Wednesday, 13 October 2021

Οι πραγματικοί φίλοι συνεχώς λιγοστεύουν





Είναι κοινότοπο να πούμε πόσο σημαντικοί είναι οι φίλοι - άλλωστε το Facebook στήριξε την επιτυχία του κυρίως σε αυτό. Από τα πανάρχαια χρόνια και σε όλη τη Γη η αξία των φίλων έχει εξυμνηθεί. Αλλά τι έχουν μάθει για τη φιλία οι επιστήμονες τα τελευταία χρόνια;

Μια βασική διαπίστωση είναι ότι μπορεί ο αριθμός των γνωστών να αυξάνεται, αλλά οι πραγματικοί φίλοι λιγοστεύουν (σ.σ. συνεπώς αν το νιώθατε ήδη, δεν είστε μοναδική περίπτωση στον κόσμο...). Και μια δεύτερη διαπίστωση ότι οι φιλίες...δεν πέφτουν από τον ουρανό, αλλά απαιτούν κάποιο χρόνο, όχι πάντως τεράστιο, για να «χτισθούν».

Ψυχολόγοι, ανθρωπολόγοι και άλλοι επιστήμονες μελετούν τη φιλία με νέες μεθόδους και κάτω από διαφορετικά πρίσματα, φωτίζοντάς την με ποικίλους τρόπους. Το περιοδικό "Atlantic" παρουσίασε συνοπτικά τι καινούριο έχουμε μάθει μέχρι σήμερα.

Κατ' αρχήν, η επιστημονική φιλολογία είναι ξεκάθαρη: Η επιθυμία για στενότερη επαφή και για δημιουργία ψυχικών δεσμών είναι διάχυτη στους ανθρώπους. Οι πάντες τριγυρνούν στον κόσμο ελπίζοντας ότι θα βρουν μια κατάλληλη φιλική συντροφιά.

Υπάρχει μια μεγάλη γκάμα στον αριθμό των γνωστών (κάτι πολύ ευρύτερο από τους φίλους) που έχει κανείς: το μέγεθος του δικτύου των κοινωνικών επαφών ενός ανθρώπου μπορεί να κυμαίνεται από 250 έως 5.500 ανθρώπους (ο πρόεδρος των ΗΠΑ Φ.Ντ. Ρούζβελτ περηφανευόταν ότι είχε 22.500 γνωστούς, αλλά ήταν ασφαλώς εξαίρεση!).

Όσον αφορά όχι απλώς τις γνωριμίες, αλλά τις φιλίες με την ευρύτερη έννοια (κάτι ανάμεσα σε μια γνωριμία και μια κανονική φιλία), μια μελέτη -που χρησιμοποίησε τις αποστολές χριστουγεννιάτικων καρτών ως ένδειξη- εκτιμά ότι ο μέσος άνθρωπος έχει γύρω στους 120 ανθρώπους που θεωρεί ευρύτερα 'φίλους' του.

Όμως ο εσωτερικός κύκλος των φίλων (χωρίς εισαγωγικά) είναι πολύ μικρότερος. Ο μέσος άνθρωπος εμπιστεύεται δέκα έως 20 ανθρώπους. Και -το ακόμη σημαντικότερο- ο αριθμός των πραγματικά έμπιστων φίλων, στους οποίους κάποιος θα εξομολογιόταν τα μυστικά ή τα βάσανά του, είναι σήμερα το πολύ δύο άνθρωποι. Έχει μάλιστα μειωθεί από το 1985, όταν ο μέσος άνθρωπος θεωρούσε ότι είχε τρεις πραγματικούς φίλους.

Με δεδομένο ότι, σύμφωνα με άλλες μελέτες, όσο πιο ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς και φίλους έχει κάποιος, τόσο αυξάνουν οι πιθανότητές του να ζήσει περισσότερα χρόνια, το γεγονός ότι οι πραγματικοί φίλοι σπανίζουν ολοένα περισσότερο, είναι μια αρνητική εξέλιξη (και) για την υγεία και μακροζωία των ανθρώπων.

Πηγή: AΠΕ - ΜΠΕ
https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/sxeseis/filia/5585-oi-pragmatikoi-filoi-synexos-ligosteyoun.html(accessed 13.10.21)

Κορωνοϊός: Η σχέση lockdown με τη μείωση πρόωρων τοκετών






Ένα απροσδόκητο «δώρο» της πανδημίας αυξάνει τις ελπίδες των ειδικών ότι θα καταφέρουν να εντοπίσουν τις αιτίες που οδηγούν στις πρόωρες γεννήσεις.

Ορισμένοι ερευνητές δημόσιας υγείας παρατηρούν από καιρό ενδείξεις ότι η πανδημία του κορωνοϊού θα μπορούσε να λύσει ένα μεγάλο μυστήριο: Τι προκαλεί τον πρόωρο τοκετό;

Μελέτες στην Ιρλανδία και τη Δανία φέτος το καλοκαίρι έδειξαν ότι οι πρόωρες γεννήσεις μειώθηκαν κατά τη διάρκεια των ανοιξιάτικων lockdown. Ανεκδοτολογικά, οι γιατροί σε όλο τον κόσμο ανέφεραν αντίστοιχες μειώσεις. Υπέθεταν ότι η μείωση του στρες των μητέρων, η καθαρότερη ατμόσφαιρα ή η καλύτερη υγιεινή μπορεί να έπαιξαν κάποιο ρόλο.

Μεγάλη έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Ολλανδία δημοσιεύθηκε την Τρίτη στο Lancet Public Health, φέρνοντας στο φως ακόμη ισχυρότερα στοιχεία σύνδεσης μεταξύ των lockdown και του μικρότερου αριθμού πρόωρων γεννήσεων.
Εκτεταμένη μελέτη

Οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν δεδομένα του εθνικού προγράμματος εξέτασης νεογέννητων. Στην Ολλανδία, λαμβάνονται μικρά δείγματα αίματος σχεδόν από όλα τα μωρά λίγες ημέρες μετά τη γέννησή τους, με σκοπό την εξέτασή τους για διάφορες ασθένειες. Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν τον αριθμό εβδομάδων της κύησης την ημέρα του τοκετού.

Οι Ολλανδοί ερευνητές εξέτασαν τα στοιχεία των εξετάσεων των νεογέννητων για το διάστημα 2010 με 2020, που αφορούν περισσότερα από 1,5 εκατ. βρέφη. Περισσότερα από 56.000 από αυτά τα μωρά γεννήθηκαν μετά το ολλανδικό lockdown.

Με το μεγάλο σετ δεδομένων τους, οι ερευνητές συνέκριναν τις πρόωρες γεννήσεις στο διάστημα ένα με τέσσερις μήνες πριν και μετά το lockdown. Εξετάζοντας τα ίδια διαστήματα σε προηγούμενα έτη, μπόρεσαν να λάβουν υπόψη τους και άλλες τάσεις, όπως για παράδειγμα το ρόλο των εποχών στις πρόωρες γεννήσεις.

Ανεξάρτητα από τα διαστήματα που συνέκριναν, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι πρόωροι τοκετοί είχαν μειωθεί μετά τις 9 Μαρτίου, την ημέρα που η ολλανδική κυβέρνηση ξεκίνησε να απευθύνει προειδοποιήσεις για πιο αυστηρούς κανόνες υγιεινής και παραμονή των πολιτών με συμπτώματα στο σπίτι. Μέσα στην επόμενη εβδομάδα, άρχισαν να κλείνουν σχολεία και εργασιακοί χώροι.
Σημαντική μείωση των πρόωρων τοκετών

«Μπορούσαμε να δούμε ότι όντως υπήρχε συσχέτιση», εξηγεί ο Δρ. Τζάσπερ Μπιν, νεογνολόγος στο Ιατρικό Κέντρο Erasmus στο Ρότερνταμ και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης. Η μείωση κυμαινόταν από 15% μέχρι 23%.

Ο Δρ. Ρόι Φίλιπ, νεογνολόγος στην Πανεπιστημιακή Μαιευτική Κλινική Limerick της Ιρλανδίας και συγγραφέας προγενέστερης έρευνας που ανέφερε μείωση των πρόωρων γεννήσεων στη χώρα του την άνοιξη, δήλωσε «ενθουσιασμένος» από την νέα έρευνα. Όπως λέει, δείχνει ότι πράγματι το lockdown ήταν η αιτία της μείωσης των πρόωρων γεννήσεων. Σε αντίθεση με τις ιρλανδικές και δανικές έρευνες, η νέα ολλανδική έρευνα έδειξε μείωση όλων των πρόωρων τοκετών, και όχι μόνο των υπερβολικά πρόωρων.

Όμως όπως συμβαίνει μετά από κάθε τέτοια έρευνα, ο Δρ. Μπιν σημειώνει ότι Τα ερωτήματα είναι περισσότερα από όσα είχαμε ξεκινώντας.

Διαβάστε σχετικά: Καινούργιο μωρό στην οικογένεια: Συμβουλές για τους γονείς
Ο ρόλος της θνησιγένειας

Ένα από αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα είναι η θνησιγένεια. Στο καλύτερο σενάριο, τα πρόωρα μωρά που εξαφανίστηκαν από τα νοσοκομεία γεννήθηκαν ως υγιή βρέφη κατά τη συμπλήρωση των φυσιολογικών εβδομάδων τοκετού. Όμως είναι πιθανό κάποια από αυτά να κατέληξαν νεκρά.

Η θνησιγένεια «ίσως είναι όντως η σκοτεινή πλευρά αυτής της εξέλιξης», σημειώνει ο Δρ. Μπιν. Οι ερευνητές δεν μπορούσαν να υπολογίσουν τη θνησιγένεια στα ολλανδικά δεδομένα, καθώς μόνο τα ζωντανά βρέφη υποβάλλονται σε εξετάσεις. Αν, όμως, σχεδόν όλα τα πρόωρα μωρά που λείπουν από τις μετρήσεις έχασαν τη ζωή τους, η θνησιγένεια θα είχε αυξηθεί δραματικά – με συντηρητικούς υπολογισμούς, θα τριπλασιαζόταν. Καμία χώρα δεν έχει καταγράψει τόσο μεγάλη μεταβολή μέχρι στιγμής.

Σε νοσοκομείο του Λονδίνου, μελέτη έδειξε αύξηση της θνησιγένειας μετά την έναρξη της πανδημίας (όχι του lockdown). Αυτή η αύξηση μπορεί να προκύπτει από άγνωστες λοιμώξεις κοροναϊού, γράφουν οι συγγραφείς ή από την επιφύλαξη των γυναικών να αναζητήσουν ιατρική φροντίδα κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Μελέτες στο Νεπάλ και την Ινδία έδειξαν ότι οι μητέρες ήταν λιγότερο πιθανό να γεννήσουν σε νοσοκομεία κατά τη διάρκεια της άνοιξης και ότι η θνησιγένεια αυξήθηκε σε αυτές τις χώρες. Περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο την εικόνα, ο ίδιος ο κοροναϊός ενδέχεται να αυξάνει την πιθανότητα πρόωρου τοκετού.
Ζήτημα εισοδήματος;

Για να ανακαλύψουν τον τρόπο με τον οποίο τα lockdown επηρέασαν τους πρόωρους τοκετούς σε διαφορετικές χώρες, οι Ολλανδοί ερευνητές συμμετέχουν σε διεθνή κοινοπραξία σχεδόν 40 κρατών που ανταλλάσσουν δεδομένα. Τα lockdown ενδέχεται να έκαναν καλό στην υγεία των μητέρων και των μωρών σε ορισμένα μέρη και όχι σε άλλα, εξηγεί ο Δρ. Μπιν, προσθέτοντας:

Σε γενικές γραμμές βλέπουμε ότι η πανδημία αυξάνει κατά πολύ τις ανισότητες. Η ολλανδική μελέτη υπονόησε ακόμη και ότι η μείωση των πρόωρων γεννήσεων περιοριζόταν στις πλουσιότερες γειτονιές, αν και το αποτέλεσμα δεν ήταν στατιστικά σημαντικό.

Πραγματικά επηρέασε τους ανθρώπους με πολύ διαφορετικούς τρόπους, δήλωσε η Τζένιφερ Κάλεϊν, διακεκριμένη ερευνήτρια μαιευτικής και γυναικολογίας στην Ιατρική Σχολή του Γέιλ.

Η Δρ. Κάλεϊν αναφέρει ότι η νέα μελέτη επιβεβαίωσε τα όσα μάθαινε από συναδέλφους της στις ΗΠΑ. Ανεκδοτολογικά, αυτό ακούγαμε και αυτό πιστεύαμε, σημειώνει. Απουσία ισχυρών αποδείξεων για τις ΗΠΑ, η ίδια και οι συνάδελφοί της συνεργάζονται με ασφαλιστική εταιρεία για να ξεκινήσουν εκτεταμένη μελέτη για τον τρόπο με τον οποίο τα lockdown επηρέασαν τον πρόωρο τοκετό στη χώρα της.


Εικάζει ότι οι επιπτώσεις του lockdown εξαρτώνται από τις οικονομικές συνθήκες. Για τις μητέρες που είχαν τους πόρους να εργαστούν από το σπίτι, «αυτή η συγκυρία θα μπορούσε να μειώνει το άγχος», εξηγεί. Για τις αναγκαίες εργαζόμενες ή εκείνες που βίωναν οικονομικές δυσκολίες, τα πράγματα ίσως ήταν εντελώς διαφορετικά.

Βλέπουμε τεράστιες ανισότητες σε αυτή τη χώρα, τονίζει η Δρ. Κάλεϊν. Μαντεύω ότι οι γυναίκες που δεν βίωσαν κάποια ανακούφιση από τη συνηθισμένη καθημερινότητά τους ενδέχεται να είχαν αυξημένα επίπεδα στρες.

Οι επιστήμονες προσπαθούν εδώ και χρόνια να διαπιστώσουν τι προκαλεί τον πρόωρο τοκετό και τρόπους αποτροπής του, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. «Δεν έχουμε καταφέρει με κανένα τρόπο να μειώσουμε τα ποσοστά πρόωρων τοκετών», τονίζει η Δρ. Κάλεϊν. Οι μελλοντικές μελέτης ίσως καταφέρουν να ανακαλύψουν επιτέλους κάποια λύση που θα δώσει τέλος στις πρόωρες γεννήσεις – χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσει μια πανδημία.

Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το www.tovima.gr

ΠΗΓΗ:


Friday, 8 October 2021

Language Proficiency Can Determine How Similarly First And Second Languages Are Represented In The Brain



By Emma L. Barratt

Researchers widely agree that first and second languages are handled similarly in the brain. According to previous research, proficient bilinguals’ brain activity is broadly quite similar when accessing their first and second languages.

However, the literature exploring this until now has relied on imaging methods that can tell us where in the brain there is activity, but not how languages are represented in those areas. Distinct patterns of activation may have differentiated first and second languages in those same regions all this time, and by relying on traditional forms of imaging analysis alone, we could have been none the wiser.

Thanks to new imaging methods, however, we’re finally able to take a look at activation in these areas in a much more detailed way. Now, newly published work from Emily Nichols at The University of Western Ontario and colleagues suggests that languages are represented more distinctly than we thought.

For this study, the researchers gathered a sample of 32 bilingual English and Mandarin speakers living in Beijing. All participants spoke English as their first language, and Mandarin as their second. As might be expected, the age of acquisition (AoA) and proficiency of Mandarin — as measured by self-report and pre-testing, respectively — varied from person to person.

During their fMRI scans, participants were presented with a picture-word matching task in both English and Mandarin. For each trial of this task, they were shown a picture for 2.5 seconds, while an audio clip of a common two-syllable word, which either matched or didn’t match the image shown, was played. These audio clips alternated between English and Mandarin for all 160 trials, and participants were asked to indicate as quickly as possible via button press whether or not the audio given matched the contents of the image.

The team then used a technique known as representational similarity analysis (RSA) on imaging data collected during correct trials, in order to see which brain areas reliably showed different patterns of activation between languages. This fMRI technique is relatively new, and can reveal differences in similar activation patterns which were previously unmeasurable. For example, a previous study looking at reading in bilingual individuals used RSA to show distinct activation patterns in regions which handle visual word recognition when participants read text in each language. Here, the team hoped to apply this same method to probe brain activity during auditory, rather than visual, word recognition.

As expected, both English and Mandarin produced activity in an extensive network of language-related regions. When the team looked within those regions that were active for both languages, there were no overall significant differences in activation depending on language. However, the story changed when the team looked in more detail at the effects of AoA and proficiency on the levels of activation.

These analyses revealed that there were differences in how the two languages were represented, which could be predicted by AoA and proficiency. For example, people with a wider difference in first and second language proficiency showed more dissimilar patterns of activation in areas such as the left inferior fusiform gyrus and bilateral supramarginal gyrus, which are involved in articulation and auditory-motor integration, respectively. The more similar the proficiency between the two languages, the more similar the activation pattern. Likewise, the older the AoA, the more distinct the patterns of activation between first and second languages were.

In addition, results showed several areas that were more active in those with younger AoAs — the right insula, the left anterior intraparietal sulcus, and the area prostriata of the calcarine sulcus. However, the relationship between these regions and bilingual auditory word recognition is less clear. It’s likely that differences in activation in these areas, at least in part, represent differences in the ability to inhibit other language responses. But, further research is needed to disentangle exactly what these differences mean, and how they relate to AoA.

Interestingly, there was also a distinct dissimilarity between participants with lower second language proficiency and those who acquired their second language later in ventral visual areas, which handle object recognition and concept representation. This, the authors suggest, is indicative that language can likely affect our perceptions of what we’re looking at. This idea isn’t totally unheard of, either — previous research outlining the label-feedback hypothesis also highlighted that variations in language can alter our ability to categorise, discriminate between, and even detect objects.

These findings not only support the current model of an integrated language system in bilinguals, but they extend our understanding of how individual differences dictate language representations within the brain. Future research to verify that these patterns are consistent across languages, or whether they vary by language similarity, are likely to give us a greater understanding of whether these results are in part due to the large differences between English and Mandarin. Research using RSA which looks into the effect grammar may have on differences in brain activation is also a topic for investigation. As it stands, this study represents a new and exciting approach for disentangling finer differences in how the brain represents and utilises first and second languages.

SOURCE:

Thursday, 7 October 2021

Only Children Are No More Selfish Than Those With Siblings



By Emma Young

Do you think that an only child behaves differently to a kid with siblings? If you do, you’re hardly alone. Stereotypes about only children being spoiled, self-centred “little emperors” abound. In 2019, though, research in Germany concluded that while the idea that only children are more narcissistic is widespread, it’s wrong. Now a team in China has failed to find any evidence for another of the clichés: that only children are more selfish.

In a paper in Social Psychology and Personality Science, Xuegang Zheng at Shaanxi Normal University and colleagues first confirm that this particular stereotype indeed exists — among adults who grew up with siblings, at least. (In the paper, the team uses the term “only children” and “non-only children” to refer to adults without or with siblings.) This group consistently tended to rate “typical” only children as being less prosocial (or more selfish) than non-only children; however, the only children in this study rated both groups the same. The team used various scales to gather these ratings, including a version of the dictator game, in which the participants were asked to judge how much of a given amount of money a “typical” only child or non-only child would be willing to share with them.

In a second study of 391 adults (169 of whom were only children), the researchers used the same altruism scales (including the dictator game), but this time asked the participants to rate themselves. They found no differences between the two groups; only children did not emerge as being any more selfish than children with siblings.

This particular stereotype is thought to stem, at least in part, from the idea that only children grow up as the sole focus of their parents’ attention. If this is the case, there may be upsides. Some earlier work has found, for example, that only children tend to report better, warmer relationships with their parents. Perhaps, the researchers reasoned, only children might be more altruistic (or less selfish) towards the people closest to them. So they investigated this idea in a third study.

A group of 99 Chinese students (about half were only children) first identified people at varying social distances from them — from parents, through friends and acquaintances, to strangers. Across a series of trials, each participant was offered a small sum of money and asked whether they wanted to keep it for themselves or share it with a given target person on their social distance scale. (The social distance between the participant and this target person varied across the trials, and the researchers did actually pay out a small proportion of the offered money.)

If the only children were actually more selfless than non-only children with the people closest to them — or perhaps more selfish than non-only children with people they knew less well — this should have been evident in the data. But it wasn’t. Again, there were no differences in the results for the two groups. Though the finding of equal results for only children and non-only children in the second study came only from self-report data, these findings on actual behaviour shore up the conclusion that the stereotype is wrong.

It’s worth noting that the sample sizes in these studies were small. And the results might not be generalisable beyond China (where of course the one-child policy has had a big impact), or even across China (as the samples were not nationally representative). Also, these studies were all on adults who had grown up with or without siblings, rather than only children. Still, the results do add to the growing evidence against common stereotypes about only children — or “only adults”, at least.

SOURCE:

Monday, 4 October 2021

Η σύνδεση της μοναχικότητας με την ανάγκη μας για πιο αυθεντικές σχέσει




Αναστάσιος Λομβαρδέας Ψυχολόγος της Υγείας MSc, Ψυχοθεραπευτής Μαρ 9, 2021 2491 0




Από τη στιγμή που γεννιόμαστε μαθαίνουμε την αξία που έχει η επαφή με άλλους ανθρώπους ώστε να μπορέσουμε να επιβιώσουμε σωματικά αλλά και να αισθανθούμε ψυχικά ασφαλείς. Οι πρώτες αυτές σχέσεις καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τους τρόπους με τους οποίους θα συνεχίσουμε να σχετιζόμαστε καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής μας.

Στον βαθμό που αφεθήκαμε ελεύθεροι να καλλιεργήσουμε την αυθεντικότητά μας στα πλαίσια των πρωταρχικών μας σχέσεων, αποκτούμε μετέπειτα στη ζωή μας την ικανότητα να διατηρούμε σχέσεις μέσα στις οποίες αισθανόμαστε αυθεντικοί και αποδεκτοί για αυτό που είμαστε. Βέβαια, η αποδοχή που λαμβάνουμε βρίσκεται σε συνάρτηση με τον βαθμό στον οποίο αποδεχόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό σε όλες του τις διαφορετικές εκφάνσεις.

Το αίσθημα της μοναξιάς μπορεί να προκύψει σε οποιαδήποτε φάση της ζωής μας, ακόμα και σε περιόδους που περιβαλλόμαστε από πληθώρα ανθρώπων. Το αίσθημα αυτό δεν πηγάζει από τη φυσική απουσία ανθρώπων στη ζωή μας αλλά από την υποκειμενική μας αίσθηση ότι στην ουσία δεν μας “βλέπουν” και δεν μας “ακούνε” με τρόπο ώστε να αισθανθούμε ότι μας αναγνωρίζουν γι’αυτό που είμαστε.

Το γεγονός αυτό μπορεί να μας κάνει να αισθανθούμε ότι αναβιώνουμε τα τραύματα της παιδικής μας ηλικίας, όταν οι φροντιστές μας λόγω της δικής τους αδυναμίας να αποδεχτούνε την ευαλωτότητά τους απέτυχαν να αναγνωρίσουν και να ανταποκριθούν και στις δικές μας ευαισθησίες. Συνεπώς, μάθαμε να κρατάμε κρυφές κάποιες πτυχές της προσωπικότητάς μας από φόβο μην εκτεθούμε και τελικώς απορριφθούμε από τους άλλους.

Πόσο τελικά αφήνουμε τον εαυτό μας να σχετιστεί ελεύθερα και πόσο αφήνουμε τους άλλους να μας γνωρίσουν; Ο Stephen Chbosky στο έργο του The Perks of Being a Wallflower λέει ότι μαθαίνουμε να αποδεχόμαστε την αγάπη που πιστεύουμε ότι αξίζουμε. Τη λέξη αγάπη θα μπορούσαμε να την αντικαταστήσουμε και με λέξεις όπως κατανόηση, αποδοχή, συμπαράσταση.

Δυστυχώς στις σύγχρονες κοινωνίες όπου κυριαρχεί η εικονική πραγματικότητα, ή αλλιώς το “φαίνεσθαι”, έχουμε μάθει σε μια μορφή επικοινωνίας που βασίζεται περισσότερο σε μια αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών και εικόνων παρά σε μια γνήσια αλληλεπίδραση μεταξύ δύο πολύπλευρων προσωπικοτήτων.

Μία από τις εμφανείς και οδυνηρές συνέπειες του ατομικιστικού τρόπου ζωής, που προωθείται στις σύγχρονες κοινωνίες, είναι η εκτίναξη των δεικτών της κατάθλιψης που παρατηρείται τα τελευταία έτη στον γενικό πληθυσμό. Η έξαρση της κατάθλιψης μπορεί να αποδωθεί σε μεγάλο βαθμό στην αποξένωσή μας από τον συνάνθρωπο και στην ουσία από τον ίδιο μας τον εαυτό.


Η μοναχικότητα ως αντίδραση στην αποξένωση:

Σε αντίθεση με την έννοια της μοναξιάς, ο όρος μοναχικότητα αναφέρεται σε μια κατάσταση (συνήθως προσωρινής) απομόνωσης που επιλέγει συνειδητά ο άνθρωπος για να έρθει σε επαφή με τα συναισθήματα και τις απωθημένες του ανάγκες. Συχνά μάλιστα προηγείται και μας προετοιμάζει για τη δημιουργία αυθεντικών σχέσεων με τους συνανθρώπους μας.

Ο καθένας μας έχει σε διαφορετικό βαθμό την ανάγκη για μοναχικότητα. Ακραία παραδείγματα αποτελούν οι ασκητικές συμπεριφορές ανθρώπων που αφιερώνουν μεγάλο κομμάτι της ζωής τους στον μοναχικό τρόπο ύπαρξης. Δεν χρειάζεται βέβαια να φτάσει κανείς στα άκρα για να αποκτήσει τον βαθμό της αυτεπίγνωσης που θα τον βοηθήσει να σχετιστεί πιο γνήσια.

Ακόμα και στα πλαίσια των ερωτικών σχέσεων οφείλουμε να σεβαστούμε το δικαίωμα του συντρόφου μας στη μοναχικότητα, στο βαθμό που δεν αισθανόμαστε να αποξενώνεται υπερβολικά από εμάς. Σύμφωνα με τον ποιητή Rainer Maria Rilke “το υψηλότερο καθήκον των εραστών είναι να περιφρουρούν ο ένας τη μοναχικότητα του άλλου”.

Δυστυχώς στις σύγχρονες κοινωνίες όπου η μοναξιά και η μοναχικότητα πολλές φορές συγχέονται σαν έννοιες, η τελευταία αντιμετωπίζεται ως κάτι το προβληματικό και απευκταίο. Η απειλή της “ταμπελοποίησής” μας ως αντικοινωνικών μας κάνει να αισθανόμαστε ενοχές όταν απορρίπτουμε προτάσεις για κοινωνική συνεύρεση και αντ’αυτού επιλέγουμε πιο μοναχικές δραστηριότητες.

Για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στα αρνητικά συναισθήματα που συνδέονται με την περιστασιακή απομόνωση θα πρέπει αρχικά να καταλάβουμε ότι πρόκειται για μια φυσιολογική αντίδραση. Αν και είμαστε συμβιωτικά όντα έχουμε συγχρόνως την ανάγκη της αυτονομίας και της αίσθησης ασφάλειας ακόμα και στην απουσία των άλλων.

Είναι, επίσης, σημαντικό να ορίζουμε την κοινωνικότητά μας με ποιοτικούς και όχι με ποσοτικούς όρους. Η αρχαία ρήση “ούκ εν το πολλώ το εύ” ισχύει στο ακέραιο όταν μιλάμε για τις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Το να πιέζουμε τον εαυτό μας να διατηρεί σχέσεις με άτομα που επικοινωνούν σε διαφορετικά μήκη κύμματος και αναπτύσσονται με διαφορετικούς ρυθμούς από εμάς μπορεί σε βάθος χρόνου να ενισχύσει το αίσθημα της μοναξιάς.

Όταν αισθανόμαστε ότι οι σχέσεις μας γίνονται ανταγωνιστικές και μοιάζουν με έναν αγώνα για το ποιός έχει δίκιο τότε μάλλον δεν είναι από αυτές που μας βοηθάνε να αναπτυχθούμε ως προσωπικότητες. Αντιθέτως διαιωνίζουν την εσφαλμένη μας πεποίθηση ότι για να σχετιστούμε με κάποιον θα πρέπει να είμαστε σε θέση να αντιπαραβάλλουμε επιχειρήματα σε αυτά που μας λέει.

Για να μην περιοριζόμαστε, λοιπόν, στην επιφανειακή επικοινωνία οφείλουμε να μάθουμε να ακούμε τους άλλους όπως θα θέλαμε να ακούνε και εμάς. Άλλωστε ο καθένας, ανεξαρτήτως μόρφωσης, κοινωνικής τάξης, ιδεολογικών πεποιθήσεων, σεξουαλικού προσανατολισμού κ.ο.κ., φέρει μέσα του τη δική του μοναδική αλήθεια και αν δεν την αποδεχτούμε δεν θα μπορέσουμε στην ουσία να τον συναντήσουμε.

ΠΗΓΗ: