Thursday, 29 November 2018

Πώς να διαχειριστείς το φόβο της απόρριψης





Το έχουμε νιώσει σχεδόν όλοι.

Είναι ο δισταγμός πριν πούμε κάτι δυσάρεστο.

Είναι ο κόμπος στο λαιμό που μας πιάνει όταν δαγκώνουμε τη γλώσσα μας για να μην πούμε αυτό που σκεφτόμαστε.

Είναι ο φόβος ότι θα πούμε ή θα κάνουμε κάτι που μπορεί να απογοητεύσει κάποιον σημαντικό άλλο και μετά εκείνος θα μας απορρίψει. Θα μας μαλώσει. Θα θελήσει να απομακρυνθεί από τη ζωή μας.

Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε το φόβο της απόρριψης;
Η ρίζα του «κακού»

Πριν απαντηθεί αυτή η ερώτηση είναι πάρα πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τι συνετέλεσε στη δημιουργία αυτού του φόβου. Να καταλάβουμε πότε και υπό ποιες συνθήκες εμφανίστηκε.

Οι ρίζες του φόβου της απόρριψης βρίσκονται στην παιδική μας ηλικία. Όταν μεγαλώναμε, στις τρυφερές ηλικίες έως να συμπληρώσουμε τα 5-7 έτη, ο παιδικός εγκέφαλος αναπτυσσόταν ραγδαία και απορροφούσε ό,τι γινόταν στο περιβάλλον μας, ώστε να μάθει το πώς λειτουργεί ο κόσμος. Στη γλώσσα της ψυχοθεραπείας, ήταν η περίοδος όπου αναπτυσσόταν ο ψυχισμός μας.

Από όσα πράγματα μαθαίναμε, αυτό το οποίο είχε τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την επιβίωσή μας ήταν η σχέση με τους γονείς μας (ή τους κύριους φροντιστές όπως είναι ο όρος στην ψυχολογία). Εκείνοι ήταν υπεύθυνοι για την τροφή και την ανατροφή μας. Έπρεπε πρώτα απ’όλα να βρίσκουμε τρόπους ως παιδιά για να τους έχουμε ευχαριστημένους, ώστε να καταφέρουμε να έχουμε την, τόσο απαραίτητη για εμάς, φροντίδα τους.

Σε εκείνη την πολύ ευαίσθητη για εμάς περίοδο ο ιδανικός γονέας υποστηρίζει το παιδί, το καταλαβαίνει και το βοηθάει να εκφράσει αυτά που νιώθει. Του βάζει όρια με κατανόηση και του δίνει το χώρο που χρειάζεται ώστε να αναπτυχθεί με έναν υγιή τρόπο.

Δυστυχώς η πλειοψηφία, αν όχι όλοι οι γονείς, δεν μπορούν παρά να απέχουν από αυτό το πρότυπο. Είναι άνθρωποι και αυτοί και δεν μπορούν να είναι τέλειοι. Όλοι οι γονείς θα προκαλέσουν τραύματα στα παιδιά τους. Άλλοι περισσότερα άλλοι λιγότερα. Δε γίνεται αλλιώς. Δεν υπάρχει ο τέλειος γονέας.

Η εστίαση δεν είναι στο να κατηγορήσω σε αυτό το άρθρο αλλά στο να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στα παιδιά λόγω του τρόπου με τον οποίο θα αντιμετωπιστούν από τους γονείς τους, στα πρώτα χρόνια της ζωής τους.
Μη αποδοχή

Είναι πολλές οι συνθήκες οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν έντονο φόβο απόρριψης σε ένα παιδί.

Ένας αυστηρός γονέας που κάνει πολλές παρατηρήσεις δημιουργεί την αίσθηση ότι το παιδί έπρεπε να πληρεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να είναι αποδεκτό.

Ένας γονέας που απειλεί συχνά ότι θα το παρατήσει («Αν δε φας το φαγητό σου θα σε δώσω στους…»)

Ένας καταθλιπτικός γονέας που δεν είχε διάθεση για τίποτα και το παιδί ένιωθε ότι δεν μπορούσε να πάρει την προσοχή του καθόλου εύκολα. Ή ότι έφταιγε αυτό που η μαμά είναι στεναχωρημένη.

Ένας γονέας που δούλευε σε άλλη πόλη ή χώρα, καθώς το παιδικό μυαλό δεν μπορεί να κατανοήσει για ποιο λόγο ο μπαμπάς ή η μαμά λείπει και είναι πιθανό να νομίζει ότι φταίει εκείνο γι αυτό.

Μια υιοθεσία όπου το παιδί νιώθει ότι το απέρριψαν και το παράτησαν από τις πρώτες του στιγμές.

Η λίστα φυσικά δεν εξαντλείται εδώ.
Παρελθόν και παρόν

Όποια και να είναι η πρωταρχική αιτία του φόβου της απόρριψης, το βασικό χαρακτηριστικό του είναι ότι προέρχεται σχεδόν ανεξαιρέτως από το παρελθόν. Κι όμως τον αισθανόμαστε τόσο έντονα στο παρόν μας.

Τον νιώθουμε σε καταστάσεις όπου μας έρχονται οι σκέψεις:

-Κι αν θυμώσει μαζί μου και δε θέλει να μου ξαναμιλήσει;

-Κι αν τον στεναχωρήσω και δε θέλει να κάνουμε πια παρέα;

-Κι αν τον δυσαρεστήσω και μετά φύγει;

Τις στιγμές αυτές, μοντέλα σχέσεων που έχουμε κάνει στο παρελθόν μας αναδύονται ισχυρά στο παρόν μας και στοιχειώνουν τις σκέψεις μας και όλο μας το είναι.

Είναι τόσο ακινητοποιητικός ο φόβος της απόρριψης που συνήθως υπαγορεύει πλήρως τις κινήσεις μας και έτσι δεν έχουμε βρει ποτέ την δύναμη να τον τεστάρουμε και να δούμε αν όντως αληθεύει. Ο τρόμος του «τι μπορεί να συμβεί αν» μας κρατάει δέσμιους σε μια γνώριμη αλλά και βασανιστική, επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά. Κάνουμε πίσω. Μαζευόμαστε.
Η πρόκληση

Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε το φόβο της απόρριψης καλούμαστε να κατανοήσουμε ότι ένα μοντέλο που δημιουργήθηκε στο παρελθόν επηρεάζει καταστάσεις του παρόντος μας.

Τη στιγμή που σκεφτόμαστε ότι μπορεί να έχει θυμώσει μαζί μας ο άλλος, ενεργοποιείται ο φόβος ότι ένας γονέας μπορεί να μας παρατούσε αν δεν συμπεριφερόμασταν όπως ήθελε.

Όταν ψάχνουμε γύρω μας σημάδια για το αν έχουμε πει καμιά βλακεία, όταν νιώθουμε την αγωνία μήπως και κάναμε κάτι που στεναχωρήσαμε τον άλλον και γι αυτό έχει πέντε λεπτά να απαντήσει στο μήνυμά μας, εμφανίζεται ο φόβος ότι ο ένας γονέας δε μας δίνει τη σημασία που έχουμε ανάγκη και θα μας εγκαταλείψει.

Όταν τρέμουμε να πούμε ΟΧΙ σε κάτι που μας ζητείται αναδύεται ο φόβος ότι αν δεν ήμασταν «καλά» παιδιά τότε θα χάναμε την αγάπη των γονιών μας.

Έχουμε μεγαλώσει όμως από τότε. Οι καταστάσεις δεν είναι πλέον οι ίδιες. Οι άλλοι άνθρωποι δεν είναι τόσο σημαντικοί για την επιβίωσή μας όσο ήταν τότε οι γονείς μας. Επίσης οι άνθρωποι του παρόντος μας δε νοιάζονται τόσο για εμάς ούτε είναι τόσο ευαίσθητοι στις αντιρρήσεις μας όσο εμείς φοβόμαστε. Έχουν και εκείνοι τα δικά τους τραύματα να τους ανησυχούν.

Τα σενάρια που κάνουμε είναι αυτόματες, ασυνείδητες εικασίες βασισμένες στα δεδομένα του παρελθόντος. Όχι του παρόντος.

Για να το πούμε λαϊκά, καήκαμε στο γάλα και φυσάμε και το γιαούρτι.

Μια σημαντική λεπτομέρεια είναι ότι πολλές φορές μπορεί να μη θυμόμαστε που έχουμε καεί. Να έχουμε απωθήσει αυτές τις πληροφορίες. Εκεί η συνδρομή ενός ειδικού μπορεί να αποδειχτεί πολύτιμη ώστε να αντιληφθούμε το γιατί.
Στην πράξη

Είμαι και μαθηματικός και με ενδιαφέρει τι μπορεί να γίνει στην πράξη. Στην πράξη, την ώρα που θα νιώσεις το δισταγμό όταν κληθείς να πεις ΟΧΙ θυμήσου πως το παρελθόν σου υπαγορεύει ότι θα έρθει η καταστροφή του κόσμου. Όχι το παρόν σου.

Πες στον εαυτό σου εκείνη τη στιγμή «Το παρελθόν μου λέει ότι θα με απορρίψει ο άλλος»

«Το παρελθόν μου λέει ότι αν πω ΟΧΙ θα σταματήσει να θέλει να κάνουμε παρέα»

Θυμήσου ότι ο πολύ αληθινός φόβος που νιώθεις στο παρόν σου προέρχεται από το παρελθόν σου. Δε συνδέετεαι με το εδώ και τώρα.

Δώσε στον εαυτό σου την ευκαιρία να κάνει το επόμενο βήμα και τότε θα δεις ότι μπορεί να:

-Μη θυμώσει και να σου ξαναμιλήσει

-Να τον στεναχωρήσεις ή να μην τον στεναχωρήσεις αλλά να μην επηρεαστεί η παρέα σας

-Να μην τον δυσαρεστήσεις και να μείνει.

Η δράση αυτή θα χτίσει νέες εμπειρίες. Θα μπορέσεις να ανατρέψεις τα μοντέλα το παρελθόντος και να τα αντικαταστήσεις με τα μοντέλα των σχέσεων που ισχύουν στη σημερινή σου πραγματικότητα.

Δεν είναι απλό και χρειάζεται αρκετή προσπάθεια. Θα ξεχαστείς πολλές φορές και δεν πειράζει. Δεν αλλάζουν πεποιθήσεις μιας ζωής σε μια μέρα. Μπορεί να χρειαστεί να ζητήσεις και βοήθεια. Όμως γίνεται.
Συμπέρασμα

Η γνώση είναι δύναμη. Δώσε στον εαυτό σου την ευκαιρία να απελευθερωθεί από ένα τεράστιο βάρος. Κατανόησε ότι οι αποσκευές του παρελθόντος είναι ισχυρές αλλά ανήκουν στο παρελθόν.

Άφησέ τις εκεί που τους αρμόζει…

ΠΗΓΗ:

New research finds there is no “right thing” to say when you want to be supportive




It feels selfish to fret – it’s the other person who is suffering – but agonising over what to say to a friend in need can be incredibly anxiety provoking. If you want to be supportive (and not make matters worse), what are the right words to say to someone who has experienced a relationship break-up, for instance, or lost their job? Should you express sympathy, downplay the situation, say you know how they feel, or something else entirely? A series of studies in Basic and Applied Social Psychology will offer relief to anyone who has ever agonised over this predicament – the findings suggest that in fact there are few, if any, “magic statements that, if spoken, would provide lasting comfort to the recipient.”

Shawna Tanner at Wayne State University and her colleagues propose that in all likelihood trying too hard to say the right thing could actually lead you to make “clumsy statements that do more harm than good”. They advise that as long as your friend or relative sees you as supportive, then your “mere presence and sympathy is likely enough”.



Tanner’s team first re-analysed data published in 2008 that involved nearly 300 schoolchildren (aged 10 to 15) rating the supportiveness of six statements. These were ostensibly made by one friend to another, who had either had an academic set-back or been rejected from a group picnic. The six statements represented different supportive strategies such as offering sympathy, being optimistic or minimising the seriousness of the situation. There was barely any agreement between the children in their ratings of the supportiveness of the statements. A more important factor was the children’s own tendencies – some of them, more than others, were inclined to see the statements as generally more supportive. Comfort, then, is in the ears of the listener, not the words themselves.

A new study backed this up. The researchers asked 54 undergrads to rate the supportiveness of 96 statements across eight hypothetical situations, deliberately composed to appeal to people with certain personality traits – for example, there were positive-thinking type statements designed to appeal to optimists (e.g. “things have a funny way of working out for the best”) and community-minded statements designed to appeal to people with a sociable, collegiate disposition (e.g. “Well, your friends like you better anyway and now you can spend more time with us”). Once again, there was very little agreement between the students in which statements were considered the more supportive, and this was the case even when restricting the analysis to sub-groups of the students with similar personality traits. Instead, more relevant were participants’ own idiosyncrasies – how they happened to like some supportive statements but not others.

Finally, in an effort to increase the realism of their investigation, the researchers asked 33 clinical psychologists, undergrad and graduate clinical trainees to rate the supportiveness of statements made by therapists in therapy training videos. Once more there was little agreement about which statements were the more supportive, even among the sub-groups (for instance, among the qualified clinical psychologists specifically).

The background to these new findings is that past research has shown there is also little agreement between people about the trait supportiveness, or not, of other individuals. Tanner’s team reasoned that this subjectivity need not necessarily apply to supportive utterances, but it seems it does. There is not something about certain people, nor certain carefully chosen words, that makes them universally comforting. Rather – and likely for highly complex reasons – we each have an idiosyncratic take on who is supportive and which words we find most helpful. While further research is needed to confirm this take – including studies in more realistic situations and involving people from varied cultures – for now this message should bring reassurance to anyone who has worried about saying the right thing to a friend or relative in need.

SOURCE:

The act of drawing something has a “massive” benefit for memory compared with writing it down




A picture is worth a thousand words…. When it comes to conveying a concept, this sentiment can certainly be true. But it may also be the case for memory. At least that’s the message from Myra Fernandes and colleagues at the University of Waterloo, Canada – writing in Current Directions in Psychological Science, they argue that their research programme shows that drawing has a “surprisingly powerful influence” on memory, and as a mnemonic technique, it could be particularly useful for older adults – and even people with dementia.



Fernandes and her colleagues first established what they call the “drawing effect” – getting people to draw quick pictures of words in a list (such as “truck” or “pear”) led to much better recall of those words than writing them out multiple times. Creating just a four-second drawing was also superior to imagining the items or viewing pictures of the words.

This was proof of principle type work. The researchers next looked at whether drawing aids memory of more complex terms and concepts. They found that study participants who had a minute to draw an image representing “isotope” or “spore”, for example, were more likely to remember the meaning than people who were asked to copy out the definitions instead. “As with single words, we reasoned that drawing facilitates retention, at least in part, because it requires elaboration on the meaning of the term and translating the definition to a new form (a picture),” the researchers write.

In fact, there are various components to the process of drawing a picture of a word or concept, each of which seem to cumulatively aid memory. Getting people to trace over an existing drawing (so getting them to make relevant arm and hand movements, but not allowing personal elaboration), or to create a drawing which they were then not allowed to see (so allowing the physical movements and personal elaboration, but depriving them of the visual memory of the end result) both improved memory – but not as much as when all of these stages were allowed. “Memory scaled up as components were added to the encoding task,” the researchers note.

Fernandes and her colleagues went on to find that although older adults performed worse than younger adults at remembering words they had learned by writing, there was no difference between the two age groups in their ability to remember words they had drawn. Encouraged by these results, the team then asked 13 people diagnosed with dementia and living in a long-term care facility to either draw or write 60 words that were read aloud by an experimenter. The results showed a “massive” memory benefit for words that had been drawn rather than written. If it can be shown that drawing also helps with other sorts of memory – for where things are kept, perhaps – this strategy could be practically useful for people with dementia.

In some cases, the patients’ drawings looked just like scribbles. But how good – or bad – the drawings were didn’t seem to matter. In fact, in most of the experiments, the researchers assessed their participants’ ability to create vivid images and also their experience at drawing, and neither was correlated with memory performance. Even people who struggle to create a stick figure should, then, get memory benefits from drawing.

There’s still plenty of work to be done to investigate whether drawing terms, events or concepts that you want to recall can bring real-world benefits – whether in the classroom or in a care home. But this is a comprehensive set of studies, all pointing in the same direction. “Taken together, the evidence…demonstrates that drawing is a robust encoding strategy that can, and does, improve memory performance dramatically,” the researchers conclude.

SOURCE:

Wednesday, 28 November 2018

Πόσο σέβομαι την διαφορετικότητά σου;


Παρακολουθούσα πρόσφατα ένα βίντεο για τη διαφορετικότητα. Για τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τη φυλή, τη θρησκεία, την αναπηρία. Είναι ένα θέμα που συζητάμε συχνά, προσπαθούμε – οι περισσότεροι τουλάχιστον- να ανοίξουμε το μυαλό μας και να αποδεχτούμε το διαφορετικότητα, να περάσουμε ίσως και τα σωστά μηνύματα στα παιδιά μας. Σκέφτομαι όμως πως πολλές φορές αδυνατούμε να αποδεχτούμε τη διαφορετικότητα μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, στη σχέση μας… Για να εξηγήσω: πόσοι από εμάς δεχόμαστε τη διαφορετικότητα του/ της συντρόφου μας; Το γεγονός ότι μεγάλωσε σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, έχει διαφορετικά βιώματα, διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετική προσωπικότητα από εμάς και τελικά, ναι, είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος με την δική του οπτική και τις δικές του αντιλήψεις;

Πολλοί άνθρωποι διαλέγουν κάποιον, ξεκινούν μια σχέση, βλέπουν «κουσούρια» και συμπεριφορές που δεν τους αρέσουν και επιλέγουν να τα αγνοήσουν. Το αποτέλεσμα είναι να παλεύουν μετά για χρόνια αυτόν τον ίδιο άνθρωπο να τον αλλάξουν. Αλήθεια, πόσοι από εμάς δεν σκεφτήκαμε έστω και μια φορά «θα σε στρώσω!»; Ιδιαίτερα εμείς οι γυναίκες έχουμε πολλές φορές το σύνδρομο της μανούλας που θα «εκπαιδεύσει». Μπορεί να μην το ομολογούμε δυνατά, μπορεί ακόμα και να μην το ομολογούμε ούτε στον εαυτό μας, έχουμε όμως μια τάση να προσπαθούμε να καλουπώσουμε τον άλλον και να τον φέρουμε στα νερά μας. Γιατί φυσικά αν εγώ κι εσύ είμαστε διαφορετικοί, τότε σίγουρα εσύ είσαι ο λάθος διαφορετικός και εγώ ο σωστός. Δεν ξέρω δυστυχώς πολλούς ανθρώπους που σε μια διαφωνία ή σε έναν καυγά θα σκεφτούν να εξετάσουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης πριν δακτυλοδείξουν τον άλλο ως φταίχτη.

Τα ζευγάρια απομακρύνονται και χάνονται μέσα από τέτοιες συμπεριφορές. Οι άνθρωποι τσακώνονται, νιώθουν θυμό και ματαίωση που ο άλλος ο «στραβός» δεν αλλάζει.Ίσως να φτάσουν και στο σημείο να παγώσουν, να μην μιλούν μέσα από την απογοήτευση πια ότι ο άλλος δεν θα αλλάξει παρά τις «καλοπροαίρετες» προσπάθειές τους.

Αναρωτιέμαι όμως πόσο πιο απλά θα ήταν τα πράγματα αν έστω είμασταν ανοιχτοί να εξετάσουμε το ενδεχόμενο πως μπορεί ο άλλος να είναι διαφορετικός από εμάς αλλά εξίσου σωστός ή λάθος, ίσιος ή στραβός; Πως θα σπαταλούσαμε όλον αυτό το χρόνο και όλη αυτή την ενέργεια αν δεν ασχολιόμασταν με όλα αυτά που πρέπει να του διορθώσουμε; Πόσο τελικά σημαντικές είναι αυτές οι διαφορές με τις οποίες τρωγόμαστε; Πόσο πιο θετικοί και ενωμένοι θα ήμασταν αν απλά αποδεχόμασταν πως σε κάποια πράγματα δεν θα συμφωνήσουμε ποτέ;

Πιστεύω πως τελικά η ανοιχτοσύνη, η ανεκτικότητα και η ανοχή μας στη διαφορετικότητα θα πρέπει να ξεκινά από τον άνθρωπο που επιλέξαμε να είναι στη ζωή μας. Τότε, πράγματι, έχουμε πολλές παραπάνω πιθανότητες να καταφέρουμε να μεταφέρουμε στα παιδιά μας σωστά μηνύματα που πιθανόν να φτάνουν και έξω από τα στενά όρια του σπιτιού μας.

ΠΗΓΗ:

The Personality Traits Of Millionaires





Many of the stereotypes about rich people’s personalities are true, research finds.



Rich people are more extraverted, conscientious, emotionally stable and narcissistic than others, new research reveals.

Confirming the stereotype, rich people are also more self-centred and less agreeable.


The results come from a study of 130 German millionaires who all had financial assets of at least one million euros (not including property).

They were compared to a large survey of the general public.

All were quizzed about their personality and wealth.

Dr Marius Leckelt, the study’s first author, said:



“Despite the influence of high net-worth people on society, evidence about their personality is scarce.

What research there has been has tended to concentrate on how social or antisocial they are.

We wanted to discover whether they differ from the wider population more generally and, if so, how.”

Along with their findings about the personalities of millionaires, the researchers also asked a group of people how they viewed the rich.


The results showed that people overestimated how different the rich were to themselves.

However, they did identify broadly the same trends of greater conscientiousness, emotional stability and self-centredness.

Many of the wealthy Germans in the study had their own businesses, the study’s authors write:



“…more than 60% of our millionaire sample indicated that one of their main sources of wealth came from running their own company, suggesting that entrepreneurial behaviour may play an especially important role for these high‐net‐worth individuals.”

This may well stem from the ‘entrepreneurial personality’, which is something rich people shared:


“The ‘entrepreneurial personality profile’ has been described by a combination of high Extraversion, Conscientiousness, and Openness as well as lower Agreeableness and Neuroticism.

This constellation is thought to address typical affordances of being an entrepreneur such as acquiring new customers, managing finances, developing innovative products, negotiating with suppliers, and coping with enduring phases of uncertainty and risk.”

SOURCE: