Monday, 21 September 2015

Mental effort is contagious


If you're about to dive into a piece of work that requires intense mental focus, you might find it helps to sit next to someone else who is concentrating hard. According to an ingenious new study published inPsychonomic Bulletin and Review, mental exertion is contagious: if a person near you is straining their synapses in mental effort, their mindset will automatically intensify your own concentration levels.

Psychologists have known since at least the 1960s that the presence of other people affects our own performance in predictable ways. For example, the 1965 Social Facilitation Theory describes how the presence of other people makes it easier to perform well-rehearsed, automatic behaviours. Yet company can also be distracting and make it more difficult to perform behaviours that require mental control.

Kobe Desender at Vrije Universiteit in Belgium and his colleagues wanted to build on these findings by testing whether it makes a difference to our performance what other people present are doing – and specifically, if someone else is using a lot of mental effort, does that affect how much mental effort we exert ourselves?

Thirty-eight participants (20 women; average age 22) performed a version of what's known as the "Simon task" in pairs. Coloured squares appeared on either the left or right-hand side of a computer screen. When two of the four possible colours of square appeared, the person sat to the left of the screen was required to press the 'd' keyboard key as fast as possible with their left hand. When either of the two other possible coloured squares appeared, the person on the right was required to press the 'k' key as fast as possible with their right hand. Superior performance is revealed through faster responding and fewer errors. Although the task was performed in pairs in this way, there was no need or possibility for collaboration between partners, nor was there any competition.



Image from Desender et al, 2015. (A) shows the set-up for the first experiment, (B) for the second experiment.
An important thing to understand about this task is that it was easier for participants to respond to a target square (i.e. one that was a colour that they had been instructed to respond to) when it appeared on the same side that they were sitting, and that was therefore also the same side as the hand they were using to respond – that is, when the target and response were congruent. Also, the higher the proportion of congruent trials that a participant was subjected to, the easier the task would become, because they could switch to a more automatic mode of responding.

The researchers manipulated task difficultly individually for each person in a pair by varying their proportion of congruent versus incongruent trials. The issue of stimulus-repsonse congruence also provided an ready indicator of a person's concentration levels. If a person was trying really hard, their performance would be less affected by whether their target squares were congruent or not.

Desender and his team were especially interested in those instances when they made the task super difficult for one participant (he or she had only 10 per cent congruent trials), but they kept the difficulty medium for the other participant (they had a 50/50 mix of congruent and incongruent trials). In this situation, the participant in the difficult version was required to use maximum mental effort to succeed. The intriguing finding is that this mental effort influenced their partner. A person playing alongside someone who was forced to concentrate really hard was themselves less influenced by their own targets' congruency – a sure sign that they too were trying harder than normal. Somehow one person's hidden mental effort seemed to influence the other.

Further analysis confirmed that this effect was not caused simply by one player mimicking the other's response speed. Nor was it that the participants were influenced by looking at their partner's ratio of congruent and incongruent trials and seeing that their task was more difficult. The researchers ruled out this possibility in a follow-up study in which each player had their own display, and a piece of cardboard stopped them from being able to see their partner's squares (see figure B above).

The researchers don't know what led one player's levels of mental effort to contaminate their partner, but they speculate that perhaps it had to do with body posture. Maybe the person forced to concentrate extra hard adopted a more tense body posture and this sign of mental effort automatically influenced their partner to also concentrate extra hard. However, they added that a "more radical hypothesis should also be considered, such as the possibility that effort exertion is influenced by a difference in scent of someone else exerting high or low effort."

_________________________________ 
SOURCE:
http://digest.bps.org.uk/2015/09/mental-effort-is-contagious.html(accessed 21.9.15)

Desender, K., Beurms, S., & Van den Bussche, E. (2015). Is mental effort exertion contagious? Psychonomic Bulletin & Review DOI: 10.3758/s13423-015-0923-3

Tuesday, 15 September 2015

Πώς να κατανοήσω το άγχος που με κυριεύει;



Γράφει η Ίντα Ελιάου,

Συμβουλευτική Ψυχολόγος (BSc, MSc, PGDip.,MA)



Tο άγχος είναι μια διάχυτη αίσθηση ανησυχίας προς την αναμονή κάποιου άγνωστου, ασαφούς και αόριστου κινδύνου.

Το άγχος το βιώνουμε όλοι μας καθημερινά, λίγο ή πολύ. Αυτό συμβαίνει διότι μονάχα αυτή η αίσθηση ανησυχίας μπορεί να μας προφυλάξει από απειλές και κινδύνους αφού προετοιμάζει το σώμα μας να αντιδράσει έτσι ώστε να προστατέψουμε τον εαυτό μας.

Π.χ.1. Ο διευθυντής μας ανακοινώνει

πως θέλει να μας μιλήσει ιδιαιτέρως.

Είναι φυσιολογικό να αγχωθούμε εφόσον υπάρχει περίπτωση να απειλείτε η επαγγελματική μας ισορροπία. Το άγχος που αισθανόμαστε θα μας βοηθήσει να είμαστε πιο έτοιμοι να απαντήσουμε σε ερωτήσεις γρήγορα και επαγγελματικά. Π.χ.2. Ετοιμαζόμαστε για εξετάσεις υγείας στο νοσοκομείο. Είναι φυσιολογικό να αγχωθούμε μη ξέροντας σε τι κατάσταση βρίσκεται η υγεία μας. Το άγχος μας προετοιμάζει για κριτική σκέψη και περαιτέρω δράση σε περίπτωση που τα αποτελέσματα είναι αρνητικά. Επομένως, το άγχος μπορεί να είναι καλό αφού μας βοηθά να αντιδράσουμε αποτελεσματικά σε άγνωστες καταστάσεις.

Το άγχος γίνετε προβληματικό όταν μετατρέπεται σε κάτι το έντονο και παρατεταμένο σε καταστάσεις που δεν είναι ούτε απειλητικές ούτε άγνωστες. Π.χ. Αγχωνόμαστε όταν είναι να πάμε για ψώνια στο τοπικό σούπερ-μάρκετ. Σε αυτήν την περίπτωση το άγχος δε μας προστατεύει από επικίνδυνες καταστάσεις παρά εμποδίζει την καθημερινή ζωή μας.

Μερικά είδη τέτοιου άγχους είναι: γενική αγχώδης διαταραχή (διάχυτη, ακαθόριστη ανησυχία που καταλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες του ατόμου), διαταραχή πανικού (προσβολές έντονου άγχους που εμφανίζονται ξαφνικά και χαρακτηρίζονται από κορύφωση άγχους πριν την ύφεσή του, με σωματικά συμπτώματα), ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (άγχος ως συνέπεια της προσωπικότητας π.χ τελειομανία), διαταραχές συνδεόμενες με το stress, φοβικές διαταραχές (έντονος και υπερβολικός φόβος για κάποιο αντικείμενο ή κατάσταση), διαταραχή άγχους αποχωρισμού, άλλες αγχώδεις διαταραχές (λόγω ασθενειών).



ΑΙΤΙΑ ΑΓΧΟΥΣ:


Το άγχος σου μπορεί να προέρχεται από 1) οργανικά, 2) βιολογικά ή 3) ψυχολογικά αίτια.

1) Υπάρχουν κάποιες ασθένειες οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν άγχος όπως και η λήψη ορισμένων φαρμάκων . Μερικές μόνο από αυτές τις ασθένειες είναι: Επιληψία, όγκοι, καρκίνοι, σκλήρυνση κατά πλάκας, ενδοκρινικές διαταραχές εμμηνόπαυση, έμφραγμα, πνευμονία, ρευματοειδής αρθρίτιδα, AIDS, Φυματίωση, λοιμώδης μονοπυρήνωση. Μερικές από τις ουσίες που μπορεί να προκαλέσουν άγχος είναι: Αμφεταμίνες, νικοτίνη, υπνωτικά, οινόπνευμα, καφεΐνη, κοκαΐνη, κάνναβης, αναλγητικά.



2) Βιολογικά αίτια άγχους συνδέονται με την αυξημένη δραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος όπως και του νοραδρενεργικού. Επίσης με την υπολειτουργία του σεροτονινεργικού και γκαμπαμινεργικού νευροδιαβιβαστικού συστήματος.





3) Ψυχολογικά αίτια συνδέονται με εμπειρία θανάτου και απώλειας, ατυχήματα, τραύμα (κλοπή, διαζύγιο, πόλεμος, τρομοκρατία, βία, κακοποίηση κτλ.), απώλεια υγείας, συνειδητοποίηση θνησιμότητας, ενδοψυχικές συγκρούσεις π.χ. διλλήματα, παλιότερες οικογενειακές εμπειρίες που έχουν μαθευτεί ή έχουν περάσει στο υποσυνείδητο, χαμηλή αυτοπεποίθηση, διαπροσωπικές δυσκολίες, ακόμα και θετικές αλλαγές όπως γάμος ή μια επιθυμητή μετακόμιση.

Γενικά το πιο σύνηθες είναι το άγχος να σχετίζεται με περισσότερες από μία από τις τρεις μεμονωμένες κατηγορίες π.χ. οργανικά αίτια μπορούν να προκαλέσουν άγχος το οποίο διατηρείται και γίνετε εντονότερο λόγο ψυχολογικών αιτιών.





ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο κάθε άνθρωπος το άγχος είναι διαφορετικός. Επομένως, και τα συμπτώματα του άγχους (είτε ψυχολογικά είτε σωματικά) ποικίλουν από άτομο σε άτομο.

Τα παρακάτω είναι μερικά από τα συμπτώματα που μπορεί να συναντήσει κανείς χωρίς να σημαίνει πως θα τα έχει όλα.


ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ

ΣΩΜΑΤΙΚΑ


Ανησυχία

Ταχυκαρδία


Ανυπομονησία

Εφίδρωση


Εκνευρισμός

Τρόμος, συσπάσεις μυών


Ευερεθιστότητα

Δύσπνοια


Αγωνία, ακαθόριστος φόβος

Αίσθημα πνιγμού


Δυσχέρεια στη συγκέντρωση

Βάρος στο στήθος


Διαταραχές μνήμης

Ζαλάδα, ναυτία, τάση για λιποθυμία


Διάσπαση προσοχής

Αίσθημα ζέστης ή κρύου, ιδρώτας


Επιλεκτική προσοχή

Εξάψεις




Ξηροστομία




Μούδιασμα των άκρων, πόνοι μυών, πονοκέφαλος




Συχνουρία




Διάρροια/ δυσκοιλιότητα




Πόνοι στο στομάχι




Υπέρταση




Κινητική ανησυχία




Έλλειψη ενδιαφέροντος για σεξ




Δυσκολία στον ύπνο




Ανορεξία


Τα συμπτώματα μπορεί να σε ανησυχούν αλλά ΔΕΝ είναι επικίνδυνα. Δε σημαίνει πως θα τρελαθείς ή πως θα πάθεις καρδιακή προσβολή ή πως θα πεθάνεις. Όλοι βιώνουμε άγχος άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο και συνήθως η κατάσταση καλυτερεύει.

Παρ’ όλ’ αυτά, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η ύπαρξη κάποιων από αυτά τα συμπτώματα μπορεί να είναι συμπτώματα έλλειψης σωματικής υγείας παρά άγχους Π.χ. συμπτώματα κόπωσης, αδυναμίας, ζαλάδα και πόνος στο σώμα μπορούν να είναι συμπτώματα γρίπης. Επομένως ο παθολόγος θα πρέπει να είναι πάντα ο πρώτος σου σταθμός. Μονάχα όταν είναι σίγουρο πως τα συμπτώματά σου δεν έχουν οργανικά/βιολογικά αίτια και το άγχος σου είναι επίμονο είναι καλό να επισκεφτείς ψυχολόγο.





ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ;

Ο ψυχολόγος θα σε βοηθήσει να καταλάβεις τη φύση του άγχους σου και τα αίτια του.

Στη συνέχεια θα δουλέψετε μαζί ώστε να αποδεχτείς το άγχος σου, το οποίο είναι μια φυσιολογική αντίδραση προς κάτι, και να κατανοήσεις τον τρόπο και το χρόνο επίδρασης του επάνω σου.



Έτσι σταδιακά θα αποκτήσεις την ικανότητα να αντιμετωπίζεις αυτό το κάτι που σου προκαλεί άγχος με τη βοήθεια νέων τρόπων σκέψεως και συμπεριφοράς που θα υιοθετήσεις.



ΕΣΥ:


Όσο και αν σου ακούγεται περίεργο, εσύ είσαι αυτός που μπορεί να βοηθήσεις τον εαυτό σου περισσότερο από κάθε άλλον.

Μόνο εσύ γνωρίζεις τον εαυτό σου αρκετά καλά ώστε να αντιληφθείς πως κάτι δεν πάει καλά.

Mόλις αντιληφθείς πως κάτι δεν πάει καλά, ΣΤΑΜΑΤΑ.

Τίποτα δεν θα χαθεί ή θα καταστραφεί εάν σταματήσεις για λίγο να πάρεις μια ανάσα. Δώσε χρόνο στον εαυτό σου να σκεφτεί τι συμβαίνει. Να ξεκουραστεί. Καλύτερα να σταματήσεις από μόνος σου για λίγο παρά να σταματήσεις επ’ αόριστον όταν το σώμα σου δεν θα αντέχει άλλο.



Τρως καλά; Μια υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή με άφθονα φρούτα και λαχανικά πάντα προοιωνίζει μια ισορροπημένη ψυχική υγεία.



Επιβαρύνεις τον εαυτό σου με καταχρήσεις όπως τσιγάρα, ναρκωτικά, αλκοόλ, ξενύχτια; Αν δε σεβαστείς το σώμα σου τότε δε θα σε σεβαστεί ούτε αυτό.



Γυμνάζεσαι αρκετά; Έχεις καλό βάρος;



Χρειάζεσαι βοήθεια; Το να γνωρίζει κανείς τα όριά του και να μπορεί να ζητά βοήθεια όταν το χρειάζεται δεν είναι ντροπή αλλά ένδειξη θάρρους, αυτογνωσίας και σεβασμού προς τον ίδιο του τον εαυτό. Εσύ ξέρεις εάν χρειάζεσαι βοήθεια, εσύ πρέπει να τη ζητήσεις.



Κανείς δε θα σεβαστεί και δε θα προσέξει τον εαυτό σου εάν δε το κάνεις εσύ ο ίδιος. Είναι δική σου ευθύνη και υποχρέωση.


ΠΗΓΗ:

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα, ‘Καστοριανή Εστία’, 03.09.15, Αριθμός Φύλλου: 723, σελ. 6-7.


Αιματολογικό τεστ μετράει το πόσο γρήγορα γερνάμε




Το τεστ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για παθήσεις που σχετίζονται με το γήρας.

Το πρώτο αιματολογικό γενετικό τεστ που μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα γήρανσης του σώματος -και κατ’ επέκταση τον κίνδυνο πρόωρης εκδήλωσης γεροντικής άνοιας και Αλτσχάιμερ- ανέπτυξε μια πολυεθνική ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής τον καθηγητή Ιατρικής του King’s College, Τζέιμς Τίμονς. Οι ερευνητές πραγματοποίησαν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Genome Biology. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το τεστ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και για άλλες παθήσεις που συνδέονται με το γήρας.

Η ομάδα των μελετητών ανέλυσε τον βαθμό ενεργητικότητας ορισμένων γονιδίων τόσο στο αίμα όσο και στον εγκέφαλο δύο ηλικιακών ομάδων: των 65χρονων και των 25χρονων. Το τεστ που δημιούργησαν οι επιστήμονες μετράει τη ζωτικότητα των επιλεγμένων γονιδίων-κλειδιών για την εκτίμηση της διαφοράς μεταξύ χρονολογικής και βιολογικής ηλικίας. Η βιολογική ηλικία μπορεί να διαφέρει από την πραγματική ηλικία ενός ατόμου. Οσο πιο δραστήρια είναι τα 150 γονίδια-κλειδιά στα άτομα της τρίτης ηλικίας τόσο περισσότερο μειώνονται οι πιθανότητες εκδήλωσης άνοιας. «Οι περισσότεροι άνθρωποι αποδέχονται ότι όλοι οι 60χρονοι δεν είναι ίδιοι, αλλά ώς τώρα δεν υπήρχε ένα αξιόπιστο τεστ για να αποκαλύψει τη βιολογική ηλικία σε αντιδιαστολή με τη χρονολογική», είπε ο Τίμονς. «Η ανακάλυψη μας παρέχει την πρώτη αξιόπιστη μοριακή “υπογραφή” της βιολογικής ηλικίας στους ανθρώπους και θα πρέπει να αξιοποιηθεί στον τρόπο που λαμβάνονται οι ιατρικές αποφάσεις», πρόσθεσε. Το νέο αιματολογικό τεστ είναι σε θέση να διακρίνει σε πρώιμο στάδιο τον κίνδυνο νευροεκφυλιστικών παθήσεων λόγω προχωρημένης βιολογικής ηλικίας του εγκεφάλου, παρά την απουσία σχετικών συμπτωμάτων. Η έγκαιρη διάγνωση του Αλτσχάιμερ μπορεί να συμβάλει στην πιο αποτελεσματική επιβράδυνση των επιπτώσεών της. Σύμφωνα με τον Τίμονς, η «ψαλίδα» μεταξύ βιολογικής και χρονολογικής ηλικίας γίνεται ορατή μετά την ηλικία των 40 ετών.

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι το τεστ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την εκτίμηση της «νεανικότητας» των οργάνων δωρητών που προορίζονται για μεταμόσχευση. Οσο πιο βιολογικά γερασμένο είναι ένα όργανο τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να απορριφθεί από τον οργανισμό του ασθενούς που δέχεται τη μεταμόσχευση. Συνήθως τα όργανα από δωρητές άνω των 70 δεν αξιοποιούνται. Χάρη στο νέο τεστ, όμως, είναι δυνατός πλέον ο αξιόπιστος υπολογισμός της βιολογικής ηλικίας του οργάνου που μπορεί να είναι στην πραγματικότητα μικρότερη.

ΠΗΓΗ:
http://www.kathimerini.gr/829993/article/epikairothta/episthmh/aimatologiko-test-metraei-to-poso-grhgora-gername(accessed 15.9.15)


Friday, 4 September 2015

Τι είναι οι ομάδες Ακούγοντας Φωνές


Οι ομάδες Ακούγοντας Φωνές είναι χώροι συζήτησης στους οποίους τα άτομα που ακούνε φωνές που μοιράζονται αυτή την εμπειρία μπορούν να συναθροιστούν για να μοιραστούν συναισθήματα, να πάρουν υποστήριξη, να ανταλλάξουν στρατηγικές αντιμετώπισης και να μειώσουν τα αισθήματα του στίγματος, της απομόνωσης και της δυσφορίας (βλ. Romme & Escher, 1989b, 2000; Downs, 2005; Dillon, 2006). Μερικές φορές η ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει συγγενείς, φίλους και συμμάχους ανθρώπων που ακούνε φωνές και οι επαγγελματίες μπορεί να ζητήσουν την άδεια για να παρακολουθήσουν, με σκοπό να βελτιώσουν την ικανότητά τους να βοηθούν και να υποστηρίζουν τους πελάτες τους.

Διαφορετικές ομάδες μπορεί να ποικίλουν ως προς την έμφαση που δίνουν στην υποστήριξη, στη διερεύνηση συναισθηματικών ζητημάτων και στην επιμόρφωση/οργάνωση εκστρατειών και μπορούν να συμπληρώνουν την ατομική ψυχοθεραπευτική υποστήριξη, εξοπλίζοντας τα μέλη τους με αυτοπεποίθηση για να δουλέψουν πιο βαθιά με τα υποκείμενο συναισθηματικά και κοινωνικά ζητήματα της εμπειρίας τους με τις φωνές. Έτσι, τα μέλη συχνά θα χρησιμοποιήσουν την ομάδα για διαφορετικούς σκοπούς και με διαφορετικούς τρόπους, και για το λόγο αυτό, γενικώς δεν είναι βοηθητικό να αξιολογεί κανείς τις ομάδες με όρους μετρήσιμων αποτελεσμάτων, όπως είναι ο αριθμός παρουσιών, καθώς αυτό είναι κάτι που κυμαίνεται ανάλογα με τις ανάγκες, τις απαιτήσεις και τις προσωπικές συνθήκες που αλλάζουν (Downs, 2005). Γενικά, τα περισσότερα μέλη θα βρουν σημαντική ανακούφιση και καθησύχαση απλώς επειδή υπάρχει η ομάδα, ακόμα και αν τη χρησιμοποιούν διακεκομμένα.

Μέσα στις ομάδες προκύπτουν πολλές χρήσιμες διαδικασίες. Καταρχάς, η ατμόσφαιρα αμοιβαίας και συλλογικής εμπλοκής σημαίνει ότι παίζουν έναν καίριο ρόλο στην παροχή «ενός ασφαλούς καταφυγίου, όπου οι άνθρωποι νιώθουν αποδοχή και άνεση» (Downs, 2005: p.5). Επειδή το να ακούς φωνές είναι μια τόσο μοναχική, απομονωτική εμπειρία, το να παρέχεις έναν ασφαλή χώρο όπου τα συναισθήματα μπορούν να συζητηθούν ελεύθερα και χωρίς λογοκρισία συχνά αποδεικνύεται ενδυναμωτικό σε τεράστιο βαθμό. Η σιωπή μπορεί να είναι μια αναπηρία και η Escher (1993) έχει πάρει συνεντεύξεις από πολυάριθμους ανθρώπους που ακούνε φωνές, με σκοπό να αποσαφηνίσει τα πλεονεκτήματα του να μιλάει κάποιος για τις φωνές του σε ένα κοινό με κατανόηση. Τα ευρήματα της μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Το να καταπιάνεσαι με την εμπειρία μπορεί να βοηθήσει να αναγνωρίσεις στοιχεία που επαναλαμβάνονται (π.χ. σύνδεση αρνητικών συναισθημάτων με μια αρνητική φωνή).
Η συζήτηση μπορεί να ενεργοποιήσει την αποδοχή της εμπειρίας του να ακούς φωνές και να βοηθήσει να καλλιεργήσεις μια υγιή ταυτότητα ως κάποιος που ακούει φωνές.
Μέσω της αναγνώρισης και διερεύνησης πιθανών νοημάτων, τα άτομα μπορεί να αρχίσουν να διαπραγματεύονται και να βελτιώνουν τη σχέση τους με τις φωνές.
Το να αναγνωρίζουν τα άτομα τη δική τους κατάσταση μέσα στις εμπειρίες άλλων μπορεί να τα επιβεβαιώνει και να επικυρώνει τις εμπειρίες τους.
Ενώ η αποφυγή μπορεί να προκαλέσει αισθήματα αδυναμίας και άγχους, το να μιλάς μπορεί να μειώσει την απομόνωση και το φόβο.

Αυτή η συγκέντρωση συλλογικών πηγών και δυνατοτήτων μπορεί να αποδειχτεί ένα τεράστια θετικό, ενδυναμωτικό φαινόμενο και πηγή επιβεβαίωσης. Ο Ron Coleman, του οποίου ο θρίαμβος πάνω στην αγωνία του να ακούει φωνές είναι καλά καταγεγραμμένος (π.χ. James, 2001; Laurance, 2003; Coleman, 2004), χρησιμοποιεί μια αναλογία με το ταξίδι για να περιγράψει την πορεία προς την επανάκτηση της ζωής ενός ανθρώπου. Παρόλο που είναι επώδυνο και κοπιαστικό, το ταξίδι γίνεται πιο εύκολο με ένα καλό χάρτη της περιοχής – και αυτό είναι κάτι που μπορούν να προσφέρουν οι ομάδες αυτοβοήθειας. Στην προσπάθεια αλλαγής από «θύμα σε νικητή» (Coleman and Smith, 2006), η πρακτική ίαση από τη δυσφορία συμβαδίζει με το να μαθαίνεις να καταλαβαίνεις τον εαυτό σου και τις εμπειρίες σου – και το πιο ισχυρό εργαλείο για την αλλαγή είναι η προσθήκη των προσωπικών σου στοιχείων. Παρομοίως, ο White (1996) έχει γράψει ένα χρονικό των εμπειριών του από το συντονισμό ομάδων αυτοβοήθειας που το έχει τιτλοφορήσει «Δύναμη στα ταξίδια μας», στο οποίο τα μέλη περιγράφουν πως η αίσθηση αναγνώρισης, δικαιοσύνης, αλληλεγγύης και «ελαφρότητας της ύπαρξης» που παρείχε η ομάδα, τους βοήθησαν να αναζωπυρώσουν την αγάπη τους για τη ζωή.

Ενώ οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορούν να βοηθήσουν στην οργάνωση τέτοιων πρωτοβουλιών αυτοβοήθειας, δεν μπορούν, εξ ορισμού, να τις εφοδιάσουν ή να είναι υπεύθυνοι για αυτές. Με αυτό κατά νου, για να είναι σίγουρο ότι οι αξίες του HVN δεν εκφυλίζονται ή αποικούνται από καλοπροαίρετους αλλά παραπλανημένους εργαζόμενους, το δίκτυο έχει αναπτύξει έναν καταστατικό χάρτη της ομάδας που αναφέρεται σε τέτοια ζητήματα εξουσίας, κατοχής και ευθύνης, για να εξασφαλίσει ότι οι ομάδες λειτουργούν με το ήθος του HVN.

Επιπλέον, σε αντίθεση με τις κλινικές οπτικές κατά τις οποίες η αυτοβοήθεια οργανώνεται με όρους διαγνωστικών κατηγοριών (σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη), το HVN υποστηρίζει ότι οι ομάδες οργανώνονται απλώς βάσει της εμπειρίας που είναι κοινή μεταξύ κάποιων ανθρώπων (να ακούνε φωνές), άσχετα από το ψυχιατρικό καθεστώς. Ενώ οι επαγγελματίες μπορεί να συνεργάζονται με αυτούς που ακούν φωνές σε συμβουλευτικό επίπεδο ή για να παρέχουν πόρους και υποδομές, η ομάδα καθοδηγείται από χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγείας και τα μέλη αναζητούν λύσεις μέσα στο δικό τους πλαίσιο αναφοράς, ανεξαρτήτων οποιωνδήποτε ιατρικών συναντήσεων. Τα άτομα έχουν την ευκαιρία να μάθουν να καταλαβαίνουν ότι οι φωνές τους είναι συμβολικές και έχουν νόημα και ενθαρρύνονται να συμμετέχουν ενεργά – όχι να είναι ασθενείς. Η προσωπική εναισθησία αξιολογείται υψηλότερα από την ιατρική γνώση και σε όλους αναγνωρίζεται μοναδική σοφία και κατανόηση και θεωρούνται ειδικοί σχετικά με τις εμπειρίες τους. Επίσης, μια διάδοση αμοιβαίας υποστήριξης και ενθάρρυνσης διαρρηγνύει το κλισέ ότι τα άτομα που έχουν μια ψυχιατρική διάγνωση πρέπει πάντα να είναι λήπτες – παρά πάροχοι – φροντίδας. Αντίθετα, οι ομάδες μπορούν να προσφέρουν ένα ασφαλές χώρο όπου διαφορετικά μέλη μπορούν να ακούσουν ιστορίες που τα καθησυχάζουν και τα ενδυναμώνουν σχετικά με το πώς οι άλλοι έχουν μεταμορφώσει τις σχέσεις τους με τις εμπειρίες τους από τις φωνές που ακούν. Μέσα στις ομάδες οι άνθρωποι λένε τις ιστορίες τους σχετικά με το ποιοι είναι και τι έχουν περάσει, αναπτύσσοντας έτσι μια πιο δυνατή αίσθηση αυτονομίας, ταυτότητας και αποφασιστικότητας – ένας χώρος όπου γεννιέται το θάρρος να αντικρίζει κάποιος τους φόβους του. Αυτό το είδος αυτοβοήθειας δεν μπορεί να υπαγορευτεί από άλλους, απαιτεί το θάρρος να ξεκινήσεις μια πορεία αυτό-ανακάλυψης (Reeves,1997).

Ενώ η ορθόδοξη ψυχιατρική βλέπει ως μαναδικό σκοπό τη μείωση και καταπίεση των φωνών, το κίνημα αυτών που ακούνε φωνές προσφέρει ένα εναλλακτικό παράδειγμα το οποίο τις βλέπει ως φέρουσες νόημα, ερμηνεύσιμες και προερχόμενες από το πλαίσιο της προσωπικής ιστορίας του ατόμου. Έτσι, μιλώντας για τις φωνές τους και βρίσκοντας θετικούς τρόπους επικοινωνίας μαζί τους, αυτοί που ακούν φωνές μπορούν να μάθουν να δίνουν στις φωνές τους ένα προσωπικό και θετικό νόημα, να τα βγάζουν πέρα μαζί τους με τρόπο αποτελεσματικό και να δημιουργούν μια ζωή μέσα στην οποία ενσωματώνονται οι φωνές. Μέσα σε αυτή την εξίσωση, η ανάρρωση και η ενδυνάμωση είναι οι κύριοι αντικειμενικοί στόχοι και η αυτοβοήθεια είναι η κινητήριος δύναμη. Ενώ οι πρωτοβουλίες αυτοβοήθειας και η κοινωνική υποστήριξη παρέχουν αμοιβαία ενθάρρυνση και δημιουργικές ιδέες για να βοηθήσουν τα άτομα να πάρουν πίσω τον έλεγχο των φωνών και των ζωών τους, τα ιδανικά χειραφέτησης του HVN υποστηρίζουν τα άτομα για να αντιληφθούν τις εμπειρίες τους ως αποδεκτές και με νόημα, αναδιατυπώνοντας το να ακούν φωνές φωνών ως μια ιδιαίτερη, περίπλοκη και σημαντική εμπειρία που μπορεί να ζήσει κάποιος μαζί της, παρά ως μια ατυχή βιολογική ανωμαλία που θα υπομείνει. Επιπλέον, δίνεται όλο και περισσότερο προτεραιότητα στον ειδικό βάσει εμπειρίας και οι ακαδημαϊκές, κλινικές και επαγγελματικές βάσεις γνώσεων συνεργάζονται με τους ίδιους τους ανθρώπους που ακούνε φωνές με ακόμα πιο ισόνομους τρόπους.

ΠΗΓΗ:
http://www.hearingvoices.gr/index.php/el/2012-07-18-09-44-12/2012-07-18-09-44-54(accessed 4.9.15)

Experiences of friends and family members whose loved one has Multiple Sclerosis (MS) by seeing and hearing people share their personal stories on film


http://www.healthtalk.org//ms-friends-family


In this section you can find out about the experiences of friends and family members whose loved one has Multiple Sclerosis (MS) by seeing and hearing people share their personal stories on film. Our researchers travelled all around the UK to talk to 40 people in their own homes. Find out what they said about their lives, relationships and feelings, as well as practical issues such as work, money, looking after home and family and home adaptations. We hope you find the information helpful and reassuring.
 
You can start viewing topics by clicking 'Next Topic' above, or selecting from the list on the left. You can also view 'People's Profiles' from the tab above.

Read more: http://www.healthtalk.org//ms-friends-family#ixzz3knM22fIC