Saturday, 11 August 2018

A Surprising Remedy For All Personality Disorders






One in ten people are affected by personality disorders.



Time can slowly remedy personality disorders, even without treatment, research shows.

Psychologists and psychiatrists had long thought that people with personality disorders cannot change.


Personality was thought to be like eye colour or height — very difficult to change.

But, personality disorders can improve, the study of 240 people over 4 years found — even without any kind of treatment (although treatment can help).

Professor Mark F. Lenzenweger, who led the study, said:


“Although the disorders are common, with 1 in 10 people affected, the good news is that we now know the disorders can change with time.”

Common personality disorders include borderline personality disorder, antisocial personality disorder and narcissistic personality disorder.


Borderline personality disorder involves a history of unstable relationships, possible substance misuse and self-destructive behaviour.


People with antisocial personality disorder have no regard for other people’s feelings or judgments and see themselves as free of society’s rules and standards.

Those with a narcissistic personality disorder have a disregard for others and grandiose sense of their own importance.

Although treatments were not specifically tested in this study, there are now specialised approaches for personality disorders.

Other personality disorders include:
Histrionic personality disorder.
Obsessive-compulsive personality disorder.
Avoidant personality disorder.

The conclusions come from a study that followed 250 people over four years.

They were examined for features of personality disorders at three time points.

The results showed that over time the features of personality disorders reduce, by an average of 1.4 per year.

People who did get treatment for their personality disorder during the study also saw an increased improvement in their symptoms.


The study’s authors conclude that:


“… [personality disorder] features show considerable variability across individuals over time.

This fine-grained analysis of individual growth trajectories provides compelling evidence of change in PD [personality disorder] features over time and does not support the assumption that PD features are traitlike, enduring, and stable over time.”

SOURCE:

Sunday, 5 August 2018

Σεξουαλικός Προσανατολισμός






Ο Σεξουαλικός προσανατολισμός αποτελεί μια πτυχή των 2 φύλων που προκύπτει από την προγεννητική σεξουαλική διαφοροποίηση του εγκεφάλου.

Η Σεξουαλική συμπεριφορά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς αυτή η διαδικασία της βιολογικής διαφοροποίησης προχωρά, με κεντρικούς παράγοντες τα γονίδια, τις σεξουαλικές ορμόνες και τα συστήματα του εγκεφάλου που επηρεάζονται.

Η βιολογική προοπτική για τον σεξουαλικό προσανατολισμό έρχεται ίσως σε αντίθεση με τις άλλες πεποιθήσεις, οι οποίες παρέμειναν σιωπηλές σχετικά με την προέλευση της ετεροφυλοφιλίας, ενώ αποδίδουν την ομοφυλοφιλία στη δυναμική της οικογένειας, στην εκπαίδευση, στην πρόωρη σεξουαλική εμπειρία, ή στην ελεύθερη επιλογή. Χωρίς, φυσικά, να μπορεί να αποκλειστεί όλα αυτά να παίζουν ρόλο.



Παρά τις διαφορετικές και αντικρουόμενες ερμηνείες για τους μηχανισμούς που οδηγούν στον ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό, σήμερα, η απόλυτη επιστημονική βεβαιότητα είναι ότι η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί ασθένεια.



Ίσως, αυτή η βεβαιότητα να φαντάζει κοινότοπη, όμως, εκτός του ότι επιτεύχθηκε με μεγάλες προσπάθειες, προάγει ένα σημαντικό συμπερασμό:

αφού η ομοφυλοφιλία δεν είναι ασθένεια, δε μπορεί και δε χρειάζεται να θεραπευτεί.

Η δεοντολογική απαγόρευση στη θεραπεία δεν πρέπει να ληφθεί όμως ως φρένο στην επιστημονική έρευνα των μηχανισμών που ελέγχουν το σεξουαλικό προσανατολισμό των ανθρώπων.

Η μελέτη της επιστημονικής αλήθειας μπορεί να αποβάλει απεχθείς καταδιώξεις καθώς και προκαταλήψεις.



«Όλες οι ανθρώπινες συμπεριφορές έχουν αίτια και λόγους, ανεξάρτητα από το αν η συμπεριφορά καθορίζεται ως φυσιολογική ή όχι.

Η ομοφυλοφιλία γίνεται καλύτερα αντιληπτή ως ένα τελικό κοινό μονοπάτι σεξουαλικής δραστηριότητας, που παρουσιάζει πολλές διαφορετικές πηγές, μερικές συγκρουόμενες, μερικές μη συγκρουόμενες και αρκετές όπου μονάχα υποθέσεις είναι δυνατές»

Βαϊδάκης Ν. Η Σεξουαλική Συμπεριφορά του Ανθρώπου. Κεφ. 5ο, σελ.177. Εκδ. ΒΗΤΑ, 2005



Η ανάπτυξη της σεξουαλικής ταυτότητας: από την παιδική ηλικία και την εφηβεία έως την ενήλικη ζωή



Ο συνδυασμός των χρωμοσωμάτων δεν είναι αρκετός, από μόνος του, για να προσδιορίσει τη σεξουαλική συμπεριφορά ενός ατόμου ως αντρική ή ως γυναικεία.

Για να καταστεί δυνατή η προσέγγιση αυτού του θέματος επινοήθηκαν πολλά χρόνια πριν η έννοια της ταυτότητας και του ρόλου του φύλου.



Με τον όρο «ταυτότητα φύλου» εννοούμε το να αισθάνεται κανείς ως άνδρας ή ως γυναίκα και με τον όρο «ρόλος του φύλου» εννοούμε πώς αυτό εκφράζεται προς τα έξω, προς τους άλλους.

Από την παιδική ταυτότητα του φύλου μεσολαβεί μια λανθάνουσα περίοδος μέχρι την εφηβεία, που αποτελεί το μεγάλο σταθμό της σεξουαλικότητας.

Συνεπώς η νεανική ταυτότητα φύλου, η εφηβική σεξουαλικότητα και η εφηβική μορφολογία του σώματος συμβάλλουν, κάτω από συνεχείς περιβαλλοντικές επιδράσεις, ώστε να φθάσει κανείς στην τελική έκφραση της ταυτότητας και του ρόλου του φύλου.

Φαίνεται ότι η ανάπτυξη της σεξουαλικής ταυτότητας είναι πολυπαραγοντική και διαχρονική, αρχίζει από την ενδομήτρια ζωή και συνεχίζεται μετά τη γέννηση, όπως γίνεται και με την ανάπτυξη του σώματος μας.

Από τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, η κοινωνική μάθηση παίζει σημαντικό ρόλο στην εδραίωση και ενίσχυση μιας συμπεριφοράς που καθορίζεται από βιολογικούς παράγοντες.



Πολλές είναι οι θεωρίες που έχουν προσπαθήσει, από πάρα πολλά χρόνια, να μελετήσουν το σεξουαλικό προσανατολισμό και να εξηγήσουν τη σεξουαλική συμπεριφορά.

Έτσι υπάρχουν μη βιολογικές θεωρίες, όπως οι ψυχαναλυτικές, οι θεωρίες της συμπεριφοράς και της κοινωνικής προσαρμογής, αυτή των πρώιμων σεξουαλικών εμπειριών, οι θεωρίες της κοινωνικής μάθησης (κοινωνικός κονστρουξιονισμός).

Ανάμεσα στις βιολογικές ερμηνείες ξεχωρίζουν η γονιδιακή υπόθεση, οι ορμονικοί παράγοντες, μελέτες σχετικές με την ανατομία του σώματος, την ανατομία του εγκεφάλου και διαφόρων λειτουργιών του εγκεφάλου.

Τέλος, υπάρχουν γνωσιακές μελέτες που στηρίζονται σε διάφορες θεωρίες (ανοσοβιολογική θεωρία κ.ά.).



Σίγουρο είναι πως όλες αυτές οι θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί μέσα από πολλές μελέτες, συμβάλλουν στη διερεύνηση των μηχανισμών που ελέγχουν τη σεξουαλική συμπεριφορά των ανθρώπων και, ταυτόχρονα, στην κατανόηση της ανάπτυξης της σεξουαλικής ταυτότητας και του ρόλου του φύλου, τα οποία αποτελούν κεντρικό κομμάτι της προσωπικότητας του ατόμου.

ΠΗΓΗ:

Εγωισμός vs Παθολογικός Ναρκισσισμός

Ο "ξέρεις ποιος είμαι εγώ" δεν εχει πάρει αγαπη. Το "εγώ" του ειναι πληγωμένο. Η μαμά του/της ικανοποιούσε δικές της ανάγκες και χρησιμοποιούσε το παιδί. Αυτό δεν φαίνεται πάντα με την πρώτη ματιά. Εκεί δημιουργείται παθολογικός ναρκισσισμος ακριβώς επειδη το εγώ εχει προσβληθεί. Έχει βαλει μεσα του την αίσθηση οτι δεν μπορεί να "καθρεπτισθεί" επαρκώς. Ο εγωισμός ως πρώτη, βασική αίσθηση, είναι απαραίτητος γιατί δείχνει οτι το άτομο μπορεί να επικοινωνήσει τις ανάγκες του χωρίς να ζητάει από τον άλλο τα πάντα. Κακό καθρέπτισμα όμως δημιουργεί την αίσθηση της χαμηλής αξίας, του δεν αξίζω, και μετά ο άνθρωπος προσπαθεί να το υπέραναπληρώσει όπως λέμε δηλαδή αποκτά αίσθηση μεγαλείου, κάνει ή σκέφτεται πράγματα μεγαλεπίβολα, νομίζει οτι αξίζει περισσότερο απο τις δυνατότητές του, υποτιμά τους άλλους για να μπορεί να πιστεύει οτι είναι καλύτερος κτλ. Ολα αυτά δημιουργούνται από το μη φροντισμένο εγω(ισμό). Συγκεκριμένα δημιουργούνται στον πρώτο χρόνο. Γι' αυτό λέμε οτι πρέπει η φιγούρα που φροντίζει το μωρό να ειναι μία, να είναι αυτή μόνο που εχει επαφή με το μωρό στον πρώτο χρόνο και να χαϊδεύει το μωρό για να αρχίσει σιγα σιγά να δημιουργείται η αίσθηση του "από εδώ αρχίζω κι εκεί τελειώνω".

ΠΗΓΗ:

Friday, 3 August 2018

Να αντέχεις να χάνεις





“Ποιος πήρε το τυρί μου;” Αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα για την απώλεια και, μάλιστα, για το πώς η απώλεια μπορεί να μετασχηματιστεί σε ευκαιρία. Οι ειδικοί υποστηρίζουν πως όλες οι αλλαγές, ακόμη και οι θετικές, εμπεριέχουν πένθος, όπως και ότι όλες οι απώλειες απαιτούν αλλαγή.
Πότε τα βάφουμε μαύρα

Το πένθος προκύπτει ως αντίδραση στην αλλαγή μιας γνωστής σε εμάς κατάστασης. Μπορεί να πρόκειται για το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, για έναν αποχωρισμό, για τη φθορά της υγείας ή την απώλεια εργασίας, ακόμη και για το πέρασμα από τη μια αναπτυξιακή φάση στην επόμενη, σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, το σύστημά μας βιώνει πλήγμα. Ο οργανισμός μας τείνει να αντιδρά, ίσως, γιατί οι μηχανισμοί επιβίωσης τον ειδοποιούν πως υπάρχει η πιθανότητα να μην είναι πια ασφαλής. Αυτό που συμβαίνει με τις αλλαγές, είναι πως μας υποχρεώνουν να ξανα-ανακαλύψουμε τον κόσμο, αλλά και να επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητά μας μέσα σε αυτόν. Έχοντας στο μυαλό μου τις τυπικές μαυροφορεμένες γιαγιάδες των ελληνικών χωριών, πάντα πίστευα πως το πένθος χαρακτηρίζεται από μια παθητική στάση. Μολονότι, βέβαια, πολλές από τις αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή μας δεν τις επιλέγουμε, οι θεραπευόμενοι μου απέδειξαν πως το πένθος είναι μια άκρως ενεργητική διαδικασία: περιλαμβάνει τόσο τις εσωτερικές διεργασίες που ενεργοποιούνται από την αλλαγή, όσο και τη δράση, τις πράξεις που πραγματοποιεί ο πενθών, προκειμένου να ξαναχτίσει τη ζωή του από την αρχή. Δυστυχώς, στις μέρες μας είναι σα να παραγνωρίζεται η αξία του πένθους, σα να μην επιτρέπεται ο πόνος και η φθορά, και οι ιεροτελεστίες που από ψυχολογικής άποψης θα μας έδιναν την ευκαιρία να εξοικειωθούμε με τις νέες καταστάσεις, τείνουν να εξαφανιστούν.
Η επόμενη πίστα

Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ως τέτοιος, ακόμη και ο τρόπος που αντιμετωπίζει την απώλεια θα είναι σα δαχτυλικό αποτύπωμα. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κάποια αναγνωρίσιμα στάδια, όπως η άρνηση, ο θυμός, η θλίψη, η διαπραγμάτευση και, τέλος, η αποδοχή. Σύμφωνα με παλαιότερους θεωρητικούς, ο πενθών με τον καιρό περνάει από το ένα στάδιο στο άλλο, πάντα με πισωγυρίσματα. Μολονότι τα τελευταία χρόνια έχει αμφισβητηθεί η θεωρία των σταδίων, όλοι συμφωνούν πως το πένθος, τουλάχιστον μετά από θάνατο αγαπημένου προσώπου, το κουβαλάμε για πάντα και πως η ένταση δεν αλλάζει. Με το χρόνο, ωστόσο, και τις διεργασίες, αλλάζει η συχνότητα και η διάρκεια των κυμάτων θλίψης.
Γιατί σε εμένα;

Όταν βιώνουμε μια απώλεια, η νέα κατάσταση απαιτεί χρόνο και ενέργεια. Χρειάζεται να δείξουμε σεβασμό απέναντι στους ρυθμούς του οργανισμού μας. Για να αλλάξει το πένθος, χρειάζεται πρώτα από όλα να το αναγνωρίσουμε και να το βιώσουμε. Χρειάζεται να ξαναμάθουμε τον κόσμο, να ξαναμάθουμε και εμάς τους ίδιους. Χρειάζονται οι άλλοι, μιας και η σχέση, ακόμη κι όταν δεν μπορεί να θεραπεύσει, μαλακώνει τον πόνο και τη θλίψη. Κάποιοι λένε πως το πένθος είναι σαν τον ήλιο, το χρειαζόμαστε, αλλά αν το κοιτάξουμε επίμονα στα μάτια, μπορεί και να μας τυφλώσει. Χρειάζεται, επομένως, όταν είμαστε σχετικά έτοιμοι, να ξαναβγούμε στη ζωή.
Στάσου πλάι μου

Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε κάποιον που πενθεί; Η μαγική λέξη εδώ είναι η “παρουσία”. Παρουσία σημαίνει να είμαστε συναισθηματικά παρόντες σε κάποιον που πονά, να του δείχνουμε το νοιάξιμο με το να τον ακούμε ενεργητικά, να δεχόμαστε την υποκειμενική του πραγματικότητα. Σημαίνει να μη διακόπτουμε για κανένα λόγο την έκφραση του πόνου του, αντίθετα, να του δίνουμε χώρο να τον ξεδιπλώσει. Με το να παρηγορούμε, για παράδειγμα, μια γυναίκα που μόλις απέβαλε, λέγοντάς της πως είναι νέα και έχει όλο το χρόνο να κάνει παιδιά, ουσιαστικά παραγνωρίζουμε το πένθος για τα χαμένα της όνειρα. Με το να αρνούμαστε να ακούσουμε τον πόνο μιας μάνας, τα παιδιά της οποίας έφυγαν από το σπίτι για σπουδές ή μιας έφηβης που μόλις χώρισε, λέγοντάς τους πως αυτή είναι η φυσιολογική ροή της ζωής, είναι σα να τις καταδικάζουμε στην απομόνωση. Παρουσία, όμως, σημαίνει και να βοηθάμε τον πενθούντα στα πρακτικά προβλήματα της ζωής. Αν κάποιος πρέπει να πάει για χημειοθεραπείες, σίγουρα θα αισθανθεί καλύτερα, αν έχει έναν φίλο παρέα να οδηγήσει στην επιστροφή. Δε θα ξεχάσω ποτέ την εμπειρία μου, όταν μετά από ένα ατύχημα στο οποίο έσπασα ένα σπόνδυλο, καθηλώθηκα για μεγάλο διάστημα στο κρεβάτι. Εξεπλάγην κι εγώ η ίδια με το πόσο ανακουφιστικό ήταν το ότι μπορούσα να ζητήσω στους δικούς μου ανθρώπους, συγγενείς και φίλους, ό,τι χρειαζόμουν, από την πάπια ως και να μου φέρουν βιβλία ή λουλούδια.
Και μετά τι;

Αν δεχτούμε την παραπάνω συνθήκη, πως κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, άλλους το πένθος μπορεί να τους τσακίσει σαν κλαδάκια, κι άλλους να τους βοηθήσει, δίνοντάς τους μια σπρωξιά να αναπτυχθούν. Σημαντικό ρόλο παίζει η ψυχική ανθεκτικότητα του ατόμου, αλλά και η ύπαρξη ή η έλλειψη επαρκούς υποστηρικτικού πλαισίου. Πώς μπορεί όμως η απώλεια να μας ωφελήσει; Αντιδρώντας στην αλλαγή, αναγκαζόμαστε να ανακατασκευάσουμε το νόημα της ζωής. Χάνοντας όσα θεωρούσαμε ως δεδομένα, τον σύντροφο, την καριέρα, την υγεία, την οικονομική μας άνεση, ακόμη και τα όνειρά μας για το μέλλον, αναγκαζόμαστε να επαναπροσδιορίσουμε τι έχει πράγματι σημασία στη ζωή μας, στο «εδώ και τώρα», με έναν τρόπο ωριμάζουμε και ενδέχεται και να ανθίσουμε. Δε θα ξεχάσω ποτέ τη φράση μιας θεραπευόμενης που είχε χάσει την μητέρα της σε πολύ μικρή ηλικία. Στην τελευταία μας συνεδρία, μου εξομολογήθηκε με σοβαρότητα: “Διαπιστώνω, τελικά, πως χειρότερο κι από τον ίδιο το θάνατο είναι να χάνει κανείς τον εαυτό του”. Μερικές φορές, λοιπόν, ίσως χρειάζεται να χάσουμε το “τυρί” μας, για να βρούμε εμάς τους ίδιους.

ΠΗΓΗ:

Underestimating the power of gratitude – recipients of thank-you letters are more touched than we expect





We’ve all been there: feeling so grateful to a friend or colleague that we hatch the idea of sending them a thank-you message. But then we worry about how to phrase it. And then we figure it probably won’t mean much to them anyway; if anything it could all be a bit awkward. So we don’t bother.

Does this sound familiar? According to a pair of US psychologists, a common failure of perspective means that a lot of us underestimate the positive impact on others (and ourselves) of expressing gratitude, meaning that we miss out on a simple way to improve our social relations and wellbeing. Based on their series of experiments in Psychological Science, Amit Kumar at the University of Texas at Austin and Nicholas Epley at Booth School of Business at the University of Chicago conclude that “expressing gratitude might not buy everything, but it may buy more than people seem to expect”.



The research involved hundreds of participants, some recruited to take part at the psych lab and others online via Amazon’s Mechanical Turk survey website. The format through some of the experiments was broadly similar. Participants were asked to write a letter of thanks via email to someone who had touched their life in a meaningful way, including expressing what the person had done and how it had affected their life.

Across these experiments, the participants were asked to make various predictions about how the recipient would feel and perceive them. Meanwhile, the researchers made contact with the recipients to find out how they actually felt and what they actually thought.

The senders of the thank-you letters consistently underestimated how positive the recipients felt about receiving the letters and how surprised they were by the content. The senders also overestimated how awkward the recipients felt; and they underestimated how warm, and especially how competent, the recipients perceived them to be. Age and gender made no difference to the pattern of findings.

Other experiments showed that these same misjudgments affect our willingness to write thank-you messages. For instance, participants who felt less competent about writing a message of gratitude were less willing to send one; and, logically enough, participants were least willing to send thank-you messages to recipients who they felt would benefit the least.

Kumar and Epley believe that this asymmetry between the perspective of the potential expresser of gratitude and the recipient means that we often refrain from a “powerful act of civility” that would benefit both parties.

A similar dynamic could also play out in other situations. “If people engaging in prosocial actions are more concerned about competence than those benefiting from them, then our experimental results should be just one example of a broader tendency,” the researchers said.

A methodological limitation is that the researchers were unable to reach all letter recipients and it’s possible those less impressed by the thank-you note were less willing to take part in the research. However, the available data don’t back this up – for instance, the mis-predictions of the expressers of gratitude were just as great in the experiments in which more recipients took part (therefore reducing the risk that only happy recipients had participated).

These are intriguing findings that complement other work by Epley and colleagues showing how our fear of awkwardness can lead us to misjudge what is in our own best interests, such as underestimating how much we will enjoy interacting with strangers.


SOURCE: