Monday, 30 July 2018

Αθλητικές επιδόσεις και σεξ…


Πριν λίγες μέρες τελείωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, το οποίο διεξήχθη στη Ρωσία και οι ποδοσφαιριστές των 32 χωρών έδωσαν τον καλύτερο τους εαυτό, προκειμένου να κερδίσουν και να κάνουν τους συμπατριώτες τους περήφανους. Άραγε, οι σεξουαλικές τους επαφές κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης είχαν επίδραση στην απόδοση τους? Και αν ναι, ήταν θετική ή αρνητική επίδραση?

Τα ευρήματα ερευνών σχετικά με τις συνέπειες του σεξ στην αθλητική απόδοση είναι αντικρουόμενα. Από τη μια πλευρά, ένα μεγάλο εύρος ερευνών έχουν δείξει οτι η σεξουαλική δραστηριότητα που λαμβάνει μέρος μέχρι και 24 ώρες πριν τον αθλητικό αγώνα είναι επιζήμια για την απόδοση του αθλητή, διότι του προκαλεί κόπωση, εξάντληση και έλλειψη συγκέντρωσης. Επίσης, μπορεί να μειώσει τα επίπεδα τεστοστερόνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μειωθεί η επιθετικότητα και ο θυμός του αθλητή και να επηρεαστεί αρνητικά η επίδοση του. Η αλήθεια είναι οτι πολλοί σπουδαίοι αθλητές υιοθετούσαν τον ισχυρισμό οτι το σεξ επιδρά αρνητικά στην απόδοση και επέλεγαν να μην έχουν σεξουαλικές επαφές πριν από τους αγώνες τους. Για παράδειγμα, ο σπουδαιότερος πυγμάχος όλων των εποχών Μοχάμεντ Άλι σταματούσε τη σεξουαλική δραστηριότητα δυο μήνες πριν από ένα αγώνα και θεωρούσε ότι η σεξουαλική αποχή τον έκανε ανίκητο. Επιπλέον, πολλοί προπονητές απαγόρευαν αυστηρά στους αθλητές να έχουν σεξουαλική επαφή πριν από τις αναμετρήσεις, διότι όπως έλεγε και ο προπονητής του Ρόκυ Μπαλμπόα «οι γυναίκες αδυνατίζουν τα πόδια...». Παρόμοιες απόψεις φαίνεται να είχαν και οι αθλητές στην αρχαία Ελλάδα, καθώς θεωρούσαν την αποχή απο το σεξ απαραίτητη για τη βελτίωση της επίδοσης τους.

Από την άλλη πλευρά, η πλειονότητα των πιο πρόσφατων ερευνών υποστηρίζουν οτι το σεξ βελτιώνει την απόδοση, καθώςχαλαρώνει τον αθλητή, μείωνει το άγχος του και αυξάνει την αυτοπεποίθηση του. Επιπλέον, πριν 11 χρόνια ο πυγμάχος Chris Byrd έλαβε μέρος σε μια καινοτόμα έρευνα της αθλητικής εκπομπής Sports Science, η οποία προβάλλεται στο αμερικάνικο τηλεοπτικό σταθμό FSN. Πιο συγκεκριμένα, του ζητήθηκε να απέχει για μια εβδομάδα από το σεξ πριν υποβληθεί σε κάποια τεστ, στα οποία εξεταστήκαν η δύναμη γροθιάς και η δύναμη ποδιών, ενώ ακόμα έκανε εξετάσεις αίματος, προκειμένου να ελεγχθούν τα επίπεδα τεστοστερόνης στον οργανισμό του. Στην συνέχεια, έκανε σεξ με την σύντροφο του και υποβλήθηκε στις ίδιες εξετάσεις. Εντοπίστηκε βελτίωση στη δύναμη της γροθιάς του και στη δύναμη των ποδιών του, αλλά και αύξηση των επιπέδων της τεστοστερόνης κατά 20% στα τεστ που έγιναν μετά το σεξ. Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης διεξήγαγε έρευνα το 2011 με δείγμα 2.000 μαραθωνοδρόμους και έδειξε οτι οι δρομείς που έκαναν σεξ το βράδυ πριν τον αγώνα έτρεξαν κατά μέσο όρο 5 λεπτά πιο γρήγορα από αυτούς που δεν έκαναν σεξ. Ο ευεργετικός ρόλος του σεξ στην αθλητική απόδοση αναδεικνύεται και από πολλές μελέτες, οι οποίες έχουν εντοπίσει τη συμβολή της σεξουαλικής επαφής στην καλή κυκλοφορία του αίματος, στην ενίσχυση των μυών και των οστών, στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος, καθώς και στη βελτιώση της ποιότητας του ύπνου.

Υπάρχουν όμως και ερευνητικά δεδομένα που υποστηρίζουν οτι η σεξουαλική συνεύρεση δεν έχει σημαντική επίδραση (είτε θετική είτε αρνητική) στην απόδοση των αθλητών. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η μελέτη του Sztajzel που διερεύνησε τα επίπεδα άγχους, τεστοστερόνης και συγκέντρωσης. Έλαβαν μέρος 15 αθλητές και η μελέτη διήρκεσε 2 μέρες. Τη μια μέρα οι αθλητές είχαν σεξουαλική επαφή, ενώ την άλλη μέρα δεν είχαν. Και τις 2 μέρες οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν σε ορισμένα τεστ και τα αποτελέσματα έδειξαν οτιτο σεξ δεν επηρέασε καθόλου τα επίπεδα συγκέντρωσης και άγχους. Επίσης, έρευνα του Πανεπιστημίου McGill έδειξε οτι η σεξουαλική δραστηριότητα πριν από τον αγώνα δεν έχει καμία επίδραση στη δύναμη της παλάμης, στην ισορροπία, στην αντοχή και στο χρόνο αντίδρασης. Στην κατηγορία των αθλητών που θα συμφωνούσαν με τα παραπάνω ερευνητικά δεδομένα ανήκει σίγουρα ο καλύτερος Άγγλος ποδοσφαιριστής George Best, ο οποίος είχε δηλώσει οτι δεν κατάλαβε ποτέ αν το σεξ είχε επίδραση (θετική ή αρνητική) στην απόδοση του!

Συνοψίζοντας, αυτό που αξίζει να θυμόμαστε είναι οτι το σεξ επηρεάζει θετικά την απόδοση των αθλητών. Ωστόσο, σημαντική παράμετρος είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στη σεξουαλική δραστηριότητα και τον αγώνα. Για παράδειγμα, αν ένας αθλητής κάνει σεξ 2-3 ώρες πριν την αναμέτρηση είναι πολύ πιθανό να νιώσει κόπωση και να επηρεαστεί αρνητικά η απόδοση του. Αν όμως έχει σεξουαλική επαφή τουλάχιστον 10 ώρες πριν τον αγώνα και προλάβει να ξεκουραστεί, τότε δεν ελλοχεύει ο κίνδυνος να πέσει η απόδοση του. Η σεξουαλική δραστηριότητα δηλαδή επηρεάζει αρνητικά την απόδοση μόνο όταν δεν υπάρχει επαρκής χρόνος για ανάπαυση και ανάκτηση της χαμένης ενέργειας.

Δεδομένου οτι η Ελλάδα δεν συμμετέχει στη διοργάνωση, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να απολαύσουμε το θέαμα που μας προσφέρουν οι άλλες ομάδες και να ευχηθούμε να σηκώσει το τρόπαιο ο καλύτερος! Αν μπορούσαμε όμως να τους δώσουμε συμβουλές για να έχουν καλύτερη απόδοση, τότε σίγουρα μια απο αυτές θα ήταν να μην κάνουν αποχή από το σεξ...

Όσο για εμάς που παρακολουθούμε το μουντιάλ, σίγουρα η διάθεσή μας μεταβάλλεται σε σχέση με την ομάδα που συμπαθούμε, ενώ συμμετέχουμε ενεργά μέσα από την οθόνη στις φάσεις και τις εντάσεις του κάθε παιχνιδιού. Μετά όμως, τι κάνουμε; Ο νοών νοείτω…

ΠΗΓΗ:

Wednesday, 25 July 2018

The Most Socially Attractive Personality Trait


What trait people find attractive on first impression and over the long term.



Optimists are seen as more socially attractive than pessimists, research finds.

But this is just when people meet for the first time and do not know each other.


In long-term relationships, optimists are best matched with other optimists and pessimists get on with both other optimists and pessimists.

In other words, optimists mix well in long-term relationships with everyone, but pessimists can be a downer on other optimists — although they don’t seem to bother other pessimists.

The results come from a study of 248 people who read a series of vignettes that described either optimistic or pessimistic people.

Most people found the optimists more socially attractive.


However, people who were themselves optimists liked the other optimist even more.


On the other hand, people who were pessimists were not quite as keen on the optimist, but still preferred them to the pessimist.

Pessimists also had a sneaky liking for the other pessimist.

The results were more nuanced, though, when people considered their own long-term relationships.

Optimists were more satisfied when in a relationship with another optimist, and pessimists were happy with another pessimist or an optimist.

The authors write:


“…optimists may perceive a pessimistic partner as a burden, which may in turn affect their perceptions of relationship quality negatively.

Interestingly, this was not the case for pessimists, who reported the same levels of relationship quality regardless of whether they perceived their partners as pessimistic or as optimistic.”

The results support a psychological theory about interpersonal attraction called the ‘similarity-attraction hypothesis’.


The study’s authors write:


“Such a similarity attraction effect has been shown to be characteristic in the field of attitudes.

The similarity-attraction hypothesis claims that people tend to perceive others who are similar to themselves as more attractive than dissimilar others.”

SOURCE:

Audiobooks pack a more powerful emotional punch than film




Audiobook sales are booming, almost doubling in the UK over the past five years. Some are now sophisticated, being voiced by multiple actors and featuring extensive sound effects. But even single-narrator audiobooks are, it’s been argued, more cognitively and emotionally engaging than print – in part because a listener can’t slow down, as they can with a print book.

As a writer whose latest psychology-themed novel She, Myself and I is now being produced as an audiobook, I can’t help wondering about the benefits, and the costs. Personally, I like to be able to control my pace through a print book, to re-read sentences or paragraphs that I particularly enjoy or that I don’t quite process properly on a first read.

However, as Daniel Richardson at UCL, and fellow researchers, point out in a new study, available as a pre-print on the bioRxiv service, “Our oldest narratives date back many thousands of years and pre-date the advent of writing… For the majority of human history, stories were synonymous with oral tradition; audiences listened to a story-teller imparting a tale.” Humans did not evolve to read, so perhaps there’s something primordially special about listening to a story. But, as the researchers go on to write, “in the modern era, video has emerged as a major narrative tool as well.”

So which is more engaging – video or audio? That’s the focus of the new paper. And I’m intrigued. I’ve also sold TV rights to the novel, and TV, of course, is the medium of mass-appeal. If my book is ultimately turned into a TV series, might viewers become more involved in the story than my audiobook listeners?



Video offers more information than audio, the researchers point out (while two people both hearing “The house was ablaze” would imagine slightly different things, watching a film showing a house on fire leaves nothing to the imagination.) Oral stories might therefore elicit more engagement, as the listener has to construct a personalised interpretation of the narrative. But because audio is also more demanding than video, is there a bigger risk that listeners will lose interest in the story, and switch off?

To investigate, the researchers asked 102 men and women, aged 18-55, to wear a wrist sensor that captured their heart rate, sweating and wrist temperature while they listened to and watched a series of emotionally-charged scenes.

These were a mix of audio and film-version extracts from eight works of fiction, including Pride and Prejudice by Jane Austen, The Da Vinci Code by Dan Brown, and Game of Thrones by George R.R. Martin. The order of the presentations, and whether a particular story was presented as a video or as an audiobook extract, varied across participants.

At the end of each trial, participants completed a questionnaire that assessed four aspects of their perceived involvement in the story: their emotional engagement; their understanding of the narrative; their attentional focus; and the “narrative presence” (indicating to what extent they agreed or disagreed with “At times, the story was closer to me than the real world,” for example).

Though the participants reported feeling more engaged in the videos, their heart rates, body temperatures and skin conductance readings were all higher while they were listening to the audio. Increased heart rate was taken to indicate greater cognitive effort (there were no differences in levels of fidgeting between the audio and video trials), especially given the other data: the skin conductance and temperature readings suggested that the participants were more emotionally involved when listening to audio, the researchers argued.

This paper has not been peer-reviewed yet. And, due to sensor failure, the researchers were not able to gather the full set of physiological recordings for all of the participants (they got electrodermal data for only 62, for instance). But if as this work suggests, people are at a physiological level more emotionally engaged by audio than watching film, this is good news for novelists. People might love watching TV dramas, but, in getting people more involved in a story, the form of the novel – whether in print or audio – reigns supreme.


SOURCE:

Saturday, 21 July 2018

«Η σπουδαιότητα της σταθερότητας της μητρικής φιγούρας στο πρώτο έτος ζωής»


Η επανάληψη δημιουργεί την αίσθηση της ασφάλειας στο μωρό. Η ίδια μαμά που ταΐζει πάντα, η ίδια μαμά που σε χαϊδεύει πάντα, η ίδια μαμά που σου τραγουδάει πάντα, η ίδια μαμά που σε κοιτάει πάντα, η ίδια μαμά που παίζει μαζί σου πάντα, η ίδια μαμά που σε κρατάει πάντα. Μαμά μπορεί να είναι και ο πατέρας. Μαμά είναι αυτός που φροντίζει το παιδί.

Στον πρώτο χρόνο είναι απαραίτητο να είναι μία. Αν είναι δύο ή παραπάνω, το παιδί μπερδεύεται. Βάζει μέσα του μια αίσθηση ότι η μαμά δεν είναι σταθερή, φεύγει χάνεται. Οπότε χάνεται και ο εαυτός του μωρού γιατί τότε είναι συνδεδεμένοι οι δυο αυτοί εαυτοί (φιγούρας που φροντίζει και μωρού).

Θέλει να δώσει κάτι από τον εαυτό του στη μαμά αλλά αν τώρα είναι μια άλλη ση θέση της, δεν μπορεί να επικοινωνήσει τον εαυτό του. Αυτό είναι πολύ τρομακτικό και δημιουργεί αίσθηση αφανισμού (κρίση πανικού στην συμπτωματολογία). Αν ξανά αλλάξει η μαμά και είναι μία φορά η μία και μία φορά η άλλη, τότε εμφανίζεται και μια αίσθηση ότι ο εαυτός δεν είναι ενιαίος. Δεν μπορεί να είναι συνεκτικός. Όταν η μαμά είναι μία και σταθερή, ακόμα κι όταν δεν είναι τόσο καλή, η αίσθηση της ασφάλειας δεν χάνεται. Είσαι εσύ που δεν με καταλαβαίνεις αλλά τουλάχιστον είσαι πάντα εσύ. Αυτό είναι σημαντικό να συμβαίνει.

Δυό καλές μαμάδες που εναλλάσσονται, όσο καλή διάθεση και αν έχουν, ακριβώς λόγω της εναλλαγής στον ψυχισμό του παιδιού, δεν μπορούν να προσφέρουν αίσθηση ασφάλειας. Οπότε βλέπεις έναν ενήλικο με χαμηλή αυτοεκτίμηση, και ενώ οι μητέρες που τον μεγάλωσαν είναι πολύ καλές και ισορροπημένες σαν προσωπικότητες, αυτός παλεύει με τον εαυτό του.

Αυτό λοιπόν είναι ένα επιφανειακά παράδοξο φαινόμενο που όμως στην ουσία του, είναι πολύ σημαντικό για την ανάπτυξη ενός ψυχικά υγιούς παιδιού και αργότερα ενηλίκου.

Σε μια σωστή ψυχοθεραπεία, επαναλαμβάνεται το μητρικό περιβάλλον και εκεί μπορούν να γίνουν επανορθώσεις με το χρόνο.

ΠΗΓΗ:

Η τριγωνική δομή των σχέσεων


Κουβαλάει ο καθένας τους γονείς του. Αυτό μας κάνει να είμαστε σε τρίγωνο συνέχεια. Όταν πάμε να κάνουμε μία σχέση -φιλική, ερωτική, επαγγελματική, κτλ- συναντούμε έναν άλλον άνθρωπο απέναντι που κουβαλάει κι αυτός το τριγωνό του. Έτσι είμαστε τουλάχιστον έξι όταν συναντιόμαστε.

Οι σχέσεις δεν είναι τόσο απλές ούτε στην δομή τους, ούτε στην λειτουργία τους. Αυτό συμβαίνει επειδή πάντοτε μέσα σε μία σχέση υπάρχουν στοιχεία από τις σχέσεις μεταξύ τουλάχιστον τριών ατόμων. Μπαμπάς μαμά παιδί. Αυτό είναι το φαντασιακό μας τρίγωνο που κάθε άνθρωπος κουβαλάει μέσα του σαν «γονίδιο». Ένα γονίδιο που θέλει να εκφραστεί και βρίσκει την ευκαιρία να το κάνει στις σχέσεις.

Ο μπαμπάς μου, η μαμά μου κι εγώ ως παιδί, συναντούμε τον μπαμπά σου, τη μαμά σου κι εσένα ως παιδί. Αναπόφευκτα λοιπόν όταν χρειάζομαι τρυφερότητα, ψάχνω σε σένα την μαμά μου. Αν η δική σου μαμά απέφευγε να εκφράσει τρυφερότητα, τότε φοβάσαι να μου τη δώσεις. Είναι η σχέση μέσα σου με τη μαμά σου που σε εμποδίζει.

Το εγώ, η έννοια του εγώ, δεν υπάρχει χωρίς σχέση. Είναι τρομακτικό αλλά δεν υπάρχουμε χωρίς τον άλλον. Αν υπάρχω ψυχικά πνευματικά αλλά και σωματικά, αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει κάποιος άλλος με τον οποίο είμαι σε σχέση. Στην αρχή της ζωής η έλλειψη του άλλου σημαίνει θάνατο. Οπότε είναι ζωτικής σημασίας να μπορεί να κάνει κανείς σχέσεις.

Συνάπτουμε λοιπόν σχέσεις, και ασυνείδητα -χωρίς να το καταλαβαίνουμε- ξαναζούμε την σχέση μας με τους γονείς μας. Ακόμα κι όταν κάποιος μεγάλωσε σε μονογονεϊκή οικογένεια, ακόμα και τότε η σχέση που ζει κανείς μέσα του δεν είναι μόνο με τον ένα γονέα αλλά και με την «έλλειψη» του άλλου.

Η έλλειψη του άλλου μας μαθαίνει να ζούμε με τη ματαίωση. Στην αρχή της ζωής όμως δεν πρέπει να λείπει η μητρική φιγούρα. Γιατί μετά το παιδί βάζει μέσα του την απουσία (μητρική φιγούρα μπορεί να είναι και ο μπαμπάς αν έχει τη δυνατότητα να παίξει αυτό το ρόλο). Το να λείπει η μαμά για πάρα πολύ όταν είμαι μωρό, είναι από τα πιο τρομακτικά ψυχικά γεγονότα. Με πρώτο στη λίστα να είναι η «μή απάντηση». Όταν δηλαδή δεν σου απαντάει η μαμά. Είναι το χειρότερο για ένα μωρό. Ο κόσμος είναι πάρα πολύ φοβιστικός, από παντού ξεπηδάνε τρομακτικές σκιές, εικόνες, φωνές. Το εγώ δεν μπορεί εκεί να είναι συμπαγές.

Άρα ότι κουβαλάει ο καθένας από τις σχέσεις του με τη μητέρα του και τον πατέρα του (και την σχέση που έχουν μεταξύ τους οι γονείς) το φέρνει στην σχέση αυτόματα. Αυτό κάνει την σχέση να διαμορφώνεται ως ένα σύστημα πολλαπλών σχέσεων που μπερδεύονται μεταξύ τους. Αν βάλουμε και τις σχέσεις με τα αδέρφια καθώς και τα διάφορα γεγονότα που συμβαίνουν στην ζωή, τότε όλα γίνονται πιο πολύπλοκα.

Στην θεραπεία, ο εκπαιδευμένος θεραπευτής αυτό το γνωρίζει. Δουλειά του είναι να έχει κάνει ο ίδιος εκπαίδευση, και θεραπεία. Εκτός από τις θεωρητικές σπουδές ψυχολογίας, ψυχιατρικής, ψυχοθεραπείας κτλ. Να ξέρει το δικό του τρίγωνο καλά, πως επηρεάζει τον ίδιο και τις σχέσεις του. Η πολύχρονη αυτή διαδικασία τον φέρνει στην θέση να μπορεί αφενός να μην μπλέκει το δικό του τρίγωνο στην θεραπεία του άλλου (αν το μπλέξει δεν πάει καλά η θεραπεία) και αφετέρου να μπορεί να δει σε ποιο σημείο συγκρούονται μεταξύ τους οι σχέσεις των ασθενών με τους γονείς τους.

Αυτό συμβαίνει έτσι κι αλλιώς είτε στην ατομική θεραπεία, είτε στην θεραπεία ζεύγους, είτε στην ομαδική θεραπεία. Έτσι λοιπόν οι φίλοι όσο και αν έχουν διάθεση να βοηθήσουν, δεν μπορούν. Πολύ περισσότερο οι ίδιοι οι γονείς βέβαια δεν μπορούν να το κάνουν αυτό.

Στην καθημερινή μας ζωή ως ένα σημείο κάνουμε διορθωτικές κινήσεις με τους άλλους. Είναι μια μορφή θεραπείας αλλά δεν είναι η σωστή. Σε κάποια σημεία διδασκόμαστε κάτι αν ο άλλος έχει λύσει κάποια θέματα ή αν ειχε σχετικά ομαλή ανάπτυξη. Αλλά αυτό είναι δύσκολο γιατί έτσι κι αλλιώς πάντα υπάρχουν πράγματα που είναι ασυνείδητα.

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας είναι ασυνείδητο. Δεν το γνωρίζουμε. Οπότε θα ήταν σημαντικό εάν μπορούσαμε να βοηθάμε τα παιδιά να γνωρίζουν την ψυχική τους ζωή. Να είναι σε επαφή με αυτή. Έτσι καταλαβαίνει κανείς γιατί αισθάνεται μίσος, γιατί αισθάνεται ότι θέλει να δώσει, γιατί δεν μπορεί να αντιδράσει όταν δέχεται επίθεση, γιατί του αρέσει να πονάει τους άλλους, γιατί αποτυγχάνει ενώ έχει πραγματικές δεξιότητες, γιατί δεν μπορεί να ολοκληρώσει ποτέ μια δουλειά, γιατί αναβάλλει συνέχεια όσα θέλει να κάνει, γιατί βγάζει ανταγωνισμό, γιατί γίνεται επιθετικός, γιατί διαλέγει σχέσεις που οι άλλοι αδιαφορούν, και δεκάδες αλλά πράγματα που είναι μέσα μας αλλά τα αγνοούμε.

Για να γίνει όμως αυτό με τα παιδιά, θα πρέπει να βρούμε τον τρόπο εμείς οι ενήλικες να ψάξουμε τον εαυτό μας. Πρώτα εμείς. Και μετά μπορούμε να μεγαλώσουμε σωστά τα παιδιά μας. Έχω πολλούς γονείς που μέσα σε διάστημα ενός δυο ετών άλλαξαν προς το καλύτερο την σχέση τους με τα παιδιά τους, γιατί βρήκαν τί τους εμπόδιζε στην επικοινωνία τους. Είναι πολλοί οι γονείς που αγαπάνε μέσα τους τα παιδιά τους και που δεν μπορούν να τους το δείξουν. Και πολλά ζευγάρια που μόλις είδαν δυο τρία πράγματα που δεν πήγαιναν καλά μεταξύ τους, κατάφεραν να πλησιάσουν αυτές τια δυσκολίες. Φωτίσαμε λίγο το ασυνείδητο δηλαδή. Είδαν οι άνθρωποι την ζωή που ζουν μέσα τους με τους δικούς τους γονείς κι έτσι βρήκαν τον τρόπο να λύσουν προβλήματα που τους ταλαιπωρούσαν και απειλούσαν τη σχέση.

Η τριγωνική δομή των σχέσεων είναι σημαντική γιατί δίνει ασφάλεια στο άτομο. Είναι ο μπαμπάς και η μαμά που μέσα μας μας προστατεύουν. Ωστόσο όταν κάτι είναι άλυτο εκεί, όταν κάτι είναι μπερδεμένο, όταν δεν το ξέρουμε δηλαδή, τότε είναι εύκολο να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Θυμώνει ο άλλος και δε μπορεί να καταλάβει γιατί. Παθαίνει κατάθλιψη δεν ξέρει γιατί. Έπαθε κρίση πανικού, νιώθει ότι τρελαίνεται, δεν ξέρει γιατί. Φωνάζει στο παιδί του, δεν ξέρει γιατί. Μετά έρχονται οι ενοχές, η ντροπή, η τιμωρία, βαραίνει κανείς.

Οπότε αν προσπαθούμε να τα λύσουμε όλα αυτά είναι για να ζούμε πιο εύκολα. Ουσιαστικά δηλαδή πιο συνειδητά. Οι σχέσεις μετά γίνονται ευχάριστες, όπως πρέπει να είναι. Τα παιδιά μας, μεγαλώνουν καλύτερα. Και όλοι μας μαθαίνουμε ότι μπορούμε να προσπαθήσουμε για να καταλαβαίνουμε και τον άλλον. Αυτό αν συμβεί στην οικογένεια, τότε μετά θα συμβεί και στην κοινότητα, και στην πολιτεία.

Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Δεν είναι τα συμπτώματα το πρόβλημα. Τα συμπτώματα θεραπεύονται. Εκείνο στο οποίο χρειάζεται να δώσουμε μεγαλύτερη σημασία, είναι οι σχέσεις μεταξύ μας.

Αυτή είναι η πραγματική θεραπεία στην ουσία της. Εκεί που μπορούμε να βρούμε πραγματικά νόημα σε αυτό τον δύσκολο και μάταιο κόσμο αλλά και σε έναν κόσμο μέσα στον οποίο μας δόθηκε η τρομερή ευκαιρία να υπάρξουμε, να ζήσουμε και να συσχετιστούμε.

ΠΗΓΗ: