Wednesday, 14 November 2018

Καχυποψία


Ειναι γνωστό στους ειδικούς ψυχικης υγειας εδω και δεκαετίες, οτι η ψυχικη εκεινη κατασταση εκεινη η οποία θα εχει θεαματική άνοδο στις εκδηλώσεις της και στην συμπτωματολογια της στα επόμενα χρονια και θα αυξάνει ολοένα και περισσοτερο, οτι θα ειναι η καχυποψια – παρανοικοτητα. Οι καιροί αλλάζουν με ταχείς ρυθμούς και δεν προλαβαίνουν να ενσωματωθούν στο συλλογικό ασυνείδητο των κοινωνιων. Οταν ο ανθρωπος δεν γνωρίζει κατι, έρχεται δηλαδη σε επαφή με κατι εντελως καινούριο, το φοβάται. Χρειαζεται καιρος για να το συνηθισει και να δει αν μπορεί να δεχτει ορισμενα χαρακτηριστικά η να τα απορρίψει. Αν προσθέσουμε και συνυπολογίσουμε και το γεγονός οτι ο κοσμος ειναι άδικος και σκληρός, οτι η φτώχεια μαστίζει τον πλανήτη, οτι οι δυτικές κοινωνίες γίνονται ολο και περισσοτερο αφιλοξενες, οτι οι ανθρωποι δεν μπορούν να συννενοηθούν μεταξύ τους ουτε γνωρίζουν πως να διαχειριστούν τις επιθετικές τους ενορμήσεις, οτι η μοναξια ειναι το κυρίαρχο φαινόμενο, οτι η οικογένεια δεν μπορεί να παίξει βοηθητικό ρόλο είτε γιατι κλείνεται στο καβούκι της και αγνοεί την υπόλοιπη κοινωνία με αποτελεσμα να δημιουργεί ανθρώπους οι οποιοι εχουν προβλήματα προσαρμογής, είτε επειδή ειναι πολυ πιεστική όσον αφορά στην ενςωματωςη των κοινωνικων στερεοτυπων οποτε χάνεται πρόωρα η παιδικότητα, αν λοιπον συνυπολογίσουμε όλους αυτούς τους παράγοντες, ειναι φυσικό να διακρίνουμε στην συμπεριφορά των ανθρώπων την καχυποψία.


Απο που προκύπτει η καχυποψία;

Απο που προκύπτει ομως η καχυποψία; Προκύπτει απο το γεγονός οτι ο σημαντικός αλλος δεν ακούει και δεν φροντίζει τις ανάγκες μου. Τα κίνητρα του ειναι αλλα. Να κοιτάξει μονο τον εαυτο του και οχι τον άλλο. Οταν λοιπον η κοινωνία το κάνει αυτο, η οικογένεια το κάνει αυτο, οταν το περιβάλλον διαμορφώνεται αφιλοξενο, οταν τα στερεότυπα ενισχύονται αντί να δίνεται προτεραιότητα στην έρευνα των ανθρώπων για την ζωη τους και τον εαυτο τους, τοτε δεν υπαρχει αλλη διέξοδος απο την καχυποψία. Οταν δεν με φροντίζεις λοιπον, δεν μπορω να σε εμπιστευτω γιατι δικαιολογημένα καταλαβαίνω οτι δεν σε ενδιαφερει το πως αισθάνομαι εγω αλλα μονο το πως αισθάνεσαι εσύ. Ετσι δεν μπορω να σε εμπιστευτω και αισθάνομαι συνεχώς καχυποπτα οχι μονο απέναντι σου αλλα και απέναντι σε ολοκληρη την κοινωνία η οποία ειναι ο αντικατοπτρισμός ο δικός σου που μου εισαι σημαντικός/η.

Παρανοικοτητα

Την καχυποψια στις διαταραγμένες της μορφές την ονομάζουμε παρανοικοτητα και αφορά καταστάσεις κατά τις οποίες το άτομο αισθάνεται ότι το κοιτούν, το ακολουθούν, το σχολιάζουν, του υποκλέπτουν την σκέψη, αισθάνεται οτι η σκέψη του ακουγεται, κτλ. Πρόκειται για ψυχοπαθολογική κατάσταση η οποία χρειάζεται μακροχρόνια ψυχοθεραπεία. Σε πολλές περιπτώσεις χρειάζεται παράλληλη φαρμακευτική υποστήριξη.
Θεραπεια για την καχυποψια – παρανοικοτητα

Η ψυχοθεραπεία εδώ εστιάζει στις βαθύτερες εσωτερικές σχέσεις του ατόμου καί ιδιαίτερα στις σχέσεις εκείνες οι οποίες υπολείπονται εμπιστοσύνης. Εάν επιτευχθεί θεραπευτική συμμαχία, τα άτομα αυτά έχουν καλή πορεία. Το άγχος του καχύποπτου ατόμου τις περισσότερες φορές είναι έντονο καί δημιουργεί επιθετικότητα. Οι φόβοι επίθεσης που νιώθει το οδηγούν να απομακρύνεται από τις σχέσεις με αποτέλεσμα την απομόνωση. Η ειλικρινής στάση του ψυχοθεραπευτή σε συνδυασμό με την παροχή ενδιαφέροντος καί φροντίδας αποτελούν τα πρώτα θεραπευτικά βήματα.

ΠΗΓΗ:

Sunday, 11 November 2018

An Easy Way to Reduce Depression And Loneliness




Reducing loneliness and depression could be as simple as this…



Limiting social media to 30 minutes per day decreases feelings of loneliness and depression, new research finds.

The study strongly suggests that excessive social media use makes people more depressed and lonely.


It is also ironic that less ‘social’ media use reduces feelings of loneliness.

For the study, 143 college students were tracked for three weeks.

Half were told to use social media as normal, while the other half were instructed to limit it to 30 minutes per day.

All reported their use of Facebook, Snapchat and Instagram along with feelings of anxiety, depression, loneliness and fear of missing out.


Dr Melissa G. Hunt, the study’s first author, explained the results:



“Here’s the bottom line.

Using less social media than you normally would leads to significant decreases in both depression and loneliness.

These effects are particularly pronounced for folks who were more depressed when they came into the study.”

Dr Hunt does not think young people should stop using social media all together.

Limiting screen time, though, seems sensible, she says:



“It is a little ironic that reducing your use of social media actually makes you feel less lonely.

Some of the existing literature on social media suggests there’s an enormous amount of social comparison that happens.

When you look at other people’s lives, particularly on Instagram, it’s easy to conclude that everyone else’s life is cooler or better than yours.”

Dr Hunt concluded:


“When you’re not busy getting sucked into clickbait social media, you’re actually spending more time on things that are more likely to make you feel better about your life.

In general, I would say, put your phone down and be with the people in your life.”


SOURCE:

Αυτόλογες μεταμοσχεύσεις βλαστοκυττάρων για τη θεραπεία της Σκλήρυνσης κατά Πλάκας




Επανάσταση στη θεραπευτική αντιμετώπιση της Σκλήρυνσης κατά Πλάκας (ΣΚΠ) έχει γίνει όχι μόνο με τα φάρμακα δεύτερης και τρίτης γενιάς, που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια και τα οποία έχουν καταφέρει να σταματήσουν την εξέλιξη της νόσου αλλά και να βελτιώσουν σε ένα ποσοστό τη χρόνια αναπηρία. Αλλά ακόμη και για τις περιπτώσεις, όπου όλες οι υπάρχουσες θεραπείες δεν αποδίδουν (δηλαδή για τις προϊούσες μορφές της νόσου), η επιστήμη ετοιμάζει τις λύσεις με τη χρήση βλαστοκυττάρων σε πειραματικό επίπεδο με αισιόδοξα αποτελέσματα.

Αυτό που πριν από λίγα χρόνια φάνταζε σενάριο επιστημονικής φαντασίας, σήμερα πλέον φαίνεται ότι θα αποτελέσει το νέο μέλλον της ιατρικής στην αντιμετώπιση της ΣΚΠ καθώς χάρη στις θεραπείες με τη χρήση μεσεγχυματικών κυττάρων θα μπορεί όχι μόνο να αναπλάθεται η βλάβη που έχει δημιουργηθεί από τη νόσο αλλά και θα προλαμβάνεται.

Για τις θεραπείες που γίνονται σήμερα με την αυτόλογη μεταμόσχευση μεσεγχυματικών κυττάρων αλλά και με την αυτόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, στο περιθώριο του 5ου Διακλινικού Συμποσίου για τη Σκλήρυνση κατά Πλάκας, το οποίο διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη, ο καθηγητής Νευρολογίας στο Hebrew University του Ισραήλ, Δημήτριος Καρούσης.

Τα νέα φάρμακα έχουν αλλάξει την κλινική εξέλιξη της Σκλήρυνσης κατά Πλάκας

Τα νέα φάρμακα, δεύτερης και τρίτης γενιάς, δρουν με έναν πολύ διαφορετικό μηχανισμό, έχουν υψηλότερη αποτελεσματικότητα και έχουν αλλάξει την κλινική εξέλιξη της ΣΚΠ, επισημαίνει ο κ. Καρούσης.

Αναφέρει, μάλιστα, ως παράδειγμα ότι το 1990 οι μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες έδειχναν πως το περίπου 50% των ασθενών με ΣΚΠ, ύστερα από 10-15 χρόνια θα χρειαζόταν βοήθημα για να περπατήσει, ενώ με τα φάρμακα δεύτερης και τρίτης γενιάς αυτό το πρόβλημα, αν υπάρξει, θα εμφανιστεί ύστερα από 30 χρόνια.

«Έχουμε ψηλώσει τον πήχη ούτως ώστε να ζητάμε όχι μόνο να σταματήσουμε λίγο τις ώσεις (υποτροπές) και την εξέλιξη της ασθένειας αλλά ακόμα και να βελτιώσουμε τη νευρολογική ανικανότητα που δημιουργείται. Και όντως τα φάρμακα αυτά της δεύτερης και τρίτης γενιάς έχουν καταφέρει όχι απλώς να σταματήσουν την εξέλιξη αλλά να βελτιώσουν κιόλας σε πολλούς, σε ένα ποσοστό τουλάχιστον, τη χρόνια αναπηρία. Αυτό βέβαια που ακόμα λείπει και δεν έχει γίνει, είναι ότι δεν έχουμε κατορθώσει στις χρόνιες μορφές, όπου έχουν αποτύχει τα κλασσικά ανοσοκατασταλτικά ή ανοσοτροποποιητικά φάρμακα, να μπορέσουμε να κάνουμε κάτι, ειδικά όταν έχουν αποτύχει φαρμακευτικές θεραπείες πρώτης ή δεύτερης γραμμής. Κι εδώ μπαίνει και όλη η εξέλιξη που υπάρχει στις καινούργιες έρευνες. Υπάρχουν πολλές πειραματικές προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που κάνουμε με τη χρήση των βλαστοκυττάρων», επισημαίνει ο κ. Καρούσης.

Αυτόλογες μεταμοσχεύσεις αιμοποιητικών και μεσεγχυματικών κυττάρων

Σήμερα χρησιμοποιούνται, πειραματικά, για τη θεραπεία της ΣΚΠ οι μεταμοσχεύσεις αιμοποιητικών και μεσεγχυματικών κυττάρων, που προέρχονται από τον ίδιο τον ασθενή.

Η αυτόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων γίνεται αφού προηγουμένως ο ασθενής με ΣΚΠ υποβληθεί σε μία ισχυρή χημειοθεραπεία. Η χημειοθεραπεία καταστρέφει όλο το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς, το οποίο στη συνέχεια «ξαναχτίζεται» με τη χρήση αιμοποιητικών κυττάρων. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιείται ήδη για τη θεραπεία αιματολογικών ασθενειών και καρκίνων αλλά εμπεριέχει τις παρενέργειες της χρήσης μιας πολύ ισχυρής χημειοθεραπείας.

Ο κ. Καρούσης αναφέρει ότι η θεραπεία με αυτόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων έχει δείξει τελευταία πολύ καλά αποτελέσματα και αποτελεί μία πολύ καλή λύση, όταν υπάρχει μία πολύ έντονη φλεγμονώδης κατάσταση, που δεν μπορεί να ρυθμιστεί με τα κλασικά φάρμακα. Ωστόσο, τονίζει ότι η αυτόλογη μεταμόσχευση μεσεγχυματικών κυττάρων δίνει μεγαλύτερη ελπίδα καθώς δεν χρειάζεται ο ασθενής να υποβληθεί σε χημειοθεραπεία, όπως γίνεται στην περίπτωση της αυτόλογης μεταμόσχευσης αιμοποιητικών κυττάρων.

«Τα μεσεγχυματικά κύτταρα (όπως και τα αιμοποιητικά κύτταρα) είναι βλαστοκύτταρα, τα οποία πάλι παίρνουμε από τον μυελό των οστών αλλά είναι ένας διαφορετικός υποπληθυσμός. Αυτά τα μεσεγχυματικά κύτταρα τα χορηγούμε με τη δική μας μέθοδο ενδοραχιαία μέσα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό ούτως ώστε να δημιουργήσουν μία κάποια ανάπλαση της μυελίνης η οποία, στον ασθενή με ΣΚΠ, έχει υποστεί βλάβη. Δεν χρειάζεται καθόλου να γίνει χημειοθεραπεία γιατί: πρώτον τα βλαστοκύτταρα τα παίρνουμε από τον ίδιο τον ασθενή και επομένως δεν υπάρχει ανάγκη για δότη καθώς δεν υπάρχει καμία ασυμβατότητα. Και δεύτερον επειδή τα κύτταρα έχουν σκοπό όχι να αναπλάσουν το αμυντικό σύστημα, αλλά να αναπλάσουν τη μυελίνη ή να βοηθήσουν τα κατεστραμμένα κύτταρα», εξηγεί ο κ. Καρούσης.

Εντυπωσιακά τα αποτελέσματα μελετών αλλά ...θα αργήσει η ίαση

Τα τελευταία 12 χρόνια, στο Hebrew University του Ισραήλ έχουν γίνει τέσσερις μελέτες στον τομέα της θεραπείας της ΣΚΠ αλλά και της αμυοτροφικής σκλήρυνσης (ALS) με τη χρήση μεσεγχυματικών κυττάρων.

«Και στις δύο περιπτώσεις ήταν εντυπωσιακά τα αποτελέσματα των ανοιχτών μελετών που κάναμε, χωρίς να υπάρχει ομάδα ελέγχου που να παίρνει εικονικό φάρμακο. Δεν μιλάμε τώρα πλέον για σταμάτημα αλλά για μία βελτίωση της χρόνιας ανικανότητας. Δηλαδή βλέπουμε βελτίωση στο περπάτημα, στην όραση, στη νοητική δραστηριότητα και σε όλα αυτά. Αυτά όπως έχουμε αποδείξει τα τελευταία χρόνια έχουν μηδενικό κίνδυνο. Δεν υπήρχε ούτε μία σοβαρή παρενέργεια. Αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ακόμα και σε ασθενείς με πολύ έντονες εκφυλιστικές παθήσεις όπως η αμυοτροφική σκλήρυνση, βλέπουμε μία τεράστια δράση. Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή έχει γίνει αυτή η επανάσταση για την οποία μιλάμε. Αυτό που θα δώσει τις οριστικές απαντήσεις στην Ιατρική είναι μία μελέτη, η οποία θα συγκρίνει αυτό με το εικονικό φάρμακο. Και αυτό το κάναμε και μάλιστα είμαι σε ευχάριστη θέση να πω ότι το καλοκαίρι ολοκληρώσαμε αυτή τη διπλή τυφλή δοκιμασία, η οποία κλειδώνει την επόμενη εβδομάδα. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα από την πρώιμη ανάλυση είναι άκρως εντυπωσιακά. Δείχνουν ότι υπάρχει μία σημαντική βελτίωση σε όλους τους τομείς της κινητικής, της νοητικής και όλης της νευρολογικής δραστηριότητας σε σχέση με αυτούς που πήραν το εικονικό φάρμακο. Όταν ολοκληρωθεί και βγουν όλα τα αποτελέσματα θα το ξέρουμε σίγουρα και θα έχουμε πλέον μία απόδειξη και όχι απλώς μία ισχυρή ένδειξη, ότι αυτό μπορεί να είναι πραγματικά ένα ακόμα πολύ ισχυρό εργαλείο παράλληλα με τις εξελίξεις που υπάρχουν στη φαρμακευτική αγωγή για να μπορέσουμε να κάνουμε μία επανάσταση στην αντιμετώπιση της ΣΚΠ», τόνισε ο κ. Καρούσης.

Παράλληλα ανέφερε ότι δεν είναι απαραίτητο ο ασθενής να έχει κάνει όλες τις υπάρχουσες θεραπείες για υποβληθεί σε αυτόλογη μεταμόσχευση μεσεγχυματικών κυττάρων και ότι η μεταμόσχευση θα μπορούσε να γίνει εξ αρχής.

«Όσο πιο νωρίς εφαρμόζεται μια θεραπεία, πόσο μάλλον μια θεραπεία με βλαστοκύτταρα , τόσο καλύτερη θα είναι η δράση. Δεν βλέπω ένα μέλλον όπου θα υπάρχει μόνο είτε κυτταρική θεραπεία , είτε θεραπεία με βλαστοκύτταρα, είτε κάτι παραπλήσιο, αλλά θα υπάρχει ένας συνδυασμός. Γιατί από τη μία πρέπει να έχουμε κάτι προληπτικά που θα σταματάει τη φλεγμονή, όπως τα πολύ πετυχημένα τελευταίας γενιάς φάρμακα που υπάρχουν, και παράλληλα από νωρίς να δίνουμε στον ασθενή και κάποια κυτταρική θεραπεία για να μπορέσουμε να διορθώνουμε αυτά που δεν μπορεί να προλάβει το φάρμακο», πρόσθεσε ο κ. Καρούσης.

Παράλληλα, όμως, ανέφερε ότι οι φαρμακευτικές εταιρίες δεν δείχνουν πολύ ενδιαφέρον για αυτές τις θεραπείες γιατί τις βλέπουν ως ανταγωνιστικές της φαρμακευτικής αγωγής.

Οσον αφορά την ίαση της ΣΚΠ, ο κ. Καρούσης είπε ότι έχει ανοίξει ένα παράθυρο και ένας νέος δρόμος που θα οδηγήσει σε πιο ριζική θεραπεία αλλά θα χρειαστεί ακόμη πολύς δρόμος για να μιλάμε για ίαση.

ΠΗΓΗ:

Thursday, 8 November 2018

Your native language affects what you can and can’t see


By Emma Young

The idea that the language that you speak influences how you think about and experience the world (the so-called Sapir-Whorf hypothesis) has a long and storied history. A lot of research into the issue has focused on colour perception, and evidence has accumulated that people whose native languages have different colour categories don’t see the world in quite the same way.

Now in a new paper, published in Psychological Science, Martin Maier and Rasha Abdel Rahman at the Humboldt University of Berlin report that by affecting visual processing at an early stage, such linguistic differences can even determine whether someone will see a coloured shape – or they won’t. “Our native language is thus one of the forces that determine what we consciously perceive,” they write.



The wavelengths of light that we perceive as colours form a smooth continuum, but crucially, the colour categories that people use to divide up this spectrum vary between languages. Maier and Abdel-Rahman studied native Greek-, Russian- and German-speakers for whom these categories differ.

In both Greek and Russian, there is a dedicated category-word for “light blue” and another for “dark blue” but no specific word for “blue” as a broader category. In German (as in English), people can use qualifiers to refer to “light blue”, “navy blue” or “sky blue”, and so on, but there are no dedicated category words for these shades. On the other hand, in German (also as in English) there is a dedicated word “blue” (blau in German) to cover all the shades of blue. However, Russian, Greek and German alike have a dedicated category word for referring to all shades of “green”, just as we do in English.

Earlier work already showed that having a category term for something – whether it’s an object or a colour – speeds up a person’s ability to identify that item among a host of others. Russian-speakers are faster at discriminating between light and dark blue colour patches than English-speakers, for example. Maier and Abdel-Rahman wanted to go further and see whether linguistic colour categories would influence the likelihood of speakers of different languages becoming conscious of something at all.

Maier and Abdel-Rahman first tested 28 native Greek-speakers. In each trial, they were presented with a rapid series of 13 coloured stimuli, made up of geometric shapes against a differently-coloured background. The participants were asked to look out for a grey semi-circle, which always appeared at some point on every trial. The grey semi-circle was simply there to grab the participant’s attention – to make it more touch-and-go as to whether they’d notice any ensuing triangle at all. The critical test was whether participants spotted a coloured triangle when it appeared (which it did in 80 per cent of trials) and whether that varied according to its colour relative to the background.

Crucially, the triangle was either light blue against a dark blue background circle; light green against a dark green circle; or light or dark blue against either a light or dark green background circle. At the end of each trial, the participants were asked “how much” of a triangle they had seen – nothing at all, a slight or strong impression, or a “complete” triangle.

Maier and Abdel-Rahman found that, as they’d expected, the Greek-speakers were more likely to see a triangle when it was light against dark blue (or vice versa) than when it was light green against dark green (or vice versa). This is consistent with the idea that having fundamental linguistic categories for the two types of blue made it more likely that these triangles made it into the participants’ conscious perception.

When the researchers repeated the study with 29 German speakers, they found no difference in detection rates for blue against blue versus green against green triangles. But when they next ran the study on native Russian-speakers (who share the same colour categories as Greek-speakers), they replicated the hit rate pattern they had observed for the Greek-speakers – the Russian-speakers were more likely to perceive the triangle in the blue contrast condition compared with the green contrast condition, just as the researchers expected.

For the studies on Greek- and German-speakers, Maier and Abdel-Rahman also used electroencephalography (EEG) to compare their participants’ brain activity during the visual tasks. The EEG results supported the idea that native language influences a very early, automatic stage of visual processing – an idea that some other researchers have disputed in the past.

“The present results show for the first time that … our native language – and the color categories we apply within it – can influence whether we consciously perceive a stimulus or not,” the researchers write.

The differences in blue vs. green detection rates between Greek/Russian and German participants were not big in statistical terms. Still, “language… seems to play an active role in perception and helps to optimise it in the long run,” the researchers concluded.

SOURCE:


Episode 14: Psychological Tricks To Make Your Cooking Taste Better



This is Episode 14 of PsychCrunch, the podcast from the British Psychological Society’s Research Digest, sponsored by Routledge Psychology.

http://hwcdn.libsyn.com/p/c/6/a/c6a596e117a0e941/20181101_PsychCrunchEp14_Mx3.mp3?c_id=25558328&cs_id=25558328&expiration=1541678267&hwt=1bb7528d24335fd3e7df59247cd899d3


Can psychology help your cooking taste better? Our presenter Ginny Smith hears about the importance of food presentation, pairing and sequencing, and how our perception of food is a multi-sensory experience. She and her friends conduct a taste test using “sonic seasonings” that you can also try at home.



Our guests, in order of appearance, are: Professor Debra Zellner at MontClaire State University and Professor Charles Spence at Oxford University.