στο τι βιώνουν τα ίντερσεξ άτομα. Αυτό που έχουμε διαπιστώσει και το γνωρίζουμε πολύ καλά είναι ότι δεν υπάρχει επαρκής ενημέρωση για την ίντερσεξ κατάσταση στην Ελλάδα. Θα λέγαμε και στο εξωτερικό, αλλά μιας και εμείς δραστηριοποιούμαστε στην Ελλάδα, ας εστιάσουμε εδώ. Απόδειξη είναι οι μαρτυρίες των ίντερσεξ μελών μας και των γονιών τους. Όταν, π.χ., ένα μέλος μας ως μαθητής στο σχολείο δήλωσε στο μάθημα της βιολογίας ότι υπάρχουν άντρες που δεν είναι ΧΥ χρωμοσωμικά και ότι αντίστοιχα υπάρχουν και γυναίκες με χρωμοσώματα ΧΥ, πήρε την αποστομωτική απάντηση από τον καθηγητή που έτρεχε το μάθημα, ότι αυτό που λέει δεν υπάρχει. Ακύρωσε, δηλαδή, την ύπαρξή του. Οι γιατροί ακόμα και σήμερα, συστηματικότατα, αρνούνται να χρησιμοποιήσουν τον όρο intersex για περιπτώσεις των ανθρώπων που εμφανίζουν διαφοροποιήσεις ως προς τα χαρακτηριστικά του βιολογικού τους φύλου. Τους αποκαλούν μάλιστα με τα σύνδρομά τους, διαιωνίζοντας έτσι την παθολογικοποίηση και την αορατοποίησή τους. Αυτά είναι πράγματα τα οποία βρίσκουμε και βιώνουμε καθημερινά και τα οποία μας μεταφέρονται μάλιστα και καθημερινά, γιατί έχουμε τεράστια διασύνδεση πλέον με ανθρώπους που μας εμπιστεύονται και μοιράζονται τις ιστορίες τους, και αυτά είναι που προσπαθούμε να βοηθήσουμε ώστε να εξαλειφθούν. Δε γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Ακριβώς επειδή θίξαμε και το θέμα της ορατότητας, έχουμε πολύ δρόμο αλλά το προσπαθούμε πάρα πολύ συστηματικά.

Βασίλης Θανόπουλος: Κάτι που θα ‘θελα να σχολιάσω, κάτι που κι εμένα μου προκαλεί πολύ έντονα συναισθήματα, είναι ότι τα ίντερσεξ άτομα ανήκουν σε μια κατηγορία ανθρώπων που υφίστανται διακρίσεις ακόμα και πριν τη γέννησή τους.

Φωτεινή Κοκκινάκη: Ακριβώς.

Βασίλης Θανόπουλος: Είναι σοκαριστικό αυτό.

Φωτεινή Κοκκινάκη: Είναι σοκαριστικό, έχουμε πολλά παραδείγματα. Υπάρχουν παιδιά που έχουν εντοπιστεί, θα πω εγώ, κατά τη διάρκεια μιας κύησης ότι δεν είναι σε αυτό που θεωρείται —το λέω προφανώς εντός εισαγωγικών— «φυσιολογικό» κι έχουν παροτρυνθεί οι γονείς τους να τερματίσουν την κύηση, αποκαλώντας τα μάλιστα και σε κάποιες περιπτώσεις ως «τέρατα της φύσης». Αυτό το πράγμα είναι σοκαριστικό, είναι στιγματιστικό, είναι κάτι το οποίο ακολουθεί τους ανθρώπους, ειδικά αν δεν πλαισιώνονται από μία οικογένεια που μπορεί να ψάξει τι είναι αυτό που έρχονται σε επαφή με τον γιατρό εκείνη την ώρα. Και φυσικά, αυτό συμβαίνει πολλές φορές προγεννητικά και ακολουθεί τα ίντερσεξ άτομα πολλά χρόνια στη ζωή τους. Υπάρχουν πάρα πολλές επεμβάσεις οι οποίες γίνονται και είναι και αχρείαστες, καταδικάζοντας πρακτικά τα ίντερσεξ άτομα σε πόνους, σε προβλήματα που μπορεί να εμφανιστούν στη συνέχεια και αυτό είναι τραυματικό και ταυτόχρονα τους ακολουθεί και μία ζωή.

Βασίλης Θανόπουλος: Οπότε, για να τα συνοψίσουμε αυτά, γιατί είναι σημαντικό να τα κάνουμε τίτλους για να αντιλαμβάνεται κι ο κόσμος την πραγματικότητα που καλείται να διαχειριστεί ένα ίντερσεξ άτομο. Μιλάμε για περιπτώσεις όπου παύεται η κύηση, μιλάμε για περιπτώσεις όπου όταν γεννιέται ένα παιδί και αναγνωριστεί στο φάσμα της ίντερσεξ κατάστασης, μιλάμε για επεμβάσεις, μιλάμε για παρεμβατικές, κακοποιητικές επεμβάσεις και στη συνέχεια μιλάμε ακόμα και για μία πραγματικότητα, για μια καθημερινότητά που ένα ίντερσεξ άτομο…

Φωτεινή Κοκκινάκη: Και να πω και ένα παράδειγμα επέμβασης; Π.χ. ίντερσεξ άτομα και γονείς μάς έχουν εκμυστηρευθεί αχρείαστες, όπως είπα και νωρίτερα, επεμβάσεις που εφαρμόζονται σε σώματα βρεφών. Ας το αναλογιστούμε αυτό. Μείωση μεγέθους κλειτορίδας, για παράδειγμα, σε κορίτσια. Επέμβαση στο ουροποιητικό των αγοριών με υποσπαδία, αχρείαστες γοναδεκτομές που οδηγούν σε ισόβια λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Δηλαδή, πέρα από τους τίτλους τους οποίους μοιραζόμαστε και τους οποίους μεταφέρουμε και εμείς από αυτά τα μικρόφωνα σήμερα, ας σκεφτούμε ένα άτομο που δεν έχει επιλογή από τη στιγμή 0 της ζωής του, να παίρνει μία ζωή φαρμακευτική αγωγή ή να υποβάλλεται σε τόσο επώδυνες και αχρείαστες —το λέω για τρίτη φορά αλλά έχει σημασία— επεμβάσεις που μία ζωή θα τις έχει πάνω του και που δεν έχει και την ελευθερία της επιλογής για το αν θα της έκανε, από τη στιγμή που υπόκειται σε αυτές όντας σε βρεφική ή παιδική ηλικία.

Βασίλης Θανόπουλος: Μιλάμε για έλλειψη ενημέρωσης που οδηγεί στο στίγμα, μιλάμε όμως και για ανάγκη να υπάρχει και ένα θεσμικό πλαίσιο για να προστατεύει αυτά τα άτομα. Θες να μιλήσουμε λίγο περισσότερο για αυτό; Δηλαδή, πέρα από το κομμάτι της ενημέρωσης και το κομμάτι της ορατότητας —και εδώ, για να ‘μαι κι εντάξει με τον εαυτό μου θέλω να κάνω ένα σχόλιο πάντα όταν τίθεται ένα θέμα ορατότητας. Θεωρώ λίγο εκβιαστικό να περιμένουμε την ορατότητα να έρθει από άτομα που ανήκουν σε μία κοινότητα, και κυρίως όταν το περιβάλλον είναι τόσο τοξικό και τόσο εχθρικό και τόσο επικίνδυνο. Για να έρθει η ορατότητα πρέπει να έρθει η ασφάλεια. Οπότε ποια βήματα κατά τη γνώμη σου πρέπει να γίνουν έτσι ώστε να επιτευχθεί αυτή η ασφάλεια;

Φωτεινή Κοκκινάκη: Αυτή είναι μία πάρα πολύ μεγάλη συζήτηση. Και είναι μεγάλη γιατί όταν ένα άτομο δεν μπορεί να μοιραστεί αυτό που του συμβαίνει, γιατί έχουμε πάρα πολλά… Είναι μάλλον σε γνώση μας ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να κάνουν coming out ίντερσεξ άτομα, ακριβώς γιατί υφίστανται σε πάρα πολλά στάδια της ζωής τους bullying από συνομηλίκους, από ομάδες στις οποίες μπορεί να βρίσκονται κτλ. Ήδη από το σχολείο π.χ., έχουμε μαρτυρίες τέτοιου τύπου, ανέφερα και μία νωρίτερα με τον δάσκαλο που είπε στο παιδί ότι αυτό που λέει δεν υπάρχει. Όταν, λοιπόν, ένα άτομο δεν μπορεί να εκφράσει και να γνωστοποιήσει την ύπαρξή του, είναι πάρα πολύ δύσκολο να νιώσει και ασφάλεια. Αυτό σχετίζεται πάρα πολύ με το να υπάρχουν υποστηρικτικές ομάδες, καλή ώρα⸱ σχετίζεται με την ενημέρωση των γονιών, που πρέπει θα πω εγώ —κι αυτή είναι η δική μου άποψη, αλλά πιστεύω το μοιραζόμαστε— να υποστηρίζουν τα παιδιά τους άνευ όρων, δε γίνεται αλλιώς. Και μετά περνάμε και σ’ ένα κανονιστικό πλαίσιο, του τι μπορεί να υποστεί ένα άτομο στο σώμα του, παρά τη θέλησή του. Για παράδειγμα, η Μάλτα ποινικοποίησε πρώτη τις επεμβάσεις σε ίντερσεξ βρέφη και ακολούθησαν η Πορτογαλία και η Γερμανία. Οι επεμβάσεις έχουν απαγορευτεί και σε συγκεκριμένες δικαιοδοσίες στην Ισπανία, όπως είναι η χώρα των Βάσκων. Στην Ελλάδα πάνε να γίνουν κάποια βήματα, αλλά είμαστε ακόμα πίσω σε αυτό.

Βασίλης Θανόπουλος: Απ’ όσο γνωρίζω, κι έχει να κάνει τουλάχιστον αυτή τη στιγμή που γίνεται το Podcast, υπάρχει μια ανακοίνωση ότι θα απαγορευτούν οι επεμβάσεις αυτές σε ίντερσεξ βρέφη, κάτι που δεν έχει γίνει. Ωραία, οπότε μια πρώτη κίνηση είναι να δημιουργηθεί αυτό το πλαίσιο, είναι η ενημέρωση των γιατρών, η ενημέρωση των γονέων, η ενημέρωση της κοινωνίας.

Φωτεινή Κοκκινάκη: Ναι, σε ότι αφορά το κομμάτι του νομοθετικού πλαισίου, ίσως ένα άτομο από το νομικό τμήμα της οργάνωσης να ήτανε πιο αρμόδιο. Όπως είπες όμως πολύ σωστά δεν είμαστε ακόμη εκεί. Κάτι το οποίο, επίτρεψέ μου να πω, επιτείνει την έλλειψη ορατότητας. Όταν κάτι νιώθουμε ότι θα γίνει, πάει να γίνει, βλέπουμε ότι πάνε να γίνουνε βήματα, συμπεριλαμβανόμαστε σε τέτοια βήματα και τελικά δεν έρχεται χειροπιαστό, να ξέρουμε ότι τα ίντερσεξ βρέφη δεν κινδυνεύουν. Είναι πολύ σημαντικό αυτό για την κοινότητα. Είναι πολύ σημαντικό αυτό το πράγμα να θεσπιστεί και με νόμο.

Βασίλης Θανόπουλος: Σαφώς. Ανέφερες και πριν κάποια παραδείγματα. Οπότε υπάρχουν καλές πρακτικές, τρόποι που μπορούμε να «δανειστούμε» από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης —γιατί είναι και τα podcast στα πλαίσια των δράσεων του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Υπάρχουν καλές πρακτικές που μπορούν να μας δείξουν τον δρόμο για το τι πρέπει να γίνει στην Ελλάδα;

Φωτεινή Κοκκινάκη: Νομίζω ότι τον δρόμο τον χάραξε —είναι αυτό που είπα αμέσως πριν— η Μάλτα και ακολούθησαν και άλλες χώρες. Και είναι και η ώρα της Ελλάδας να ακολουθήσει. Δεν μπορούμε να μιλάμε για συμπερίληψη, όταν στο πλαίσιο της συμπερίληψης υπάρχουν ομάδες που παραμένουν στην αφάνεια. Και επειδή εκπροσωπώ αυτή τη στιγμή εδώ μία τέτοια οργάνωση, έχει εναποτεθεί όλα αυτά τα χρόνια στον προσωπικό αγώνα ίντερσεξ ανθρώπων, γονιών και των υποστηρικτών, που έχουν κάνει μία προσωπική, ας πούμε, τεράστια προσπάθεια για να δώσουν ορατότητα στην κοινότητα.

Βασίλης Θανόπουλος: Μπορούμε να δώσουμε λίγες πληροφορίες για τις διακρίσεις που υφίσταται ένα ίντερσεξ άτομο στην κοινωνία; Ένα ίντερσεξ άτομο που πλέον έχει μεγαλώσει, έχει υποστεί όλα αυτά που έχει υποστεί δυστυχώς, αλλά και στις διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής του ζωής.

Φωτεινή Κοκκινάκη: Νομίζω ότι θα επανέλθω σε αυτό που είπα πριν, ότι όταν ένα άτομο δεν είναι ελεύθερο να μιλήσει για τον εαυτό του και να ξεδιπλώσει όλες του τις πτυχές, είναι αρκετά δύσκολο το να μπορεί και την κοινωνικότητα του να την εκδηλώσει ακριβώς όπως θα ήθελε. Γίνονται βήματα όπως είπαμε και πριν, αλλά τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη η κατάσταση δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική ακόμα.

Βασίλης Θανόπουλος: Είναι σημαντικό επίσης να πούμε το εξής, γιατί πολλές φορές εγώ το ακούω ως δικαιολογία, το ότι «δεν γνωρίζουμε, δεν ξέρουμε». Αυτό που πρεσβεύει και η δική σας οργάνωση είναι ότι πλέον πληροφορίες υπάρχουν, εργαλεία υπάρχουν, ενημέρωση υπάρχει. Οπότε, πλέον χάνουμε λίγο τη δικαιολογία «δεν ξέρω, δεν κάνω». Και το κάνω και αυτό το βέλος και στο κομμάτι της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.

Φωτεινή Κοκκινάκη: Είναι πολύ σημαντικό αυτό, και γενικά όλες οι κοινότητες και όλοι οι χώροι πρέπει να κάνουν και ένα είδος αυτοκριτικής. Αυτό δεν είναι κακό. Το να δούμε, ας πούμε, ότι δεν δίναμε ορατότητα σε μία ομάδα ανθρώπων δεν είναι κακό. Αρκεί να έχουμε τη διάθεση να το αλλάξουμε. Και να πούμε βέβαια εδώ, ότι στο παρελθόν κι άλλες ομάδες έχουν περάσει από αυτή την κατάσταση, που βέβαια δεν είμαι εγώ η αρμόδια αυτή τη στιγμή να μιλήσω εξ ονόματός τους. Αλλά γενικά, η παλέτα της συμπερίληψης ολοένα και ανοίγει. Δεν είναι κακό να βλέπουμε ότι παλαιότερα ήταν λιγότερο ανοιχτή. Αρκεί να μη γυρνάμε πίσω και να πηγαίνουμε μπρος.

Βασίλης Θανόπουλος: Να μη μένουμε σε αυτό.

Φωτεινή Κοκκινάκη: Ακριβώς, ακριβώς. Ήθελα εδώ να μεταφέρω αναφορικά με αυτό που ειπώθηκε πριν σε σχέση με το αν υπάρχει γνώση, ότι ψυχοθεραπεύτρια με την οποία συνεργαζόμαστε μάς έχει μεταφέρει ότι σε συνέδρια —και όλο αυτό στο πλαίσιο της εμπιστευτικότητας βέβαια, δεν εκθέτουμε προφανώς ονόματα και καταστάσεις— στα οποία έχει παρευρεθεί υπάρχει ελάχιστη γνώση αναφορικά με την ίντερσεξ κατάσταση. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και γενικά. Είναι αυτό που είπα και πριν, ότι η ενημέρωση είναι ανεπαρκής, κι από τη στιγμή που είναι ανεπαρκής η ενημέρωση, όλο αυτό δημιουργεί ένα ντόμινο το οποίο καταλήγει ξανά στην αρχή, δηλαδή στην έλλειψη ορατότητας, και διαιωνίζει το να μένουν ομάδες —εν προκειμένω η ίντερσεξ κοινότητα— στο σκοτάδι.

Βασίλης Θανόπουλος: Πλησιάζοντας στο κλείσιμο, θα ‘θελα να σε ρωτήσω, πώς μπορεί κάποιο άτομο να έρθει σε επαφή με την Intersex Greece;

Φωτεινή Κοκκινάκη: Καταρχάς μπορεί να ψάξει στο διαδίκτυο και να μας βρει ως Intersex Greece. Θα του βγει αμέσως η σελίδα μας, την οποία έχουμε ανεβάσει δημόσια από πέρσι το καλοκαίρι. Απαντάμε σε όλους τους ανθρώπους που μας γράφουνε, κάθε μήνυμα για μας είναι σημαντικό. Η εμπιστοσύνη είναι τρομερά σημαντική. Αλλά και στο Facebook τα μέλη μας είναι ενεργά, οπότε θα μας βρει κι εκεί αν το επιθυμεί.

Βασίλης Θανόπουλος: Εξαιρετικά. Μια κατακλείδα. Τι είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να λέμε όταν μιλάμε για την ίντερσεξ κατάσταση;

Φωτεινή Κοκκινάκη: Το πρώτο πράγμα που πρέπει να λέμε… Καταρχάς, νομίζω ότι το πιο σημαντικό είναι να βγάλουμε από το μυαλό μας αυτό που θεωρείται ως αμιγώς τυπική αρσενική και θηλυκή οντότητα, γιατί δημιουργείται ένα φάσμα το οποίο αποκλείει ομάδες, αποκλείει εν προκειμένω και την Intersex Greece. Πρέπει να φύγουμε από τα στερεοτυπικά κουτάκια τα οποία έχουμε μάθει σε διάφορα σημεία της πορείας μας και να καταλάβουμε ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά και είναι ωραίο που είναι διαφορετικά. Έχει πολύ μεγάλη σημασία. Γιατί αν έχουμε τον κόσμο στο μυαλό μας ως δυαδικό, έχουμε μοιραία αποκλείσει τρομερά πάρα πολλά πράγματα.

Βασίλης Θανόπουλος: Πολύ σημαντικό αυτό που μας λες. Φωτεινή, να σε ευχαριστήσουμε πάρα πολύ για τον χρόνο σου και την παρουσία σου.

Φωτεινή Κοκκινάκη: Εγώ ευχαριστώ για όλη την προσπάθεια και σας ευχαριστούμε που μας δώσατε φωνή. Νομίζω, ή μάλλον ξέρω ότι μιλάω εκ μέρους όλης της ομάδας, ότι για μας, κάθε βήμα και κάθε φορά που ανοίγει ένα μικρόφωνο είναι ένα κέρδος. Είναι ένα βήμα πιο κοντά σε αυτό προσπαθούμε να κάνουμε. Οπότε η φιλοξενία σας είναι πάρα πολύ σημαντική για μας.

Βασίλης Θανόπουλος: Μας τιμά αυτό που λες, και θα ήταν καλό να κλείσουμε λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμπεριληπτικότητα όσο άτομα εντός και εκτός της κοινότητας αποκλείονται. Ευχαριστούμε πάρα πολύ που μας ακούσετε, θα τα πούμε την επόμενη φορά.

ΠΗΓΗ:

Tuesday, 9 June 2026

Teens, screens and a hill of beans?


How are Psychologists and others navigating the gap between the headline they want and the headline they get? André Tomlin has reflections from the Huo Family Foundation Science Programme kick-off, Cumberland Lodge, April 2026.

03 June 2026




André Tomlin is the founder of The Mental Elf and runs #ElfHelp, a research dissemination consultancy for mental health researchers.



Last month, I made 30 researchers slightly uncomfortable by asking them to think up the headline their research would likely get on the news tomorrow, and the headline they actually want, the nuanced, accurate one they've spent years trying to establish.

They all quickly understood the task and to be fair didn't struggle to suggest misleading and inaccurate headlines from recent weeks and months: social media causing mental illness, smartphones being addictive and school bans being the answer we all desperately need. Writing more accurate headlines wasn't easy. It never is when you have to embrace nuance and uncertainty.

The gap between the headline and the nuanced truth is the core challenge this cohort has signed up to navigate. Watching them grapple with it in real time was a highlight of two great days at Cumberland Lodge in Windsor, where the grantees of the Huo Family Foundation's inaugural science funding call gathered to present their work, share methods, connect and collaborate, and, tentatively, begin building the evidence that can inform some more reliable headlines. Here is what I took away.
1. We've been measuring the wrong thing

For years, the debate about digital technology and young people's mental health has been conducted in units of screen time. Hours per day. Minutes before bed.

Shirley Wang, Assistant Professor in the Department of Psychology at Yale, put it best: screen time is like BMI. It's a rough proxy, occasionally useful, but it misses nearly everything interesting. A teenager scrolling TikTok alone at midnight after a difficult day is doing something categorically different from a teenager video-calling their best friend at the same hour. Screen time captures neither.

This cohort is building the instruments the field has been missing. Veronica Tozzo at UCLA is applying deep learning to over 400 daily behavioural features from 1,800 young adults who shared their iPhone and Apple Watch data for a full year, trying to identify the signatures of device use that precede mental health changes before they become visible in any clinical measure.

Alex Lloyd, a psychologist at UCL, is measuring the explore/exploit trade-off: do you scroll the 'For You' page or search for something new? His pilot data already show that reward sensitivity for social media content predicts anxiety.

Alicia Rybicki at Birmingham is testing a more unsettling hypothesis: that passive scrolling may blunt responsiveness to real-world social incentives, recalibrating the brain systems that underlie how we engage with other people.

The blunt instruments aren't being retired. They're being augmented by something far more precise.
2. The causality turn

The biggest shift in this field is a question. For years, studies asked: is digital technology associated with worse mental health in young people? The answer was almost always a statistically significant yes, and almost always so small as to be clinically trivial. The correlations were real. What they meant was not.

The cohort's response is methodological. Adam Hampshire, Professor of Cognitive and Computational Neuroscience at King's, is running one of the most ambitious causal studies in the field: 127,000 children in the REACT cohort, longitudinal cognitive assessment through Cognitron, and a trial that experimentally delays smartphone ownership by two school terms. His central insight: digital platforms amplify the trait-environment interactions that shape development. Whether earlier smartphone access makes you anxious depends substantially on whether you're high in neuroticism, impulsivity, or socioeconomic deprivation, or high in conscientiousness, in which case the evidence may run the other way.

Ran Barzilay at CHOP and Penn provides the US population-scale counterpart from inside the 10,588-child ABCD Study. His programme asks not what excessive smartphone use does, but what simply owning a phone (and getting one earlier) is associated with across mental health, weight and sleep. His distinctive move: pushing observational data as close to causal as it will go through within-cohort acquisition comparisons. The findings keep landing in the same direction, while the discussion sections stay carefully short of calling for bans; translating the science into guidance, not prohibition.

Lisa Henderson, a psychologist at the University of York, is running a 1,500-person RCT, randomising 11-14 year olds to a complete smartphone and social media ban for 21 days, a one-hour-before-bed restriction for 21 days, or use-as-usual control. It will be the first RCT to examine smartphone restriction in adolescents, and the first to take a mechanistic deep dive approach to measurement, with sleep and mental health measured continuously throughout the restriction period via subjective and objective measurement, including high-density EEG. Her pilot data: detox groups showed greater improvements in sleep duration and perceived stress than controls; 49% of participants said they were glad they had restricted access. The harder finding (that's not usually mentioned): the effects weren't maintained at two months follow-up. The team are aiming to address this with behaviour change initiatives post-intervention and assess the translational potential of digital detoxes as an educational tool for promoting better digital health.

Psychologist Amy Orben Buckley's Micro-Randomised Trial is the most direct response to the speed problem. Instead of waiting years for a longitudinal study to conclude, her team tests design interventions at every opening of a social media app: whether adding friction, removing Reels or enforcing time budgets changes mood and self-control within hours. The same duration of social media use, she notes, might enhance wellbeing when it reflects autonomous choice, but diminish it when experienced as compulsive.
3. "Young people" is not a category

A 10-year-old encountering social media for the first time is doing something categorically different from a 17-year-old who has grown up with it. And research conducted entirely in the UK or US tells us something quite limited about what is happening globally.

Kasia Kostyrka-Allchorne, a developmental psychologist at Queen Mary, made the case for why middle-childhood deserves more attention than it gets. By age 8-10, children are spending 2-3 hours online daily, but fewer than 10 of all the available measures of youth digital media use were designed specifically for them. Her ORCHID project is building those measures with and for this age group.

Niklas Ihssen's "Chasing Likes" study at Durham is mapping how the adolescent brain responds to social rewards (likes, followers, attention) through two phases: first a sensitisation to the anticipation of rewards, then a failure of hedonic habituation during consumption. The pattern resembles what happens with other intense rewards. But Ihssen was explicit: his project does not frame this as addiction. The addiction label reduces self-efficacy in the people you most want to help, and treats social reward-seeking as pathological when it is a fundamentally normal human drive.

Kim Sylwander 's DigiPulse project, conducted with psychologist Sonia Livingstone at LSE, spans the UK, Brazil and Kenya, because what is true in Surrey may not be true in Nairobi or São Paulo. It will generate a typology of apps based not on their content category but on their observed psychological effects, a genuinely novel evidence base for platform governance.
4. The lived experience gap: and why gaming matters more than we think

Virtually every project in this cohort mentions Patient and Public Involvement, co-design, and youth advisory boards. The language of lived experience is everywhere in the documentation. For one researcher, Zhiying Yue (Boston Children's Hospital), this was even more real as she began her talk by declaring her personal relationship with her research subject. I am a gamer, she said. I have spent 4,000 hours playing just one game. I have a very difficult time disengaging from gaming. It was the most human moment in the conference, and I really felt it.

PPI and lived experience are not the same thing. Advisory boards are a process, not a perspective. What Yue offered was something different: a researcher who knows from the inside what it feels like to be in the grip of the phenomenon she is studying. That can shape research questions, interpretations, and findings in ways that a consultation cannot. The research communication that cuts through is almost always research that carries a human story inside it. Not as anecdote, but as the vessel through which data travels.

The research she brings that knowing to is also some of the most important in the field. Gaming is one of the most under-studied areas in digital technology and young people's wellbeing, despite being one of the most prevalent. Yue's key distinction is between situational loneliness, a temporary spike that can prompt someone to seek connection through gaming, and chronic loneliness, a persistent state where someone avoids the social risk of connection entirely. Gaming functions very differently for these two groups. For one, it can be genuinely connective: a place to maintain friendships, belong to a community, feel competent and seen. For the other, it can reinforce withdrawal. The same platform, the same hours logged, opposite effects.

Psychologist Nick Ballou at Imperial is mapping this complexity from a different angle: randomised trials of specific gaming strategies, cooperative versus competitive play, session length, whether social features are active, using real trace data from Xbox, PlayStation, Nintendo, iOS, and PC. His stated goal is disarmingly concrete: one page, four recommendations for families. There is an urgent and very real need for such clear messages and implications for young people, families, clinicians and policymakers.

What both Yue and Ballou are also beginning to confront is how gaming sits alongside other digital activity rather than separate from it. Young people don't game instead of using social media. They often do both simultaneously. A teenager in an online multiplayer game is frequently also messaging on Discord, sharing clips to social media, watching something in a second window. The neat categories that research draws between "gaming" and "social media use" do not reflect how young people actually live their digital lives. That intersection, gaming as social infrastructure overlapping and intertwining with other platforms, is almost entirely unstudied. I personally think that it may also be where some of the most important questions sit.
5. What the policy world needs

Four sector overviews at the conference mapped where the gaps are largest.

Amy Orben Buckley, from Cambridge, made the case for moving from evidence to risk: not "is there evidence?" but "what are the risks of acting on incomplete evidence versus the risks of delay?" Reframing in this way is already driving real policy, including the recently published under-5 screen time guidelines, and is increasingly the language that moves government.

Samuel Pimentel from UC Berkeley noted that the fragmented US landscape, where 24 states have school phone bans and 26 don't, creates an inadvertent natural experiment: variation is data.

The overview of AI chatbots by Georgia Tech's Munmun de Choudhury was the most urgent: 25% of teenagers now use them for mental health support, only one RCT meets scientific standards for efficacy, and the conceptual mismatch is stark. Large language models are problem-solvers, but therapy is not problem-solving.

Adam Hampshire raised the question that sits underneath all of it: at what level is digital technology affecting cognition? He distinguishes three layers: capabilities (working memory, reasoning, attention), behaviours (what you habitually choose to focus on), and self-perceptions (your own sense of how well your mind works). The distinction matters because of what follows from it. Effects at the level of capabilities, particularly if they occur during development, may be structural and hard to undo. Effects at the level of behaviour and self-perception are far more malleable, and far more amenable to intervention. Which level digital technology is actually operating at is currently largely unmapped. Until we know, we cannot say whether the priority should be prevention or cure.
6. What I learned about dissemination

One of the group discussion sessions surfaced a tension with no easy resolution: how do you disseminate a nuanced message in a world where only the sensational ones reach a wide audience? The field currently lacks a common language, no agreed taxonomy for what counts as "harmful use" or "active engagement."

One proposal from the group: build one together, as a cohort. Another: a group perspective paper bringing all twenty projects' conceptual frameworks and methodology into one place, a collective theoretical and methodological statement that could anchor replication and synthesis. Both ideas are early. But they reflect a genuine orientation toward building a field, not just individual careers.

The Huo Family Foundation has assembled something unusual: a cohort that is methodologically diverse, geographically spread, and starting from genuinely different theoretical positions. What they share is a refusal to accept the oversimplified question, and a commitment to the public value of getting the answer right. That is a harder thing to communicate than a dramatic finding. But it is the thing most worth communicating.

Since its inception in 2009, the Huo Family Foundation has given over $100 million to support projects in the UK, US and China. The Foundation's mission is to support education, communities, and the pursuit of knowledge. Its current areas of focus are education; the arts; and science. Through its grants, the Foundation hopes to improve the prospects of individuals, and to support the work of organisations seeking to build a safe and successful future for all society.


SOURCE:

Thursday, 4 June 2026

Making sound visible in early development


Conor Bathgate considers the evidence on the impact of acoustic environments.

29 May 2026


Login as a British Psychological Society member, at the top of this page, for access to author-narrated audio.

A group of three-year-olds sit in a semi-circle on the nursery school carpet. The practitioner begins to read. Around them, chairs scrape against the floor, a trolley rattles past the doorway, and a burst of laughter carries from the adjacent room. One child leans forward, eyes fixed on the book. Another turns toward the noise behind them. A third watches the practitioner's face, but misses the start of the sentence. A familiar early childhood learning environment: active, social, and full.

From an adult perspective, this is manageable. The activity continues, and the room appears engaged. Yet from the child's perspective, speech competes with background sound, attention is drawn by salient events, and access to language is uneven.

In developmental and educational psychology, there is increasing recognition of how environments shape learning. However, acoustic environments remain comparatively under-specified, particularly in Early Childhood Education and Care (ECEC). Sound is typically treated as a by-product of activity rather than as a factor that can structure how language is perceived, processed, and acted upon in real time.

Recent work on attention and distraction in early development provides a useful lens for understanding these dynamics. Professor Sam Wass and Dr Gemma Goldenberg (2023) highlight that young children's attentional systems are highly sensitive to competing sensory input, particularly in environments where multiple signals compete for processing. Within this framework, acoustic conditions are not peripheral. They directly shape which aspects of the environment are available for learning at any given moment.
Acoustic conditions and speech processing

Speech perception depends on the relationship between the target signal and competing noise. In environments with elevated background noise or multiple speakers, the acoustic signal is degraded by masking. This can occur at both an energetic level (overlap in frequency and amplitude) and an informational level (competition between meaningful speech streams) (Scott et al., 2004).

There is evidence that children often require more favourable signal-to-noise ratios than adults to achieve comparable levels of speech recognition, particularly in multi-talker conditions (Bradley & Sato, 2008). Under less favourable conditions, speech perception becomes less accurate and more variable.

Reduced clarity affects not only whether speech is accurately perceived, but also how it is processed. Listening under degraded conditions has been associated with increased listening effort, defined as the allocation of cognitive resources to understand auditory input (McGarrigle et al., 2014). This additional effort has implications for downstream processes, including comprehension and memory.

Classroom-based studies provide converging evidence that background noise, particularly competing speech, is associated with reductions in task performance in children, including tasks involving language and reading (Shield & Dockrell, 2003; Klatte et al., 2013). These effects are not uniform across tasks or individuals, but they indicate that acoustic environments can influence the efficiency of linguistic information processing.

At present, the majority of this evidence is derived from school-aged populations. However, the underlying mechanisms are likely to be relevant to younger children, whose auditory and cognitive systems are still developing.
Attention, cognitive load, and development

For young children, processing speech in noise occurs alongside the ongoing development of attention and executive function. Selective attention, the ability to prioritise relevant input while inhibiting distraction, is not fully established in early childhood.

Experimental research suggests that background noise can alter cognitive load and task performance, with effects varying depending on task demands, age, and individual differences (Massonnié et al., 2019; McGarrigle et al., 2014). In some cases, noise may disproportionately affect children with lower baseline attentional control (Helps et al., 2014).

In environments characterised by multiple concurrent speech streams, children must continuously allocate effort to distinguish relevant from irrelevant input. This has implications for how efficiently language is encoded and integrated. Over time, repeated exposure to suboptimal listening conditions may plausibly contribute to differences in how linguistic knowledge is accumulated, although direct longitudinal evidence in early childhood remains limited.

Emerging field-based evidence suggests that these dynamics may extend beyond cognition. Changes in learning environments, including movement to outdoor contexts, have been associated with differences in both noise exposure and children's physiological stress responses (Goldenberg et al., 2024).

These effects are unlikely to be evenly distributed. Children with additional needs, including those with identified language difficulties or attentional differences, may be more sensitive to degraded listening conditions (Dockrell & Shield, 2006). Similarly, children acquiring a second language may rely more heavily on clear acoustic input to support comprehension.

This raises the possibility that acoustic environments do not simply affect average performance, but may contribute to variability within groups.
Acoustic environments as a distributional issue

Acoustic environments are shaped by structural features of learning environments, including room size, materials, occupancy, and activity patterns. These features are not randomly distributed across settings.

Studies of school environments suggest that higher noise levels and poorer acoustic conditions are associated with factors such as larger group sizes and less acoustically treated spaces (Shield & Dockrell, 2008). Comparable large-scale data in early years settings is more limited, though similar structural constraints are likely to apply.

This has implications for how noise intersects with existing inequalities. Where acoustic conditions reduce speech intelligibility, the amount of usable linguistic input available to the child is also reduced, creating a pathway through which environmental differences may translate into differences in learning opportunity. Children from socioeconomically disadvantaged backgrounds are, on average, more likely to experience a range of environmental stressors, including higher levels of environmental noise exposure (World Health Organization, 2018), although this evidence is drawn primarily from broader environmental contexts rather than early years settings specifically. In educational contexts, if acoustic environments systematically reduce access to clear linguistic input, they may contribute to differences in learning opportunities.

Large-scale studies examining environmental noise, such as aircraft exposure, have reported associations with reduced reading comprehension and cognitive performance in children (Hygge et al., 2002). These findings cannot be simply generalised to early years settings, but they indicate that sustained exposure to suboptimal acoustic conditions may have measurable developmental correlates.

In this context, noise can be understood not as a singular causal factor, but as part of a broader ecological system. It interacts with other variables, including language exposure, attention, and stress, potentially amplifying existing differences in developmental trajectories.
Neurodiversity and differential access to acoustic environments

The effects of acoustic conditions are unlikely to be uniform across populations. In addition to age-related developmental differences, there is emerging evidence, particularly from studies of autism, that some children with neurodevelopmental differences may experience additional challenges in processing speech in complex auditory environments (Alcántara et al., 2004; O'Connor, 2012).

Experimental studies have reported reduced speech perception in noise among autistic children and young people, suggesting that more favourable signal-to-noise ratios may be required to achieve comparable intelligibility (Alcántara et al., 2004). Intervention work with school-aged autistic children also indicates that improving the auditory signal can reduce listening-related stress and support classroom communication, although this evidence is not equivalent to a direct estimate of speech-in-noise thresholds (Rance et al., 2017). These findings are typically interpreted in relation to differences in auditory processing and attentional allocation, although the evidence base is limited and largely derived from school-aged samples.

Related considerations apply to children with attentional differences. When attentional control varies across individuals, the signal's effective clarity may be reduced, even when the physical acoustic conditions are constant. In this sense, it is useful to distinguish between the environment's physical signal-to-noise ratio and the functional signal-to-noise ratio experienced by the child, which is shaped by perceptual and attentional factors.

Beyond diagnostic categories, there is increasing recognition of variability in sensory processing across the population. Parent-report evidence suggests that some children show broader sensory processing differences (Ahn et al., 2004), while meta-analytic evidence indicates elevated sensory modulation symptoms among autistic individuals (Ben-Sasson et al., 2009). While this work does not typically quantify speech-in-noise thresholds directly, it indicates that background sound may be more salient or disruptive for some individuals.

These patterns suggest that acoustic environments may differentially constrain access to linguistic input. When signal clarity is reduced, the additional demands placed on perceptual and cognitive systems are unlikely to be experienced equally. For some children, these demands may remain manageable. For others, they may impose more substantial limits on access to speech within the same setting. In this sense, acoustic conditions may contribute to variability in access to learning opportunities within the same environment. Therefore, a wider concern persists of inclusion within the classroom, underpinned by the acoustic quality of the learning environment.
From measurement to intervention: emerging directions

Recent work has begun to address a gap in the literature by examining acoustic environments in naturalistic settings, rather than under controlled laboratory conditions. This includes efforts to capture children's real-time exposure to sound and to evaluate the feasibility of modifying those environments. This is particularly relevant given the limited availability of naturalistic data on acoustic exposure in early childhood settings.

One example is ongoing research at the Institute for the Science of Early Years and Youth (ISEY) at the University of East London, funded by the Nuffield Foundation and conducted in partnership with the Early Years Alliance. This work uses wearable devices to quantify children's exposure to different types of sound throughout the nursery day, alongside measures of early language and attention. In this way, the study aims both to improve measurement of children's everyday acoustic environments and to test the feasibility of modifying those environments in practice.

A central aim of this research is to move beyond description towards intervention. Two broad approaches are being evaluated. The first focuses on environmental modification, including changes to materials, layout, and spatial organisation to reduce reverberation and competing noise. The second focuses on practitioner behaviour, including how adults position themselves, manage group interactions, and structure communication in acoustically complex environments.

This line of work reflects a broader shift towards treating acoustic environments as a modifiable feature of the learning environment, rather than as a fixed constraint.
Implications for psychological models

For psychology, these findings highlight a limitation in how developmental and language models are typically specified. Much of the experimental work assumes conditions in which speech is perceptually accessible and attention can be effectively directed, yet in everyday educational settings, these conditions are often not met. In practice, children often learn in acoustically complex environments.

If acoustic environments influence how language is perceived and processed, then they should be viewed as more than background variables to be controlled for. They are part of the functional context in which cognitive and developmental processes unfold.

The idea that the environment plays an active role in learning is well established, including within early childhood traditions associated with the Reggio Emilia and Montessori approaches. However, this has tended to focus on visual, spatial, and relational aspects of the environment. Sound has received comparatively less attention as a structuring feature.

Integrating acoustic environments into psychological models would require more explicit consideration of how sensory conditions shape access to information. This includes recognising that variability in environmental conditions may contribute to variability in observed outcomes.

Returning to the opening scene, the question is not whether the room is busy or even loud. It is how sound is organised, and what it affords or constrains. Without explicit consideration of acoustic conditions, there is a risk that early learning environments are mischaracterised, with important constraints on access to language remaining unrecognised.

Which aspects of speech are accessible, and which are masked; which children sustain attention, and which are more frequently disrupted; which interactions are supported, and which are attenuated by competing input.

For young children, learning is inseparable from the conditions under which information is encountered. Acoustic environments form part of those conditions – and children in the earliest stages of development are being asked to learn in environments that place substantial demands on attentional filtering, even as these systems are still developing. While the current evidence base in early childhood is still emerging, findings from related domains suggest that noise has the potential to influence language processing, attention, and regulation. Acoustic conditions are not simply background features of early learning environments, and it's time we made sound visible.Conor Bathgate, Institute for the Science of Early Years & Youth, University of East London

SOURCE:

Monday, 25 May 2026

ΛΟΑΤΚΙ (LGBTQI)



Ακρωνύμιο που χρησιμοποιείται για την κοινότητα των Λεσβιών (Lesbian), των Ομοφυλόφιλων (Gay), των Αμφιφυλόφιλων (Bisexual), των Tρανς (Trans), των Koυίρ (Queer) και των Ίντερσεξ (Ιntersex).
Βιολογικό Φύλο (Sex):

Σχετίζεται με την γενετήσια ταυτότητα του ατόμου (αν είναι αρσενικό, θηλυκό ή Ιntersex). Οι παράγοντες που καθορίζουν αν ένα άτομο είναι αρσενικό, θηλυκό ή intersex είναι γενετικοί, βιολογικοί και ορμονικοί (αναπαραγωγικά όργανα, ορμόνες και χρωμοσώματα). Το βιολογικό φύλο είναι φάσμα και όχι μια ενιαία κατηγορία
Χαρακτηριστικά φύλου (Sex characteristics):

Αφορούν τα βιολογικά χαρακτηριστικά των φύλων. Χωρίζονται σε πρωτογενή (χρωμοσώματα, ορμονική δομή, εσωτερικά και εξωτερικά αναπαραγωγικά όργανα) και δευτερογενή (π.χ. τριχοφυΐα, φωνή, σκελετική δομή).
Ίντερσεξ/Διαφυλικός (Intersex):

Ο όρος ίντερσεξ αντιπροσωπεύει το φάσμα της ποικιλομορφίας των χαρακτηριστικών φύλου που φυσιολογικά εμφανίζεται μέσα στο ανθρώπινο είδος. Είναι όρος «ομπρέλα» που περιλαμβάνει όλες τις ίντερσεξ καταστάσεις. Αυτές, μπορεί να περιλαμβάνουν διαφοροποιήσεις των εξωτερικών γεννητικών οργάνων, των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων, των χρωμοσωμάτων φύλου ή των ορμονών που σχετίζονται με το φύλο. Επίσης, ο όρος ίντερσεξ δηλώνει την παραδοχή του φυσικού γεγονότος ότι το βιολογικό φύλο είναι ένα φάσμα και οι άνθρωποι με ποικιλομορφία χαρακτηριστικών φύλου, πέραν του αρσενικού και του θηλυκού, όντως υπάρχουν. Μέχρι τώρα είναι γνωστές και περιγράφονται περίπου εξήντα διαφορετικές ίντερσεξ καταστάσεις. Μερικά παραδείγματα περιλαμβάνουν:Εξωτερικά γεννητικά όργανα που δεν εμπίπτουν στην τυπική ιατρική αντίληψη περί αμιγώς αρσενικού ή αμιγώς θηλυκού και άρα ταξινομούνται βάση αυθαίρετης προσέγγισης.
Μη τυπική ανάπτυξη των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων
Πιθανή αναντιστοιχία μεταξύ των εξωτερικών γεννητικών οργάνων και των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων
Διαφοροποιήσεις στο χρωμόσωμα του φύλου
Μη τυπική ανάπτυξη των όρχεων ή των ωοθηκών
Μη τυπική (υπερβολική ή μειωμένη) παραγωγή ορμονών που σχετίζονται με το φύλο
Μη τυπική ανταπόκριση του σώματος στις ορμόνες που σχετίζονται με το φύλο

Τα ίντερσεξ άτομα έχουν οποιονδήποτε σεξουαλικό προσανατολισμό, ταυτότητα φύλου και έκφραση φύλου. Ο όρος μεσοφυλικός ή μεσοφιλιλή χρησιμοποιείται πολλές φορές λανθασμένα ως συνώνυμο της λέξης ίντερσεξ, παρότι αποτελεί υποκατηγορία του ίντερσεξ φάσματος. Τα ίντερσεξ άτομα παλαιότερα αποκαλούνταν «ερμαφρόδιτα», αλλά ο όρος θεωρείται κακοποιητικός και δεν περιγράφει επιστημονικά την πραγματικότητα για τους ίντερσεξ ανθρώπους. Πολύ συχνά, ίντερσεξ βρέφη και παιδιά, χειρουργούνται ή υφίστανται ορμονικές παρεμβάσεις για να αποκτήσουν πιο «αποδεκτά» έμφυλα χαρακτηριστικά από την κοινωνία. Ωστόσο, τέτοιες πρακτικές παραβιάζουν το δικαίωμα στη φυσική ακεραιότητα και αυτονομία και σε πολλές περιπτώσεις υπονομεύουν την σεξουαλική απόλαυση. Οι επεμβάσεις αυτές θεωρούνται από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων ως είδος βασανιστηρίου, ενώ οι ιατρικές έρευνες κατατείνουν στο γεγονός ότι είναι επιβλαβείς και σίγουρα μη-αναγκαίες. Όλο και περισσότερο αυτά τα θέματα αναγνωρίζονται ως παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, με δηλώσεις από διεθνή και εθνικά ιδρύματα ανθρώπινων δικαιωμάτων, βιοηθικής και δεοντολογίας.

Links για intersex:

http://rainbowschool.gr/wp-content/uploads/2018/10/Intersex-rights-Pace-eu-2191-2017.pdf
http://rainbowschool.gr/wp-content/uploads/2018/02/intersex_toolkit_gr.pdf
http://rainbowschool.gr/wpcontent/uploads/2018/10/Parents_Toolkit_Intersex_GRK_ES_WEB.pdf
Κοινωνικό Φύλο (Gender):

Στο Κοινωνικό Φύλο περιλαμβάνονται όλες οι κοινωνικές συμπεριφορές, οι δραστηριότητες, οι ρόλοι, τα συναισθήματα και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά (στάση σώματος, τρόπος κίνησης και ομιλίας, τρόπος σκέψης, χρήση γλώσσας, επάγγελμα, ντύσιμο, κομμώσεις κ.α.) που θεωρούνται κατάλληλα για το κάθε φύλο (έχοντας ως βάση το μοντέλο της δυαδικότητας του φύλου). Το τι θεωρείται ανδρική ή γυναικεία συμπεριφορά δεν είναι δεδομένο και αμετάβλητο αλλά διαμορφώνεται και επιβάλλεται στο άτομο από την εκάστοτε κοινωνία, είναι δηλαδή κοινωνικά και πολιτισμικά κατασκευασμένο και δεν πηγάζει «φυσικά» από το βιολογικό φύλο. Η διαδικασία επιβολής μας οδηγεί να υιοθετούμε τις συμπεριφορές που η κοινωνία θεωρεί αποδεκτές για το φύλο μας και να αποκλείουμε αυτές που τις αποδίδει στο άλλο φύλο. Μας οδηγεί σε συγκεκριμένους τρόπους που αντιλαμβανόμαστε το σώμα μας, που διαμορφώνουμε τις συνθήκες ζωής μας, τον τρόπο που εργαζόμαστε, που ερωτευόμαστε, κάνουμε σχέσεις και επικοινωνούμε. Στις δυτικές κοινωνίες, η θηλυκότητα και η αρρενωπότητα προκρίνονται με όρους διχοτόμησης, με τους άνδρες και τις γυναίκες να είναι διακριτά διαφορετικοί και αντίθετοι μεταξύ τους, ενώ σε άλλους πολιτισμούς επικρατούν λιγότερο διακριτές απόψεις (π.χ. οι Berdaches, στον πολιτισμό των Ινδιάνων Navajo). Μέχρι σήμερα, με εξαίρεση λίγες περιπτώσεις, η διαφορά των φύλων έχει λάβει παντού και πάντα το νόημα μιας ιεραρχίας με το αρσενικό να θεωρείται ανώτερο από το θηλυκό, κάτι το οποίο έχει επιφέρει διαφόρων ειδών ασυμμετρίες.
Ταυτότητα Φύλου / Έμφυλη Ταυτότητα (Gender Identity):

Η ταυτότητα φύλου αναφέρεται στον ατομικό και εσωτερικό τρόπο που βιώνεται το κοινωνικό φύλο (gender) από κάθε άτομο και που μπορεί να συμπίπτει ή όχι με το αποδοθέν κατά τη γέννησή του φύλο. Η ταυτότητα φύλου αναφέρεται στα συναισθήματα που έχουμε για τον έμφυλο εαυτό μας, στην εσωτερική αίσθηση του ατόμου ότι είναι αρσενικό, θηλυκό, ή κάτι άλλο.
Η ταυτότητα του φύλου διαφέρει από τα έμφυλα στερεότυπα -αν αυτοπροσδιορίζομαι ως γυναίκα, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να επιβεβαιώσω τα επικρατούντα στερεότυπα στην κοινωνία που σχετίζονται με μια γυναίκα: Μπορώ να είμαι ευαίσθητη αλλά και δυναμική και να έχω τεχνικές δεξιότητες.
Επίσης, η ταυτότητα του φύλου είναι κάτι διαφορετικό από τον ερωτικό-σεξουαλικό προσανατολισμό. Για παράδειγμα, μια αρρενωπή γυναίκα δεν είναι απαραίτητα λεσβία.
Έκφραση Φύλου (Gender Expression):

Η έκφραση φύλου αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους ένα άτομο εκδηλώνει αρρενωπότητα, θηλυκότητα ή άλλες έμφυλες συμπεριφορές και χαρακτηριστικά στο κοινωνικό σύστημα, και συγκεκριμένα το πώς εκφράζει σε τρίτα πρόσωπα το τρόπο με τον οποίο βιώνει την ταυτότητα φύλου του. Περιλαμβάνει εκφράσεις, όπως τα ρούχα, το χτένισμα, το μακιγιάζ, ο τρόπος ομιλίας και κίνησης και η επιλογή ονόματος και αντωνυμίας. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αν κάποιο άτομο ζητά να του απευθυνθούμε με συγκεκριμένο όνομα ή αντωνυμία, είναι απαραίτητο να το σεβαστούμε. Η κοινωνική επιταγή θέλει την έκφραση φύλου να “συνάδει” με την ταυτότητα φύλου, δηλαδή έναν άντρα να έχει αρρενωπή έκφραση φύλου και μια γυναίκα να έχει θηλυκή έκφραση φύλου. Χρειάζεται επίσης να έχουμε υπόψιν μας ότι η έκφραση φύλου δεν ταυτίζεται πάντα με την ταυτότητα φύλου. Για παράδειγμα, κάποιο άτομο που έχει εκχωρηθεί αρσενικό στη γέννηση μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως θηλυκό, αλλά να μην νοιώθει ότι υπάρχει ασφαλής χώρος για να εκφράσει την γυναικεία ταυτότητα φύλου του. Έτσι, μπορεί να ζει στον κοινωνικό ρόλο ως αρσενικό και να παρουσιάζεται ως άνδρας, παρά την αίσθηση ψυχολογικής δυσφορίας που αισθάνεται.
Τρανς/διεμφυλικό άτομο(Trans):

Όρος ομπρέλα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πλήρες φάσμα των ατόμων των οποίων το φύλο που βιώνουν (ταυτότητα φύλου) ή η έκφραση φύλου, δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση. Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, κάποια άτομα αυτής της κατηγορίας μπορεί να αισθάνονται σαν να είναι σε λάθος φύλο χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει ότι υπάρχει και η επιθυμία για χειρουργικό ή ορμονικό επαναπροσδιορισμό.
Ο όρος περιλαμβάνει, δηλαδή, όλες τις εκφράσεις και ταυτότητες φύλου που διαφέρουν από το καταγεγραμμένο ανατομικό φύλο. Συμπεριλαμβάνει άτομα που βρίσκονται στο στάδιο της μετάβασης (transition), άτομα που έχουν ολοκληρώσει την μετάβασή τους και άτομα που είτε έχουν, είτε δεν έχουν κάνει επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου. Συχνά, ο όρος τρανς χρησιμοποιείται για να περιγράψει μόνο τους τρανς άντρες και τις τρανς γυναίκες, διαγράφοντας την τρανς ταυτότητα των non-binary ατόμων. Είναι σημαντικό να μη συμβαίνει αυτό και να γίνεται σεβαστό το βίωμα και ο αυτοπροσδιορισμός των ανθρώπων αυτών. Τρανσέξουαλ (Τransexual): Όρος που αναφέρεται στα διεμφυλικά άτομα, δηλαδή τα τρανς άτομα που προβαίνουν σε διαδικασίες επαναπροσδιορισμού φύλου. Ωστόσο είναι όρος που δεν χρησιμοποιείται πλέον λόγω αρνητικού στιγματισμού, και θα πρέπει να χρησιμοποιείται ο όρος τρανς. Υπάρχουν τρανς άτομα, συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας, που χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο. Σημαντικό είναι να γίνεται σεβαστή η επιθυμία ενός ατόμου να αυτοπροσδιορίζεται όπως θέλει.
Cisgender:

Ένα άτομο του οποίου η ταυτότητα και η έκφραση του φύλου ταυτίζονται με το βιολογικό φύλο του. Για παράδειγμα, ένα άτομο με θηλυκό βιολογικό φύλο που αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα.
Τρανς γυναίκες:

Τα άτομα των οποίων το φύλο που τους έχει αποδοθεί κατά τη γέννηση είναι αρσενικό, αλλά προσδιορίζονται και ζουν ως γυναίκες και τροποποιούν ή επιθυμούν να τροποποιήσουν το σώμα τους με ιατρική παρέμβαση ώστε να ταιριάζει με την ταυτότητα φύλου τους, είναι γνωστά ως τρανς γυναίκες (επίσης ως Male To Female – MTF, αν και ο όρος θεωρείται κακοποιητικός από πολλά τρανς άτομα).
Τρανς άνδρες:

Τα άτομα των οποίων το φύλο που τους έχει αποδοθεί κατά τη γέννηση είναι θηλυκό, αλλά προσδιορίζονται και ζουν ως άνδρες και τροποποιούν ή επιθυμούν να τροποποιήσουν το σώμα τους με ιατρική παρέμβαση ώστε να ταιριάζει με την ταυτότητα φύλου τους, είναι γνωστά ως τρανς άνδρες (επίσης ως Female To Male – FTM, αν και ο όρος θεωρείται κακοποιητικός από πολλά τρανς άτομα) Μερικά άτομα που πραγματοποίησαν μετάβαση από το ένα φύλο στο άλλο, προτιμούν να αναφέρονται ως άνδρας ή γυναίκα, παρά ως τρανς άντρες / τρανς γυναίκες.
Μη δυαδικά άτομα (non binary):

Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές αρρενωπότητες, θηλυκότητες και άλλες κοινωνικές εκφράσεις φύλων και άτομα που δεν αισθάνονται ότι ανήκουν απόλυτα σε μία από τις δύο κατηγορίες του δίπολου άνδρας-γυναίκα. Αυτό δεν σχετίζεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα κοινωνικά φύλα είναι όσα και οι άνθρωποι. Πολλά άτομα χρησιμοποιούν όρους για να περιγράψουν τους εαυτούς τους όπως, genderqueer, genderfluid, androgynous, multigendered, gender nonconforming, third gender, two-spirit people κ.α.
Τζέντερκουιρ (Genderqueer):

Ταυτότητες φύλου οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τυπικά «ανδρικές» ή τυπικά «γυναικείες» και δεν εμπίπτουν στη δυαδικότητα του φύλου και την ετεροκανονικότητα.
Ως genderfluid/genderqueer αυτοπροσδιορίζονται οι άνθρωποι που δεν επιθυμούν να κατηγοριοποιούνται σε κανένα σύστημα διπολικής αντίληψης των φύλων, άνθρωποι που η συνείδηση του εαυτού τους για το φύλο ενδεχομένως είτε είναι ουδέτερη, είτε σχετίζεται με την αντίληψη της ρευστότητας των φύλων, της εναλλαγής δηλαδή της έκφρασης φύλου μεταξύ των εκφράσεων που περιλαμβάνονται σε όλο το φάσμα του κοινωνικού φύλου. Συχνά χρησιμοποιείται στα ελληνικά ο όρος «φυλο-παράξενος», που μπορεί να είναι ακριβής ως μετάφραση, όμως δεν αποδίδει την πραγματική σημασία του όρου. Πολλά άτομα χρησιμοποιούν όρους για να περιγράψουν τους εαυτούς τους όπως, genderfluid, multigendered, gender nonconforming, two-spirit people κ.α και άλλα αρνούνται να περιγράψουν το φύλο τους με οποιαδήποτε ταμπέλα, με το σκεπτικό πως καμιά λέξη δεν μπορεί να περιγράψει τη πολυπλοκότητα του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται το φύλο.
Παρενδυτικός/Τραβεστί /( Crossdresser /Transvestite):

Το άτομο που φοράει ρούχα που συνήθως σχετίζονται με το «αντίθετο» (με βάση το μοντέλο δυαδικότητας του φύλου) κοινωνικό φύλο του ατόμου, στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Τα άτομα αυτά δεν είναι απαραίτητα τρανς. Είναι άτομα που φοράνε τακτικά ή περιστασιακά τα ρούχα που έχουν κοινωνικά εκχωρηθεί σε ένα φύλο που δεν είναι το δικό τους, αλλά νοιώθουν συνήθως άνετα με την ανατομία τους και δεν επιθυμούν να την αλλάξουν (δηλαδή δεν είναι τρανσέξουαλ). Η λέξη τραβεστί είναι καλύτερα να αποφεύγεται γιατί έχει χρησιμοποιηθεί υποτιμητικά και λανθασμένα για να χαρακτηρίσει τρανς άτομα. Το ίδιο και ο όρος παρενδυτικός λόγω κοινωνικού και ιατρικού στίγματος, καθώς περιέχεται ως διαγνωστική κατηγορία (παρενδυσία- transvestism) στα εγχειρίδια ψυχικών διαταραχών. Ο όρος cross-dresser είναι προτιμότερος για τους άνδρες που απολαμβάνουν ή προτιμούν τα γυναικεία ρούχα. Σε αντίθεση με τη γενική πεποίθηση, η συντριπτική πλειονότητα των αρσενικών cross dressers αυτοπροσδιορίζονται ως στρέιτ και συχνά είναι παντρεμένοι. Πολύ λίγες γυναίκες αυτοπροσδιορίζονται ως cross-dresser. Ο όρος cross dresser δεν εμπίπτει στην ομπρέλα της ταυτότητας φύλου.
Κουίρ (Queer):

Ο όρος αυτός αναφέρεται σε ανθρώπους που η συνείδηση του εαυτού τους βρίσκεται μακριά από τις νόρμες της ετεροκανονικότητας και της διπολικής αντίληψης για το φύλο. Αναφέρεται επίσης σε μια ριζοσπαστική, εναλλακτική θεώρηση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας ή έκφρασης φύλου ως σημαντικών πεδίων αυτοπροσδιορισμού, ψυχικών και αισθητικών. Με αυτή την έννοια, το ποιος είναι queer ορίζεται σε σχέση μάλλον με έναν τρόπο αντίληψης παρά με συγκεκριμένες πρακτικές. Χρησιμοποιείται συχνά από άτομα που δεν αποδέχονται τις παραδοσιακές έννοιες φύλων και σεξουαλικότητας και δεν ταυτίζονται/καλύπτονται με κάποιο από τους υπόλοιπους όρους του ακρωνυμίου ΛΟΑΤΙ+ αλλά και ως όρος-ομπρέλα για όλα τα LGBTQI+ άτομα. Ο όρος αυτός εκφράζει και τα μη δυαδικά (non binary) άτομα. Η queer θεωρία είναι μία σχολή ακαδημαϊκής θεωρίας που αμφισβητεί τα ετεροκανονικά κοινωνικά πρότυπα που σχετίζονται με το φύλο και τη σεξουαλικότητα και ισχυρίζεται ότι οι έμφυλοι ρόλοι είναι αποτέλεσμα κοινωνικά κατασκευασμένων ιδεών. Επίσης,Εμφανίζεται στο πεδίο σπουδών του Φύλου (1980-90) από Αμερικάνους ακαδημαϊκούς ως κριτικό ρεύμα
Επιχειρεί ριζική αναδιαπραγμάτευση φύλου & σεξουαλικότητας
Αμφισβητεί τη θεσμική διάρθρωση δυτικών κοινωνιών
Επιδιώκει παρέμβαση στο περιεχόμενο του λόγου και στις κανονιστικές επιταγές που εξυπηρετεί
Εντός της στεγάζονται πολιτισμικά περιθωριακές αυτοκατανοήσεις της σεξουαλικότητας
Εστιάζει στη δυσαρμονική σχέση βιολογικού, κοινωνικού φύλου και σεξουαλικότητας
Δραματοποιεί
Αμφισβητεί τη «φυσική» σεξουαλικότητα
Διερωτάται για τις κατηγορίες «άντρας» – «γυναίκα»
Στοχεύει στην αποδόμηση του διπόλου ετεροφυλοφιλίας-ομοφυλοφιλίας
Υποστηρίζει τόσες σεξουαλικότητες όσες και τα άτομα
Στηρίζεται τόσο στον μεταδομιστικό φεμινισμό της Butler όσο και σε πολιτισμικές σπουδές μειονοτικών σεξουαλικών ταυτοτήτων του 1980
Η «πολιτική της ταυτότητας» (Identity Politics) → απόκτηση χαρακτηριστικών κινήματος
Ερωτικός-Σεξουαλικός Προσανατολισμός (Romantic-Sexual Orientation):

Το μέρος της ταυτότητας ενός ατόμου που περιγράφει τον τύπο σεξουαλικής ή / και ρομαντικής έλξης που κάποιος αισθάνεται όταν αγαπά και / ή κάνει σεξ και / ή δημιουργεί σχέσεις με άλλους ανθρώπους, με βάση την ταυτότητα φύλου τους. Είναι αυτοπροσδιορισμός, έτσι ώστε κάποιο άτομο είναι για παράδειγμα ομοφυλόφιλο ή αμφιφυλόφιλο ή ετεροφυλόφιλο μόνο αν αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιο. Μερικές φορές είναι χρήσιμο να εξηγηθεί ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός αφορά συναισθήματα για ένα άλλο άτομο, άλλοτε σεξουαλικά, άλλοτε φορές ρομαντικά, ή και τα δύο. Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται σεξουαλική εμπειρία για να γνωρίζουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Τα άτομα που έλκονται και έχουν συναισθήματα για άτομα διαφορετικού φύλου συνήθως αυτοπροσδιορίζονται ως ετεροφυλόφιλα, ενώ οι άτομα που προσελκύονται από άτομα του ίδιου φύλου λέγονται γκέι ή λεσβίες ή ομοφυλόφιλα. Τα άτομα που έλκονται και από τα δύο φύλα συνήθως αυτοπροσδιορίζονται ως αμφιφυλόφιλα, οι άνθρωποι που προσελκύονται από άτομα οποιασδήποτε ταυτότητας φύλου ονομάζονται «πανσεξουαλ».Ομοφυλόφιλος (Gay): Ένα άτομο το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως άνδρας (βλέπε ταυτότητα φύλου) και έλκεται συναισθηματικά ή/και σεξουαλικά από άνδρες. Ωστόσο, όρος «γκέι» (“gay”), μερικές φορές, χρησιμοποιείται ως όρος “ομπρέλα” που καλύπτει όλους τους γκέι άνδρες και τις ομοφυλόφιλες γυναίκες.
Λεσβία (Lesbian), Ομοφυλόφιλη: Ένα άτομο το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα (βλέπε ταυτότητα φύλου) και έλκεται συναισθηματικά ή/και σεξουαλικά από γυναίκες. Μερικές γυναίκες προτιμούν να αυτοπροσδιορίζονται ως γκέι ή γκέι γυναίκες
Αμφιφυλόφιλο άτομο (Bi / Bisexual): Ένα άτομο που έλκεται συναισθηματικά ή/και σεξουαλικά προς δύο φύλα ή περισσότερα. Πολύ συχνά, χρησιμοποιείται ως όρος ομπρέλα για να περιγράψει διάφορες μορφές πολυσεξουαλικότητας.
Ετεροφυλόφιλο άτομο (Heterosexual/ Straight): Ένα άτομο το οποίο αισθάνεται ρομαντική ή/και σεξουαλική έλξη προς άτομα του άλλου φύλου. Ο όρος αυτός βασίζεται στην αποδοχή της δυαδικότητας του φύλου, εξ ου και η χρήση του συνθετικού «έτερο-». Ωστόσο, επείδή δεν υπάρχουν μόνο δύο φύλα (βλέπε intersex και transsexual), αυτός ο όρος είναι ανακριβής.
Ασέξουαλ (Αsexual, αλλιώς και ace):

Ένα άτομo που δεν βιώνει σεξουαλική έλξη (ή βιώνει λίγη). Πολλά ασέξουαλ άτομα αυτοπροσδιορίζονται ως λεσβίες, gay, straight, bi ή πανσέξουαλ (που προσελκύονται από ανθρώπους οποιουδήποτε φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού). Η ασεξουαλικότητα δεν είναι το ίδιο με το να έχεις χαμηλή λίμπιντο, η οποία μπορεί να προκληθεί από σωματικά ή ψυχικά αίτια, ούτε είναι η ίδια με τη συνειδητή καταστολή των σεξουαλικών επιθυμιών. Τα ασεξουαλικά άτομα δεν είναι απαραίτητα και αρομαντικά. Η ρευστότητα της σεξουαλικότητας φαίνεται και στην ασεξουαλικότητα (το λεγόμενο a-spec). Όροι που περιγράφουν τις ποικιλομορφίες στην ασεξουαλικότητα:Demisexuals ( = άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως Demisexual, νιώθουν ερωτική έλξη για κάποιο άλλο άτομο, αφού πρώτα έχουν σχηματίσει ένα δυνατό συναισθηματικό δεσμό μαζί του)
Greysexuals ( = άλλος ένας τύπος ασεξουαλικής ταυτότητας, που εμπίπτει ανάμεσα στην ασεξουαλικότητα και την αλλοσεξουαλικότητα. Τα greysexual άτομα μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές εμπειρίες. Συνήθως βιώνουν πολύ περιορισμένη έλξη ή επιθυμία για άλλα άτομα, που περιλαμβάνει: Σποραδική σεξουαλική έλξη από άλλα άτομα, Επιθυμία σεξουαλικών σχέσεων, αλλά κάτω από πολύ συγκεκριμένες και περιορισμένες συνθήκες, Μικρή σεξουαλική επιθυμία, αλλά όχι απουσία της.)

Τα ασεξουαλικά άτομα μπορούν να μην έχουν ερωτικές/ρομαντικές σχέσεις ή μπορεί να έχουν με άλλα ασέξουαλ άτομα ή να κάνουν και μεικτές σχέσεις (με αλλοσεξουαλικά άτομα).
Πανσέξουαλ (Ρansexual):

Ένα άτομο το οποίο αισθάνεται συναισθηματική, ρομαντική ή/και σεξουαλική έλξη προς άτομα όλων των πιθανών ταυτοτήτων φύλου και βιολογικών φύλων. Τα άτομα αυτά συχνά δηλώνουν πως το βιολογικό φύλο ή/και η ταυτότητα φύλου ενός ατόμου είναι ασήμαντες παράμετροι στον καθορισμό του αν και κατά πόσο θα βιώσουν έλξη προς το άτομο αυτό. Εναλλακτικά, μπορεί να χρησιμοποιήσουν τον όρο gender blind, δηλαδή ότι είναι «τυφλά» ως προς το θέμα του φύλου.
Αλλοσεξουαλικότητα (Allosexual, Allosexuality):

Άτομα που βιώνουν σεξουαλική έλξη από άλλα άτομα (π.χ. gay, bi, straight, pan, κ.τ.λ.).
Ομοφοβία (Homophobia):

Η ψυχολογική και κοινωνική προκατάληψη, οι διακρίσεις, ο παράλογος φόβος και η έκφραση δυσφορίας, αποστροφής, μισαλλοδοξίας ή και μίσους προς τα άτομα με ομόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό.
Τρανσφοβία (Transphobia):

Είναι ο παράλογος φόβος και η έκφραση δυσφορίας, αποστροφής, μισαλλοδοξίας ή και μίσους για τα τρανς άτομα και όσα άτομα φαίνεται να παραβαίνουν τις παραδοσιακές αντιλήψεις για την ταυτότητα φύλου, το κοινωνικό φύλο ή/και την έκφραση φύλου. Συχνά οι γκέι, οι λεσβίες και οι αμφισεξουαλικοί/ές εμπίπτουν στην δεύτερη κατηγορία ατόμων με αποτέλεσμα η τρανσφοβία να συνδέεται έντονα με την ομοφοβία.
Αμφιφοβία (Biphobia):

Όρος παράλληλος με αυτόν την Ομοφοβίας και της Τρανσφοβίας που αναφέρεται στην ψυχολογική και κοινωνική προκατάληψη και στις διακρίσεις κατά των αμφισεξουαλικών ατόμων. Πέρα από αρνητικούς χαρακτηρισμούς, δηλώσεις όπως «Τα bi άτομα είναι αναποφάσιστα» ή «δεν υπάρχουν bi άτομα» επίσης είναι αμφιφοβικές.
Σεξισμός (Sexism):

Ο σεξισμός είναι η συστημική διάκριση και καταπίεση που υφίστανται όλα τα άτομα που δεν είναι άνδρες (και κυρίως οι γυναίκες και όσα άτομα διαβάζονται ως γυναίκες) με βάση το φύλο ή το σώμα τους και μόνο. Τον σεξισμό έχει γεννήσει η πατριαρχική δομή της κοινωνίας που βασίζεται στην ανωτερότητα του άνδρα και της αρρενωπότητας. Παράγωγα του σεξισμού αποτελούν η ομοφοβία, η αμφιφοβία και η τρανσφοβία. O σεξισμός αποτελεί ένα σύστημα καταπίεσης που είναι ενσωματωμένο στους κυρίαρχους κοινωνικούς, πολιτισμικούς και οικονομικούς θεσμούς και πολλές φορές δεν γίνεται αντιληπτός στις μικρότερες εκφάνσεις του.
Coming out:

Η αγγλική φράση “coming out” αναφέρεται στην ανακοίνωση/γνωστοποίηση που κάνει αυτοβούλως ένα άτομο σε τρίτα άτομα ή κοινωνικές ομάδες για τον σεξουαλικό – ερωτικό προσανατολισμό του ή την ταυτότητα φύλου του. Αρκετοί άνθρωποι διστάζουν, ορισμένοι επιλέγουν να κρατήσουν τη ταυτότητα τους κρυφή, άλλοι την γνωστοποιούν σε συγκεκριμένες περιστάσεις ενώ κάποιοι τελευταίοι αποφασίζουν να τη γνωστοποιήσουν ευρύτερα δημόσια. Συνήθως δεν είναι μια εύκολη διαδικασία, εξαιτίας του κινδύνου να αντιμετωπίσουν τυχόν αρνητική διάκριση και προκατάληψη. Η δυνατότητα να μπορούν οι άνθρωποι να μοιραστούν τη ζωή τους με την οικογένεια, φίλους και γνωστούς αυξάνει τις πιθανότητες κοινωνικής υποστήριξης η οποία είναι σημαντική για τη ψυχική υγεία και τη ψυχολογική ευημερία του ατόμου. Η έρευνα έχει δείξει πως τα θετικά αισθήματα για το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου και η ενσωμάτωση αυτών στη ζωή κάποιου, είναι πηγή ευημερίας και καλής ψυχικής υγείας. Από την άλλη, οι λεσβίες οι γκέι άνδρες και οι τρανς ή ίντερσεξ άνθρωποι που αισθάνονται ότι πρέπει να αποκρύψουν το σεξουαλικό τους προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τους, αναφέρουν πιο συχνά προβλήματα ψυχικής υγείας και ενδέχεται να έχουν και περισσότερα προβλήματα γενικότερα.
Outing:

Η αγγλική έκφραση «outing» αναφέρεται στην κοινοποίηση του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου εντός προσώπου όταν γίνεται από τρίτους χωρίς τη συναίνεση του ιδίου του προσώπου. Συνήθως γίνεται με κακόβουλο τρόπο εν είδει «ξεμπροστιάσματος», έχει χαρακτηριστικά κακοποίησης, ενώ παραβιάζει τα προσωπικά δεδομένα του ανθρώπου. Ιδιαίτερα στο σχολικό περιβάλλον έχει χαρακτηριστικά πολλές φορές εκβίασης και εκφοβισμού είτε του ιδίου του προσώπου, είτε των άλλων παιδιών.

Πηγές:https://www.rainbowschool.gr/
https://www.colouryouth.gr/terms/
http://www.transgender-association.gr/