Saturday, 13 April 2019

Αυξημένα ψυχωσικά επεισόδια σε εφήβους σε περιοχές με έντονη ρύπανση


Τα ψυχωσικά επεισόδια, όπως το να ακούει κανείς ανύπαρκτες φωνές ή να κάνει παρανοϊκές σκέψεις, είναι συχνότερα στους εφήβους που ζουν σε πόλεις με μεγάλη ρύπανση του αέρα, σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που ζουν σε αγροτικές περιοχές, σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα.



Πρόκειται για την πρώτη μελέτη που κάνει τη συσχέτιση αυτή, αν και δεν έχει βρεθεί κάποιος βιολογικός μηχανισμός που να συνδέει με βεβαιότητα τη ρύπανση με τα συμπτώματα ρύπανσης.

Άλλες πρόσφατες μελέτες έχουν συσχετίσει τα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης με τον κίνδυνο εγκεφαλικού και άνοιας στους ηλικιωμένους. Η νέα έρευνα έρχεται να προστεθεί σε όσες δείχνουν ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να επιβαρύνει τη σωματική, οδηγώντας τελικά και σε προβλήματα ψυχικής υγείας.

Οι επιστήμονες του Βασιλικού Κολλεγίου (King's) του Λονδίνου, με επικεφαλής τη δρα Τζόαν Νιούμπερι του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής, Ψυχολογίας και Νευροεπιστήμης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό ψυχιατρικό περιοδικό «JAMA Psychiatry», σύμφωνα με το BBC και το New Scientist, ανέλυσαν στοιχεία για 2.232 εφήβους ηλικίας 12 έως 18 ετών.

Η μελέτη ταξινόμησε τους νέους σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τη διαμονή τους σε αστική, ημιαστική ή αγροτική περιοχή.

Σχεδόν το ένα τρίτο των εφήβων είχαν αναφέρει τουλάχιστον ένα ψυχωσικό επεισόδιο, όπως να νομίζουν ότι κάποιος τους κατασκοπεύει συστηματικά ή να ακούνε φωνές που κανείς άλλος δεν μπορεί να ακούσει. Οι επιστήμονες συσχέτισαν τη συχνότητα των ψυχωσικών επεισοδίων με το επίπεδο ατμοσφαιρικής ρύπανσης στον τόπο διαμονής τους στη διάρκεια ενός έτους.

Διαπιστώθηκε ότι όσο μεγαλύτερη ήταν η ρύπανση του αέρα, πράγμα που συνέβαινε στις αστικές περιοχές, τόσο πιθανότερο ήταν να διαγνωσθεί ένας έφηβος ότι είχε επεισόδιο ψύχωσης και αυτό άσχετα με άλλους παράγοντες, όπως το οικογενειακό ιστορικό ψυχικής νόσου, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ.

ΠΗΓΗ:

Friday, 12 April 2019

Tι κρύβεται πίσω απ’ τη μάσκα τις απόκριες;




Τα καρναβάλια είναι μια από τις αγαπημένες γιορτές μικρών και μεγάλων. Συχνά οι άνθρωποι προσδιορίζουν τις απόκριες ως την εποχή εκείνη του χρόνου που τους επιτρέπει να ξεσκάσουν και να γλεντήσουν. Όμως, υπάρχει πληθώρα γιορτών και ευκαιριών στη σύγχρονη ζωή για να διασκεδάσει και να ξεσκάσει κανείς. Γιατί λοιπόν να τονίζεται τόσο η σημασία του καρναβαλιού; Υπάρχει επομένως ένα δεύτερο, βαθύτερο επίπεδο στο σχόλιο αυτό σχετικά με την ευκαιρία που προσφέρει το καρναβάλι, μια υπολανθάνουσα ψυχολογική ανάγκη. Πρόκειται για το στοιχείο της μεταμφίεσης.

Ακόμα και απλές συμπεριφορές, συχνά κρύβουν βαθύτερες ψυχολογικές ανάγκες και κίνητρα τα οποία δεν είναι γνωστά στο ίδιο το άτομο. Φυσικά, αν στο πλαίσιο μιας συζήτησης για την επιλογή καρναβαλίστικης στολής κάποιος σχολιάσει στους φίλους του "αναρωτιέμαι ποια ψυχολογική ανάγκη σε ωθεί να μεταμφιεστείς σε…." θα θεωρηθεί, το λιγότερο, εκκεντρικός ή υπερβολικός.

Γιατί όμως οι άνθρωποι, από τα βάθη των αιώνων, έχουν αυτή την ανάγκη να μεταμφιέζονται;

Η ανθρώπινη φύση και ψυχολογική υπόσταση έχει δυο πλευρές: τη φαινομενική, ή αυτό που το μάτι καταγράφει εκ πρώτη όψεως, και την κρυμμένη, αυτή που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια. Και τα δυο αυτά κομμάτια συναποτελούν την ψυχολογική μας ταυτότητα. Ενα βασικό κομμάτι της ταυτότητάς μας βασίζεται στο πρόσωπο και τη σωματική μας διάπλαση, που αποτελούν τις πύλες των βασικών πληροφοριών που δίνουμε στον κόσμο γύρω μας. Η κοινωνική μας ταυτότητα, από την άλλη πλευρά, είναι συμβολική, και συχνά η εξωτερική μας εμφάνιση, το πρόσωπο ή το σώμα μας, επιδέχεται αλλαγές -προσωρινές ή μόνιμες- προκειμένου να δηλώσει ένα συμβολικό πέρασμα από μια κατάσταση σε μια άλλη, με σύμβολα όπως οι βέρες, τα μαύρα ρούχα, η περιτομή κλπ. Ετσι, στην οργανωμένη κοινωνική ζωή χρησιμοποιούμε ορισμένα σύμβολα ή κώδικες επικοινωνίας για να αντιλαμβανόμαστε βασικές πληροφορίες για την ταυτότητα του άλλου. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρούνται τα παραπάνω μεταμφίεση, αντίθετα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής κάθε οργανωμένης κοινωνίας και γίνονται ευρύτερα αποδεκτά χωρίς ιδιαίτερη σκέψη.

Πέρα από τους οργανωμένους κοινωνικούς συμβολισμούς, όμως, ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να φορέσει μια μάσκα και μια φορεσιά και να μεταμφιεστεί, να γίνει κάτι ή κάποιος το οποίο δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει στην πραγματικότητα. Αυτή η βαθιά ανθρώπινη επιθυμία του ατόμου να πάρει μια νέα ταυτότητα, να βιώσει έναν διαφορετικό εαυτό, έστω και για λίγο, να γίνει κάποιος που δεν είναι, δίνει φτερά στη φαντασία του, η οποία ντύνει αυτή την επιθυμία με μια μάσκα και μια στολή. Το απίστευτο έχει επιτευχθεί: ο εαυτός έχει γίνει κάποιος άλλος! Βέβαια, η αντιστοιχία του πραγματικού εαυτού προς τις επιθυμίες που εκφράζονται μέσω μεταμφίεσης δεν είναι ένα προς ένα ούτε κυριολεκτικές. Ο διευθυντής τράπεζας που μεταμφιέζεται σε μπαλαρίνα με ροζ στολή, τούλια και φρου-φρου δε σημαίνει ότι εκφράζει μια καταπιεσμένη επιθυμία του να γίνει χορεύτρια, μπορεί όμως να δίνει διέξοδο και έκφραση σε μια γενικότερη καλλιτεχνική του ευαισθησία.

Η μεταμφίεση όμως, πέρα από τη νέα ταυτότητα, δίνει στον άνθρωπο και μιαν άλλη δυνατότητα: έστω και εφήμερα, να κάνει τη δική του υπέρβαση και να ξεπεράσει τους περιορισμούς του γήινου κορμιού του. Ετσι, οι μάγισσες, οι νεράιδες, τα φαντάσματα, οι δράκουλες, και τα άλλα μυθικά πρόσωπα των μεταμφιέσεων, δίνουν στο άτομο μια ευκαιρία να βρεθεί σε μιαν άλλη σφαίρα και να πάρει έναν νέο, διαφορετικό ρόλο.

Την ίδια στιγμή, η μεταμφίεση του δίνει την ευκαιρία να αποδράσει από κοινωνικούς περιορισμούς και να παίξει κάποιον ρόλο τον οποίο τον βιώνει είτε ως επιθυμία είτε ως περιέργεια για το πως θα ήταν να είναι κατάδικος ή χανούμισσα ή κάτι άλλο το οποίο δεν είναι πολύ πιθανό να γίνει. Και βέβαια, όπως όλοι ξέρουμε από πείρα, οι μεταμφιέσεις βοηθούν να ξεφύγουμε από την καθημερινότητα και τη ρουτίνα.

Οι συνιστώσες της ψυχικής ανάγκης για μεταμφίεση γεννούν ένα αίσθημα ελευθερίας, απελευθέρωσης από το άχθος της καθημερινότητας, μια αίσθηση ανανέωσης και μια χαρούμενη και συχνά πειρακτική διάθεση.



ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΕΤΑΜΦΙΕΖΟΝΤΑΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ;

Υπάρχει και μια μερίδα ανθρώπων που δηλώνουν ότι δεν τους αρέσουν οι μεταμφιέσεις και δεν θέλουν με κανένα τρόπο να μεταμφιεστούν για να παραβρεθούν σε ένα πάρτι ή μια συγκέντρωση. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ψυχολογικές ανάγκες; Και βέβαια έχουν, μόνο που είναι άλλης φύσης και επιλέγουν -συνειδητά ή μη- να τις εκφράσουν με διαφορετικό τρόπο. Ολοι γνωρίζουμε κάποιον που έχει πει "μα αυτά είναι για τα παιδιά" ή "δεν μπορώ να γελοιοποιηθώ έτσι", ή "τι θα πουν οι πελάτες/συνεργάτες (ή οποιαδήποτε άλλη κατηγορία ανθρώπων) αν με δουν μασκαρεμένο". Στην πραγματικότητα, κάτω από αυτές τις δικαιολογίες βρίσκεται μια ουσιαστική πληροφορία: το μη λεκτικό μήνυμα που δίνει αυτό το άτομο είναι "δε νιώθω ότι μπορώ να ξεγυμνώσω τις εσωτερικές μου επιθυμίες μπροστά σε ένα κοινό που με ξέρει". Η αλλαγή στολής και ταυτότητας, όπως αυτή προκαλείται εφήμερα με τη μεταμφίεση, είναι απειλητική για το "εγώ" και την αυτοπεποίθηση ορισμένων ατόμων. Και μόνο η σκέψη ότι δεν έχουν τον έλεγχο της κατάστασης ή ότι η δύναμη και η εξουσία τους απειλούνται από τη μεταμφίεση -σε ψυχολογικό επίπεδο- είναι αρκετή για να τους κάνει να εμφανιστούν με τη γνωστή τους περιβολή σε κάποιο πάρτυ μεταμφιεσμένων.



Η ΑΝΩΝΥΜΙΑ ΤΗΣ ΜΑΣΚΑΣ

Σε μια από τις τελευταίες σκηνές του έργου "μάτια ερμητικά κλειστά" οι παραβρισκόμενοι μιας συνεστίασης -οι οποίοι αφήνεται να εννοηθεί είναι επώνυμοι και σημαντικοί- εμφανίζονται με μάσκες και μεταμφίεση σε μια απόμερη βίλλα όπου είναι ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν. Τα ερωτικά όργια και ο θάνατος έχουν την πρωτοκαθεδρία. Η επιλογή δεν είναι τυχαία, αφού, σύμφωνα με την κλασική Φροϋδική ψυχαναλυτική θεωρία, πρόκειται για βασικά ανθρώπινα ένστικτα. Τα ένστικτα αυτά τα κουβαλάει ο άνθρωπος μέσα του και τα διοχετεύει με κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους ή τα καταπιέζει αρνούμενος είτε να τα παραδεχτεί είτε να τους δώσει κάποια διέξοδο. Οταν όμως οι συνθήκες είναι πρόσφορες και του δίνεται η ανωνυμία, ή αλλιώς ελευθερία κινήσεων χωρίς το στίγμα της ατομικής βούλησης, τότε, όπως στην ταινία του Κιούμπρικ, ο άνθρωπος κάτω από μια μεταμφίεση αφήνει τα ένστικτά του αχαλίνωτα και τον εαυτό του ελεύθερο να πράξει σύμφωνα με τις επιταγές τους. Σε γενικές γραμμές, αυτή είναι και η αναλογία με τη μεταμφίεση, όπως την ξέρουμε από τα καρναβάλια.

Η μεταμφίεση και οι μάσκες δίνουν στον άνθρωπο την ευκαιρία να αντικαταστήσει προσωρινά την πραγματικότητά του με μια άλλη και του δίνει μια δυνατότητα να ερευνήσει ποιος πραγματικά είναι πίσω από τη μάσκα και το ρόλο που αυτή υπαγορεύει.

"Βάλτε μια μάσκα σε έναν υποκριτή και δεν θα είναι πια ικανός να λέει ψέματα". (George Bernard Shaw)

Οι περισσότεροι από μας είμαστε "ειδικοί" στις εκφράσεις του προσώπου, τις οποίες χρησιμοποιούμε -συχνά ασυνείδητα- όταν μεταδίδουμε λεκτικά μηνύματα και, γενικότερα, όταν επικοινωνούμε με άλλα άτομα. Οταν λέμε ψέματα (και το κάνουμε συχνά γιατί μετρούν και τα κατά συνθήκη ψεύδη της καθημερινότητας!) χρησιμοποιοούμε κατά κύριο λόγο το πρόσωπο και την έκφρασή μας για να πείσουμε τον ακροατή μας για το αληθές αυτού το οποίο ισχυριζόμαστε ότι είναι αλήθεια. Αλλά, αν καλύψουμε το πρόσωπό μας, η γλώσσα του σώματος γίνεται το μοναδικό εργαλείο επικοινωνίας -και το σώμα πάντα αποκαλύπτει την εσωτερική αλήθεια, απλούστατα γιατί οι περισσότεροι από μας δεν ειδικευόμαστε στην αποκωδικοποίηση της γλώσσας του. Δεν είμαστε πάντα σε εγρήγορση να αντιλαμβανόμαστε τι λέει ή σίγουροι του τι ακριβώς λέει, αλλά πάντα λέει κάτι (π.χ., πατάνε τα πόδια σταθερά στο έδαφος ή κλωτσάν νευρικά; το στέρνο κάνει λακούβα προς τα μέσα ή είναι προτεταμένο;). Η προσθήκη της μάσκας, καλύπτοντας το πρόσωπο και τα μηνύματα που συνδέονται με αυτό, αφήνει το πεδίο ελεύθερο στο σώμα, να εκφράσει αυτό με τον τρόπο του εσωτερικές αλήθειες τις οποίες είτε κρατάμε κρυμμένες είτε βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση -εν αγνοία μας-.

Λίζα Βάρβογλη

ΠΗΓΗ:

http://www.cancer-society.gr/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%AE-%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82/t%CE%B9-%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%B2%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%89-%CE%B1%CF%80%E2%80%99-%CF%84%CE%B7-%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%BA%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%82(accessed 12.4.19)

Wednesday, 10 April 2019

Τα παιδιά που πηγαίνουν σε παιδικό σταθμό έχουν καλύτερη συμπεριφορά





Τα μικρά παιδιά που τα φροντίζουν οι γονείς, συγγενείς ή φίλοι στο σπίτι, έχουν χειρότερες δεξιότητες, συμπεριφορά και συναισθηματική ισορροπία σε σχέση με τα παιδάκια που πάνε στον παιδικό σταθμό, σύμφωνα με μια νέα γαλλική έρευνα.

Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας παιδικός σταθμός στελεχωμένος από επαγγελματίες, έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να προσφέρει σε ένα παιδί τις αναγκαίες κοινωνικές δεξιότητες, να του εμφυσήσει καλύτερη συμπεριφορά και δυνατότητα για ομαλές διαπροσωπικές σχέσεις, ιδίως αν το παιδί μείνει στο σταθμό για πάνω από ένα χρόνο.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι οι παιδικοί σταθμοί μπορούν να βελτιώσουν τις γλωσσικές και νοητικές ικανότητες ενός παιδιού. Η νέα μελέτη EDEN, που πραγματοποιήθηκε στο Νανσί και στο Πουατιέ, δείχνει ότι αυτή η βελτίωση αφορά επίσης τη συμπεριφορά και τις κοινωνικές σχέσεις του.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την κοινωνική επιδημιολόγο Μαρία Μελχιόρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης και του ιατρικού Ινστιτούτου INSERM της Γαλλίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο βρετανικό περιοδικό επιδημιολογίας «Journal of Epidemiology and Community Health», σύμφωνα με τη βρετανική «Telegraph», μελέτησαν 1.428 παιδιά, από τα οποία το ένα τέταρτο πήγαιναν σε παιδικό σταθμό, το ένα τρίτο έμεναν τα πρωινά με την οικογένειά τους και τα υπόλοιπα τα πρόσεχε κάποιος άλλος στο σπίτι ('μπέιμπι-σίτερ').

Οι επιστήμονες αξιολόγησαν τη συναισθηματική ανάπτυξη και εξέλιξη της συμπεριφοράς των παιδιών από τη γέννηση έως την ηλικία των οκτώ ετών, κάνοντας χρήση ερωτηματολογίων που συμπλήρωσαν οι γονείς, όταν τα παιδιά τους ήσαν σε ηλικίες τριών, πεντέμισι και οκτώ ετών, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο τα παιδιά είχαν συναισθηματικά προβλήματα, έκαναν εύκολα φίλους, ήσαν υπερκινητικά ή με ελλειμματική προσοχή, είχαν άλλες κοινωνικές δεξιότητες κ.α.

Διαπιστώθηκε ότι περίπου το 15% των παιδιών είχαν σημαντικά προβλήματα συμπεριφοράς, όπως χαμηλή ικανότητα συγκέντρωσης, υπερδραστηριότητα, συναισθηματικές διαταραχές, δυσκολία σύναψης φιλίας, κοινωνική αδεξιότητα κ.α.

Η συγκριτική ανάλυση έδειξε ότι τα λιγότερα συναισθηματικά και κοινωνικά προβλήματα είχαν εκείνα τα παιδιά που πήγαιναν σε κανονικό παιδικό σταθμό, ενώ τα περισσότερα προβλήματα εμφάνιζαν τα παιδιά που είχαν μεγαλώσει με «μπέιμπι-σίτερ». Τα κορίτσια και τα παιδιά από οικογένειες με προνομιούχο κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον είχαν κατά μέσο όρο μεγαλύτερο όφελος από τον παιδικό σταθμό, από ό,τι τα αγόρια και τα παιδιά από φτωχές οικογένειες.

Πηγή:
http://www.kathimerini.gr/987860/article/ygeia/paidi/ta-paidia-poy-phgainoyn-se-paidiko-sta8mo-exoyn-kalyterh-symperifora(accessed 10.4.19)

Tuesday, 9 April 2019

Your Romantic Partner Is Probably Less Intelligent Than You Think, Suggests New Study



It’s now well known that many of us over-estimate our own brainpower. In one study, more than 90 per cent of US college professors famously claimed to be better than average at teaching, for instance – which would be highly unlikely. Our egos blind us to our own flaws.

But do we have an even more inflated view of our nearest and dearest? It seems we do – that’s the conclusion of a new paper published in Intelligence journal, which has shown that we consistently view our romantic partners as being much smarter than they really are.



The researchers, Gilles Gignac at the University of Western Australia and Marcin Zajenkowski at the University of Warsaw, also tested whether the couples’ actual IQs influenced their relationship satisfaction – with surprising results.

There had been some previous signs that we are especially optimistic about our loved ones’ attributes. When it comes to physical attractiveness, for instance, we tend to think that we have managed to attract someone who is even hotter than us – an effect sometimes called the “love is blind bias”. But past studies had failed to find a similar optimism for estimates of partners’ intelligence. Overall, people seemed to judge their partners’ intelligence as equal to their own – rather than thinking that they were especially clever.

For the new study, the researchers recruited 218 heterosexual couples, who had been together for an average of six years, and around a quarter were married. Rather that guessing IQ scores – which might be confusing for participants who have little knowledge of IQ tests and their scoring – the participants had to estimate their own intelligence and their partner’s intelligence using a more intuitive, graphical scale (see below). The researchers then converted those estimates to IQ points according to the known statistical distribution of intelligence – the famous bell curve. To find the participants’ actual, objective IQ scores, the researchers also asked them to take a standard test of non-verbal intelligence known as the Raven’s Advanced Progressive Matrices. via Gignac & Zajenkowski, 2019

As the previous research on individual overconfidence had found, most participants over-estimated their own intelligence by a huge margin – the equivalent of around 30 IQ points on average. Overall, only 0.9 per cent of women and 1.8 per cent of men assessed their own intelligence as being below average (even though 68.8 per cent of the women and 55.0 per cent of the men in this study scored below 100 – the mean IQ of the population as a whole).

The participants’ estimates of their partners’ intelligence were even more skewed. The men thought their wives and girlfriends’ IQs were around 36 points higher than they really were; the women thought their husbands and boyfriends’ IQs were 38 points higher than the reality. In other words, if you are like the majority of people in this sample, your partner is probably much less clever than you believe.Available for pre-order now

Besides this eye-catching result, Gignac and Zajenkowski’s paper is rich with other findings. They were interested, for instance, in whether people tend to hook up with someone of similar cognitive ability – and whether that “intellectual compatibility” is important for their happiness together. As previous research has found, there was a moderate correlation between the partners’ actual IQ scores – so in general people do seem to pick partners who roughly match their intelligence.

Maybe we have a slight preference for people with similar smarts to ourselves, or maybe it’s due to the fact that we have more opportunity to get romantically involved with people of roughly similar intelligence – in education or at work. Whatever the reasons, the degree of similarity of couples’ IQs didn’t seem to influence their relationship satisfaction – overall, couples with lower “intellectual compatibility” appeared to be just as happy as the couples who were more closely matched.

Gignac and Zajenkowski also examined whether the men or the women in their sample were better at estimating their partners’ intelligence. According to some evolutionary psychologists, because the responsibility of pregnancy, childbirth, and usually childrearing, falls more directly on women, they should be pickier than men about the kind of person they choose to reproduce with. If true, it would make sense for women to have evolved to be more perceptive than men of differences in other people’s intelligence. Yet the researchers found no evidence of this.

As the researchers admit, there are some limitations to their study. They only used a non-verbal IQ test, for instance, and it’s possible you would see different results if you also looked at verbal questions. After all, the size of someone’s vocabulary and their linguistic fluency may be easier for a partner to judge accurately.

But overall, the findings help extend our understanding of our self-serving biases, showing our egotism and self-confidence can sometimes spill-over to our loved ones. Maybe we like to think we’re with a partner who reflects an even better version of ourselves.

SOURCE:

Thursday, 4 April 2019

Η πρόωρη εμμηνόπαυση αυξάνει τον κίνδυνο άνοιας

Διαπιστώθηκε ότι όσες γυναίκες είχαν την πρώτη περίοδο τους στα 16 χρόνια τους ή αργότερα, είχαν κατά μέσο όρο 23% μεγαλύτερο κίνδυνο για άνοια στο μέλλον, σε σχέση με όσες είχαν εμμηνόρροια πριν τα 13.







Οι γυναίκες που άργησαν να έχουν την πρώτη περίοδο (εμμηνόρροια) τους, οι οποίες εισέρχονται πρόωρα σε εμμηνόπαυση ή έχουν κάνει υστερεκτομή (χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης της μήτρας), αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο για εκδήλωση άνοιας, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.


Είναι η πρώτη μελέτη που κάνει συσχέτιση ανάμεσα στα λιγότερα αναπαραγωγικά χρόνια, άρα σε μικρότερη έκθεση της γυναίκας σε επίπεδα ορμονών οιστρογόνων, και στον αυξημένο κίνδυνο για την εμφάνιση άνοιας.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την δρα Πάολα Γκίλσαντζ του ιατρικού κέντρου Kaiser Permanente του Όκλαντ της Καλιφόρνια, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Neurology» της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, ανέλυσαν στοιχεία για 6.137 γυναίκες σχετικά με την πρώτη περίοδο τους, την έναρξη της εμμηνόπαυσης και το αν είχαν κάνει υστερεκτομή.

Η μέση ηλικία της πρώτης περιόδου ήταν τα 13 έτη, της εμμηνόπαυσης τα 45 έτη, της διάρκειας αναπαραγωγικής ζωής τα 32 έτη, ενώ η μία στις τρεις (ποσοστό 34%) είχε κάνει υστερεκτομή. Στη συνέχεια, οι γυναίκες αυτές παρακολουθήθηκαν κατά πόσο εμφάνισαν άνοια αργότερα στη ζωή τους, κάτι που τελικά συνέβη στο 42%.

Διαπιστώθηκε ότι όσες γυναίκες είχαν την πρώτη περίοδο τους στα 16 χρόνια τους ή αργότερα, είχαν κατά μέσο όρο 23% μεγαλύτερο κίνδυνο για άνοια στο μέλλον, σε σχέση με όσες είχαν εμμηνόρροια πριν τα 13. Επίσης όσες είχαν εμμηνόπαυση πριν την ηλικία των 47 ετών, είχαν 19% μεγαλύτερη πιθανότητα άνοιας, σε σχέση με τις γυναίκες που είχαν εμμηνόπαυση μετά τα 47.

Όσες γυναίκες είχαν στη ζωή τους λιγότερα από 34 αναπαραγωγικά χρόνια (από την πρώτη περίοδο έως την εμμηνόπαυση), είχαν 20% μεγαλύτερο κίνδυνο άνοιας, σε σχέση με εκείνες που είχαν περισσότερα από 34 χρόνια αναπαραγωγικής ζωής. Τέλος, οι γυναίκες που είχαν αφαιρέσει τη μήτρα τους, είχαν 8% μεγαλύτερη πιθανότητα μελλοντικής άνοιας.

«Δεδομένου ότι οι γυναίκες έχουν περίπου 50% μεγαλύτερη πιθανότητα από ό,τι οι άνδρες να εμφανίσουν άνοια κάποια στιγμή στη ζωή τους, είναι σημαντικό να μελετώνται οι όποιοι παράγοντες κινδύνου αφορούν ειδικά τις γυναίκες, έτσι ώστε να βρεθούν τρόποι έγκαιρης παρέμβασης», δήλωσε η Γκίλσαντζ. «Τα ευρήματα μας δείχνουν ότι η μικρότερη έκθεση σε οιστρογόνα στη διάρκεια της ζωής μιας γυναίκας συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο άνοιας», πρόσθεσε.

ΠΗΓΗ: