Thursday, 11 March 2021

Το τραύμα της αποξένωσης επουλώνεται με την αποδοχή της πραγματικότητας




Τι μπορείς να κάνεις όταν προσπαθείς να διατηρήσεις μία σχέση που δεν σε θέλει και πιστεύεις ότι έχεις κάνει τα πάντα;

Προσπαθήσατε να επικοινωνήσετε μαζί του με πολλούς τρόπους: τηλεφωνικές κλήσεις, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, μηνύματα. Γράψατε μια επιστολή όπου ζητάτε συγγνώμη, ζητάτε να μιλήσετε, να συμβιβαστείτε, να συμφιλιωθείτε. Περιμένετε, συντετριμμένοι για την απάντηση, που δεν ήρθε ποτέ. Αν αυτό ακούγεται οδυνηρά οικείο, έχετε πολλά κοινά με μία θεραπευόμενή μου που στο εξής, θα την αποκαλώ Έμιλι.

Η Έμιλι ήταν κάποτε πολύ δεμένη με τον γιο της. Εκείνος παντρεύτηκε και η σύζυγός του η οποία δεν είχε καμία σχέση με την οικογένειά της, πίεσε και αυτόν να κάνει το ίδιο με τη δική του, με αποτέλεσμα η Έμιλι να νιώθει πληγωμένη και μπερδεμένη από όλα αυτά.

Έχω αφιερώσει τη ζωή μου στον γιο μου, έλεγε. Ήμουν ένας γονιός μόνος, που δούλεψα σκληρά για να του δώσω μια καλή ζωή, να μην του στερήσω ευκαιρίες. Για πολλά χρόνια, ήμασταν μόνο οι δυο μας και ήμασταν πολύ δεμένοι. Τώρα μου λέει να φύγω, να μην τον ενοχλώ, δεν νοιάζεται. Έχω δοκιμάσει τα πάντα. Έχω στείλει γράμματα, δώρα σε ειδικές περιστάσεις. Καμία απάντηση. Τον περίμενα για ώρες έξω από το σπίτι του, μέσα στο αυτοκίνητό μου. Απείλησαν να λάβουν περιοριστικά μέτρα σε βάρος μου. Σαν να ήμουν εγκληματίας! Είμαι απλώς μια μητέρα που αγαπά τον γιο της και θέλει να γίνει μέρος της ζωής του. Έχω προβλήματα υγείας και αρχίζω να αναρωτιέμαι αν αξίζει να συνεχίσω να ζω.

Ο γιος της Έμιλι, απαντώντας, θυμωμένος, σε σχετική ερώτηση ενός γιατρού, είπε ότι η μητέρα του ήταν «κυριαρχική, χειριστική και δεν τη θέλω στη ζωή μου».

Όλες οι προσπάθειες συμφιλίωσης απέτυχαν.

Εάν βρεθείτε σε μια κατάσταση όπως αυτή, τι μπορείτε να κάνετε;

Όσο και αν φαίνεται αδύνατο, ήρθε η ώρα να αρχίσετε να ξαναχτίζετε μια ευτυχισμένη ζωή, που μπορεί (ή όχι) να περιλαμβάνει στο μέλλον και το παιδί ή τον συγγενή με τον οποίο αποξενωθήκατε.

Τα παιδιά μας κατέχουν κεντρική θέση στη ζωή και την καρδιά μας – ανεξάρτητα από την ηλικία ή τη συμπεριφορά τους. Αλλά για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στο άγχος της αποξένωσης, να αποκτήσουμε προοπτική και να ζήσουμε με περισσότερη χαρά και αισιοδοξία, πρέπει να αφήσουμε τις ικεσίες και να συνεχίσουμε τη ζωή μας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνουμε την ελπίδα. Δεν σημαίνει ότι κλείνουμε την πόρτα σε έναν αγαπημένο γιο ή κόρη. Σημαίνει ότι έχουμε την πόρτα ανοιχτή, διατηρούμε την ελπίδα ζωντανή και εστιάζουμε στην οικοδόμηση μιας ζωής για μας, ξεχωριστή από τον γονικό ρόλο.


Τι μπορείτε να κάνετε;

1. Αφήστε τον εαυτό σας να θρηνήσει χωρίς αναστοχασμούς

Το πένθος της προηγούμενης σχέσης, ίσως είναι ένας τρόπος για να προχωρήσετε. Μυρηκασμός της κατάστασης σημαίνει να σκέφτεσαι και να προσκολλάσαι στον πόνο σου – να περιμένεις από το παιδί ή τον συγγενή σου ή από ψυχολόγος να αλλάξουν τη ζωή σου.

Η εμμονή σε έναν κύκλο λύπης και κατάθλιψης, χωρίς τέλος, μπορεί να σας θυματοποιήσει για μήνες ή και χρόνια. Το να περάσετε από τη διαδικασία της θλίψης και να προχωρήσετε δεν σημαίνει ότι αφήνετε τον πόνο πίσω. Σημαίνει πως κάνετε ειρήνη με ό,τι υπάρχει, ζώντας με τον πόνο, αλλά αρχίζοντας να οραματίζεστε νέες δυνατότητες για τον εαυτό σας.
2. Σχεδιάστε ξανά τη ζωή σας

Αυτό δεν σημαίνει να εγκαταλείψετε την ελπίδα της συμφιλίωσης, αλλά να αγκαλιάσετε τη ζωή όπως είναι και να αισθανθείτε ευγνωμοσύνη για την αγάπη που έχετε ακόμα: για τα άλλα παιδιά ή μέλη της οικογένειας ή φίλους, για ένα κατοικίδιο ζώο, για την κοινότητα της εκκλησίας σας. Αφήστε την αγάπη να επιστρέψει στη ζωή σας.
3. Συγχωρήστε τον εαυτό σας και τον αγαπημένο σας που απομακρύνθηκε

Εύκολο να το πεις, δύσκολο να το κάνεις. Όμως, μπορείτε να συγχωρήσετε αυτόν που σας πλήγωσε και, ακόμη περισσότερο, να συγχωρήσετε τον εαυτό σας για την τυχόν ευθύνη του για αυτή την κατάσταση. Να είστε ευγενικοί μαζί του. Πείτε στον εαυτό σας Έκανα ότι καλύτερο μπορούσα. Και θα συνεχίσω και στο μέλλον να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Όσο δεν αφήνετε τον εαυτό σας να συγχωρήσει, τόσο θα συνεχίσει να είναι πικραμένος και τόσο απίθανη θα φαντάζει η συμφιλίωση και η χαρά στη ζωή.
4. Μην αφήσετε τον πόνο να καθορίσει τη ζωή σας

Είναι ένα σημαντικό βήμα για να ξανακερδίσετε τη ζωή σας. Εάν επιτρέψετε στα αρνητικά συναισθήματα να επισκιάσουν κάθε πτυχή της καθημερινής σας ζωής, αυτό θα κάνει ακόμα μεγαλύτερο τον πόνο και την απομόνωσή σας, απομακρύνοντας τους φίλους και άλλα αγαπημένα πρόσωπα. Προσφέρετε στον εαυτό σας ένα διάλειμμα.

Απολαύστε τον χρόνο με τον εαυτό σας, σκεφτείτε ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα από τον πόνο που νιώθετε. Εστιάστε στο να είστε καλός φίλος, καλή μητέρα στα άλλα παιδιά σας, κόρη ή αδερφή. Και αφήστε τις ατελείωτες συζητήσεις για τα γεγονότα που οδήγησαν στην αποξένωση, για τις συνεδρίες σας με έναν θεραπευτή.
5. Φροντίστε καλά τον εαυτό σας

Είναι ένα σημαντικό βήμα για την οικοδόμηση μιας πιο ευτυχισμένης ζωής, πέραν του ότι διασφαλίζει ότι θα είστε υγιείς για να ζήσετε μια συμφιλίωση. Προσπαθήστε να διατρέφεστε με μέτρο, υγιεινά. Κάντε άσκηση κάθε μέρα, περπατώντας έστω και μικρές αποστάσεις. Αναζητήστε ενδιαφέροντα που μπορεί να έχετε αφήσει για μήνες ή χρόνια, πράγματα που σας αρέσουν και σας κάνουν να χαίρεστε.
6. Αποδεχτείτε την πραγματικότητα όπως είναι αυτή τη στιγμή

Αντί να πολεμάτε την αποξένωση και να ζητάτε απεγνωσμένα συμφιλίωση, αφήστε τα πράγματα όπως είναι, έστω για λίγο. Δεν είναι εύκολο να φτάσετε στην αποδοχή. Όμως γαληνεύοντας τον πόνο σας και αποδεχόμενοι ήρεμα αυτό που συμβαίνει, θα μειώσετε την απόγνωση από τις προσπάθειες να επανασυνδεθείτε ή να διατηρήσετε τις αποστάσεις. Η αποδοχή αυτού που συνέβη, μπορεί να σας δώσει τον χώρο και τον χρόνο που χρειάζεστε για να συνεχίσετε και να διατηρήσετε την ελπίδα ζωντανή.


Απόδοση: Γιακουμή Μαρίλια - Φιλόλογος - Ειδική παιδαγωγός
Επιμέλεια: Ισμήνη Τσοχαλή, επιμελήτρια κειμένων

Monday, 8 March 2021

Longer Interview Shortlists Could Help Women Advance In Male-Dominated Industries



By Emily Reynolds

Despite many efforts to make workplaces more equitable, women are still frequently discriminated against at work. Companies run by women are judged more harshly on ethical failings, for instance, and women are more likely to be lied to in performance reviews. This discrimination doesn’t just happen in the workplace: it can happen before someone is even employed. A study from last year, for example, found that Black women with natural hair are seen as less competent and professional than their White counterparts when interviewing for jobs.

Now a new study, published in Nature Human Behaviour, has taken a look at what could be scuppering women’s chances even before they get to the interview stage. The team, led by Brian J Lucas from Cornell University, argues that in organisations where recruitment takes place on an informal basis, via colleague recommendations or other word-of-mouth networks, changes need to be made to the shortlisting process. When shortlists are longer, the results suggest, women are more likely to be seriously considered.

The first few studies looked at how longer shortlists might impact gender representation. Participants imagined being a filmmaker, and were asked to draw up a shortlist of actors to appear in their upcoming action film. In the first stage, participants gave just three suggestions, before being instructed to give three more — the hypothesis being that more women would be listed during the second stage than the first. The results showed that the number of women actors was indeed significantly higher in this second part of the list.

In the second series of studies, participants working in the traditionally male-dominated tech industry were asked to imagine themselves as a corporate strategist, scoping the market for a new CEO. They were again asked at the first stage to suggest three candidates and at the second stage to suggest three more. Results reflected those of the first study: there were significantly more women candidates listed at the second stage compared to the first.

In a third study, parents were asked again for a short and long list, this time naming role models for their male or female child. For parents of boys, results were similar to the prior studies: they named more women role models at the second stage than the first. But the opposite was true of parents of girls. This suggests that in longer lists, people are more likely to include candidates who don’t meet the gender prototype for the role. In certain industries, the prototypical hire is highly likely to be male, explaining why longer candidate lists tend to contain more women.

In the final two studies, participants completed the film director shortlist task from the first study or the technology executive shortlist task from the second — only this time, they were randomly assigned to generate either a three-person shortlist or a six-person shortlist, ranking candidates in order of preference. Again, longer shortlists had a positive effect when it came to inclusion: six-person shortlists featured significantly more women candidates than three-person shortlists. And importantly, six-person shortlists also had a higher proportion of female candidates.

The longer shortlist was also good news for women in terms of actual selection — that is, how highly women candidates were ranked by participants. Participants in the six-person condition were more likely to select women as top candidates than those in the three-person condition, suggesting that longer shortlists can have an impact not only on who gets a tentative foot in the door but who actually ends up with the job.

This type of gender bias is probably not always intentional: many of those informally suggesting candidates for roles will not be purposefully excluding women. Nevertheless, ensuring a move away from informal hiring practices and towards thoughtful, structured ones — blind CV selection, for example, or longer shortlists — could be a way of equalising unbalanced workforces.

As the study on Black women’s hair tells us, however, other factors like race, class and sexuality are likely to play a part in how people are perceived in interviews and in the workplace. Transgender or non-binary people are also likely to face different challenges. How would such candidates fare when it comes to shortlisting? Further research could explore this more.


SOURCE:

Saturday, 6 March 2021

Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη μνήμη




Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι πρώτο μέλημά μας πρέπει να είναι η επαναξιολόγηση των ευθυνών και των καθηκόντων που έχουμε αναλάβει προκειμένου να βρούμε μήπως μπορούμε να παραμερίσουμε κάποια από αυτά 


Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που τους τελευταίους μήνες, την εποχή της πανδημίας δηλαδή, νιώθουν ότι κάτι δεν πάει καλά με τον εγκέφαλό τους. Συχνά αναγκάζονται να περάσουν ώρες αναζητώντας τις λέξεις που θέλουν να χρησιμοποιήσουν, σταματούν στα μισά της πρότασης χωρίς να μπορούν να θυμηθούν τι ήθελαν να πουν ή απλώς χάνουν τον ειρμό τους.


Πολλοί γονείς, αλλά όχι μόνο αυτοί, έχουν περιέλθει σε κατάσταση διανοητικής «θόλωσης» εξαιτίας της έλλειψης ύπνου, του «multitasking» (της ανάγκης ταυτόχρονης πραγματοποίησης τριάντα διαφορετικών πραγμάτων) και της φθοροποιού επίδρασης διαφόρων στρεσογόνων παραγόντων, οι οποίοι εξαιτίας της κατάστασης, πολλαπλασιάστηκαν.

Οπως αποδεικνύεται, πολλές πτυχές του πανδημικού μας βίου μπορούν να διαταράξουν τη διανοητική μας ικανότητα να προγραμματίζουμε, να οργανώνουμε και να απομνημονεύουμε οδηγίες. «Η ταυτόχρονη διαχείριση υπερβολικά πολλών λεπτομερειών μπορεί να δημιουργήσει μία “ομίχλη” στον εγκέφαλο, κάτι που αυτόματα γεννά την εντύπωση στον πάσχοντα ότι εμφανίζει έκπτωση της μνήμης», επισημαίνει η Μαρί Εκερστρομ, νευροψυχολόγος της Κλινικής Μνήμης Σαλγκρένσκα στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας. «Για πολλούς ανθρώπους, η πανδημία μετέβαλε ριζικά τη ζωή τους, από τον πλήρη διαχωρισμό των σαφώς καθορισμένων τομέων της (εργασία, παιδιά, δραστηριότητες), σε μία νέα πραγματικότητα όπου τα πάντα έχουν αναμειχθεί». Εκτός από την ταυτόχρονη πραγματοποίηση πολλών εργασιών, και το στρες μπορεί να πυροδοτήσει διαταραχές της μνήμης.

Οπως φαίνεται, δυστυχώς, από τη σημερινή κατάσταση, το πανδημικό στρες μάλλον θα παραμείνει στη ζωή μας για μεγάλο ακόμα χρονικό διάστημα. Ποια είναι, λοιπόν, τα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για να μη νιώθουμε τον εγκέφαλό μας τόσο «σκορπισμένο»;


Η αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχιατρικής και Επιστημών Συμπεριφοράς του πανεπιστημίου Νορθγουέστερν, κλινική ψυχολόγος Ινγκερ Μπαρνέτ Ζίγκλερ, επισημαίνει ότι πρώτο μέλημά μας πρέπει να είναι η επαναξιολόγηση των ευθυνών και καθηκόντων που έχουμε αναλάβει προκειμένου να βρούμε μήπως μπορούμε να παραμερίσουμε κάποια από αυτά. Επίσης, τονίζει, ότι πρέπει να αποφύγουμε το «multitasking» όσο είναι εφικτό. «Διαχωρίστε τον χρόνο σας και τις ασχολίες σας. Μην αναμειγνύετε την εργασία σας με τις δραστηριότητες των παιδιών σας. Η ενασχόλησή σας με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, κάθε φορά, θα σας επιτρέψει να αποθηκεύσετε καλύτερα στον εγκέφαλό σας τις σχετικές πληροφορίες».

Μία άλλη λύση που θα μπορούσε να βοηθήσει σημαντικά να «ξεθολώσει» ο εγκέφαλος είναι μία επίσκεψη στην ύπαιθρο, μία βόλτα. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι περνώντας χρόνο στη φύση ή ακόμα και κοιτάζοντας φωτογραφίες της, βελτιώνονται οι γνωσιακές μας λειτουργίες. Αν και προφανώς είναι δύσκολο να βρει κανείς ελεύθερο χρόνο, μία βόλτα διάρκειας πενήντα λεπτών στο πάρκο, μπορεί να ενισχύσει τη μνήμη μας και να μας απαλλάξει από το άγχος, ασχέτως των καιρικών συνθηκών, αν και βέβαια η εμπειρία θα είναι απείρως πιο ευχάριστη μία ηλιόλουστη και αρκετά ζεστή ημέρα.

ΠΗΓΗ:

Thursday, 4 March 2021

Γιατί κάποιοι αρνούνται να φορέσουν μάσκα





Οι σύνθετες πολιτισμικές αιτίες που κάνουν κάποιους να ενστερνίζονται τη χρήση μάσκας και κάποιους να την απορρίπτουν.

Μια νέα έρευνα για τη χρήση μάσκας σε μικρές κοινότητες της Άιοβα των ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, εξηγεί γιατί ήταν τόσο δύσκολη η μαζική υιοθέτηση του μέτρου.

Οι ερευνητές βρήκαν ότι εκείνοι που αρνούνται να φορέσουν μάσκα υποστηρίζουν ειλικρινά τα πιστεύω τους, επηρεάζονται από τις βασικές πολιτικές και πνευματικές αξίες της κοινότητάς τους και ασπάζονται πεποιθήσεις που ενισχύουν την κοσμοθεωρία τους.

Η χρήση μάσκας είναι ένα βασικό μέσο για την αποφυγή μετάδοσης της ασθένειας COVID-19. Παρ’ όλα αυτά, στις ΗΠΑ, όπως και σε πολλά άλλα μέρη, υπάρχουν περιοχές έντονης αντίστασης σε αυτό το μέτρο. Μια νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, από μια ομάδα ιατρών και κοινωνικών ερευνητών, αποκαλύπτει τις σύνθετες πολιτισμικές αιτίες που κάνουν κάποιους να ενστερνίζονται τη χρήση μάσκας και κάποιους να την απορρίπτουν.

Η ιατρός ανθρωπολόγος του Πανεπιστημίου Τζορτζτάουν Έμιλι Μέντενχολ είχε προηγουμένως κάνει μακροχρόνια έρευνα στις αντιδράσεις της κοινότητας σε ασθένειες, στη Νότια Αφρική, στην Ινδία, και στο Σικάγο. Από τον Ιούνιο του 2020 επέστρεψε στην πόλη της στην κεντρική Άιοβα για να κατανοήσει καλύτερα πώς οι κάτοικοι αντιδρούν στην απειλή του κορονοϊού.

Μια μικρή κοινότητα που στηρίζεται στους τουρίστες που επισκέπτονται το καλοκαίρι τις Μεγάλες Λίμνες της Άιοβα, σε μια μεσοδυτική πολιτεία όπου δεν υπήρχαν επίσημοι περιορισμοί, το Άρνολντς Παρκ έσφυζε από ζωή εκείνα τα σαββατοκύριακα του 2020. Οι περισσότεροι τουρίστες και ντόπιοι κυκλοφορούσαν χωρίς μάσκα. Εκείνοι που φορούσαν μάσκα άκουγαν συχνά κοροϊδευτικά σχόλια ή ισχυρισμούς ότι ο ιός δεν υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας αφού έτσι κι αλλιώς τον έχουν κολλήσει ήδη όλοι.

Για τους ιατρούς ανθρωπολόγους, τέτοιες αντιλήψεις δεν ερμηνεύονται με όρους σωστού-λάθους ή καλού-κακού. Η έρευνα εστιάζει στην κατανόηση των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι ζυγίζουν κάποιες συχνά περίπλοκες αποφάσεις σε σχέση με την προσωπική αίσθηση του εαυτού τους και το πώς σχετίζονται με τους γύρω τους.


Οι άνθρωποι, για παράδειγμα, λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό που περιμένουν ότι οι άλλοι θα τους κρίνουν αρνητικά για αυτό που κάνουν. Και η επιθυμία να αποφύγουν αυτή την κριτική είναι ένας πολύ φυσικός, ανθρώπινος τρόπος να παίρνουν αποφάσεις σχετικά με πώς θα φερθούν – ακόμα και σε μια πανδημία.

Η ερευνήτρια έκανε πολλές συνεντεύξεις με κατοίκους της περιοχής, οι οποίες αποκάλυψαν τις αντικρουόμενες ιδέες που προσπαθούσαν να ισορροπήσουν μέσα τους καθώς διαμόρφωναν τις αποφάσεις τους για τη μάσκα και αντιδρούσαν στους γύρω τους. Ακόμα και σε μια πόλη όπου η χρήση μάσκας ήταν σπάνια, κάποιοι κάτοικοι ήταν πολύ ανήσυχοι και συνεπώς φορούσαν μάσκα και έμεναν σπίτι όσο μπορούσαν. Πολλοί ήταν επαγγελματίες υγείας, δάσκαλοι ή δούλευαν σε πόστα εξυπηρέτησης με υψηλό ρίσκο μόλυνσης από τον ιό.

Όμως, σχεδόν όλοι ανησυχούσαν για τις οικονομικές επιπτώσεις του κορονοϊού, δεδομένης της εξάρτησης της πόλης από τους καλοκαιρινούς τουρίστες. Αυτό τους έκανε να μη φορούν μάσκα οι ίδιοι και τους απέτρεπε από το να ζητούν από τους πελάτες να φορούν. Οι εργοδότες συχνά πίεζαν τους εργαζομένους να μη φορούν μάσκα. Συγχρόνως, πολλοί ήταν εκείνοι που αναγνώριζαν τους πιθανούς κινδύνους από τη μη χρήση μάσκας.

Εκείνοι που αντιστέκονταν πιο σθεναρά στην ιδέα της μάσκας εξέφρασαν ένα περίπλοκο αλλά αναγνωρίσιμο μείγμα πολιτικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων που συμβάδιζε με την ιδέα ότι ο ιός ήταν απάτη. Όπως είπε ένα ζευγάρι που είχε ήδη μολυνθεί: Ξέρουμε πού πάμε όταν πεθαίνουμε. Έχουμε εμπιστοσύνη στον Θεό. Δεν υπάρχει φόβος. Δεν θέλω απαραίτητα τα παιδιά μου να κολλήσουν, αλλά θέλω να χτίσουν άμυνα απέναντι στον ιό.

Υπήρχαν επίσης φόβοι ότι η χρήση μάσκας είναι βλαβερή γιατί προκαλεί δηλητηρίαση από διοξείδιο του άνθρακα (γεγονός που δεν ισχύει). Κάποιοι είχαν υιοθετήσει την ιδέα, που προωθήθηκε μέσω κοινωνικών δικτύων, ότι η φυσική ανοσία που κερδίζει κάποιος όταν δεν φοράει μάσκα θα ήταν προστατευτική απέναντι σε μια χειρότερη μορφή της ασθένειας (δεν ισχύει). Έτσι, φαινόταν αντιπαραγωγικό να φοβούνται τον ιό και να φορούν μάσκα.

Η έρευνα, δημοσιευμένη στο περιοδικό Social Science and Medicine, υπογραμμίζει ότι τέτοιες αντιλήψεις που υποτιμούν ή αγνοούν τους κινδύνους σε μια πανδημία υποστηρίζονται ειλικρινά από κάποιους. Με το να αρνούνται ότι ο ιός είναι επικίνδυνος, ή καν αληθινός, ο άνθρωποι εξέφραζαν τις πιο βασικές πολιτικές και θρησκευτικές αξίες τους. Προσπαθούσαν να κατανοήσουν ένα δύσκολο, περίπλοκο γεγονός, ενισχύοντας τις ιδέες που ήδη είχαν σχετικά με το πώς είναι και θα έπρεπε να είναι ο κόσμος.

Αυτό μας θυμίζει ότι τα μέτρα υγείας –όπως η χρήση μάσκας– δεν θα έχουν ποτέ ομοιόμορφη εφαρμογή, όταν οι άνθρωποι δρουν με βάση διαφορετικές αντιλήψεις για το τι είναι σημαντικό και γιατί, ακόμα και σε μια μικρή πόλη όπου ο ιός χτύπησε κόκκινο.


Έρευνα: Koon, A., Mendenhall, E., Eich, L., Adams, A., & Borus, Z. A. (2021). A Spectrum of (Dis) Belief: Coronavirus Frames in a Rural Midwestern Town in the United States. Social Science & Medicine, 113743.
Απόδοση: Ισμήνη Τσοχαλή, επιμελήτρια κειμένων


Companies Undermine “Sacred” Values Like Environmentalism When Co-opting Them For Profit Or Prestige



By Emma Young

How important is it to you to protect our planet’s wildest places? Would you put a price on it — or is it the kind of goal that just can’t be subject to a cost-benefit analysis? If the latter, then for you, protecting Earth’s wilds is a “sacred value”. Patriotism, or the protection of human lives, or diversity in the workplace can be sacred values, too. So what happens when a for-profit organisation embraces such values — is the pursuit of social or environmental values and profit a “win-win”, as is often claimed?

A new paper in the Journal of Personality and Social Psychology: Interpersonal Relations and Group Processes, suggests not — and it’s the value that suffers, as it becomes less sacred. If this is right, then businesses that co-opt such values in their advertising (think no end of outdoor clothing companies that make a big deal about caring for the wilderness, as just one example) are degrading the very values that they claim to promote.

Rachel L Ruttan at the University of Toronto and Loran F Nordgren at Northwestern University base their conclusions on the results of seven studies on a total of 2,785 participants. In initial studies, participants who read a pro-environment message from a for-profit producer of agricultural equipment subsequently felt that environmentalism was less sacred than did participants who’d read the same message, but from the environmental body Conservation International. The “sacredness scale” used by the researchers assessed levels of feeling that a value (such as environmentalism) is “sacred”, and something that should not be sacrificed, no matter the benefits, but rather defended under any circumstance.

In a further study, participants who read that an organisation was launching a pro-environmental campaign to drive greater profits or for better PR subsequently felt that environmentalism was less sacred, compared with participants who’d read that the new campaign was driven by a desire for greater sustainability.

Earlier work has suggested that when a value is overtly threatened, this reinforces the desire of someone who upholds that value to protect it. However, the use of sacred values in the pursuit of corporate gain might not always seem like an obvious threat to these values, point out the researchers. Indeed, when Ruttan and Nordgren explored this in two further studies, the sacredness of a value was only degraded when participants did not perceive an action as clearly threatening or undermining that value . So, to keep with the same example (though of course there are others), when an outdoor clothing company pledges to donate a portion of its profits to protecting areas of wilderness, though this might seem like a “good thing”, it could work insidiously to degrade the sanctity of the value of wilderness protection — which could ultimately weaken protection efforts.

This possibility is supported by the results of the seventh study. In 2015, two US senators (including John McCain) issued a report documenting how the NFL was being paid by the US military to put on patriotic displays. This was widely picked up by US media. The researchers wondered whether people who were aware of this “paid patriotism” would subsequently hold patriotism as being less sacred. So they gave online participants a quiz that was ostensibly about their knowledge of the NFL, but which included this question: “Is it true or false that the term ‘Paid Patriotism’ was used to describe the practice of NFL teams accepting money to put on patriotic displays at games?”

Next, the participants were asked for their opinion on a purported potential NFL policy change: that singing the national anthem at games would become voluntary, and the choice of individual teams, rather than mandatory. The researchers found that participants who were aware of paid patriotism were significantly less likely to feel that “no matter how great the benefits, this shouldn’t be done”; that is, they were less likely to hold patriotism sacred. (This link held when controlling for a range of factors, including political orientation, education and a history of military service.) The results suggest that an awareness of paid patriotism decreased the sanctity of the value of patriotism.

“As markets increasingly interface with our sacred values — be it through advertisements, product offerings, promoting the strategic advantages of a diverse workforce, or Corporate Social Responsibility initiatives — it becomes increasingly important to understand the effects of using sacred values towards market aims on perceptions of and commitment to values,” the researchers write.

Clearly, there’s a lot more work to be done in this area — to investigate whether the same effects might hold in other countries, as well as in more real-world scenarios, for example. But it does suggest that if “do-gooder” actions and initiatives by companies are perceived to be driven by a desire to enhance the bottom line, this could undermine the very value that they’re endorsing — whether it springs from a “win-win” motivation, or not.


SOURCE: