Monday, 28 December 2020

Απομακρύνοντας το στίγμα από την ψυχική ασθένεια






Η απομάκρυνση του στίγματος από την ψυχική ασθένεια, προχωράει πέρα από την πολιτική και τους νόμους. Γι’ αυτόν τον λόγο, όλοι μας πρέπει να προσπαθήσουμε να ανατρέψουμε κάποιους από τους πιο συνηθισμένους μύθους.

Η ψυχολογική ευεξία, συχνά συνδέεται με πολύ αρνητικούς μύθους. Γι’ αυτό, η απομάκρυνση του στίγματος από την ψυχική ασθένεια δεν είναι εύκολη. Πρώτον θα πρέπει να αρχίσετε να αμφισβητείτε τις δικές σας σκέψεις για την ψυχική υγεία. Τότε, όταν ξεπεράσετε τα στίγματα και τους μύθους που σχετίζονται μ’ αυτήν, θα τα δείτε όλα με μια πιο υγιή άποψη που θα δεν θα περιέχει επίκριση.

Βασικά σημαίνει να μην εστιάζουμε στις ψυχικές ασθένειες και τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους. Για να το κάνετε αυτό, πρέπει να προσεγγίσετε αυτές τις καταστάσεις με τρόπο που δεν κάνατε ποτέ.

Αλλά πρώτα, ας καθορίσουμε τι σημαίνει απομάκρυνση του στίγματος από την ψυχική ασθένεια, που είναι βασικό στοιχείο της διαδικασίας, τις προκλήσεις που τη συνοδεύουν, την προέλευση του στίγματος και πώς να ενθαρρύνουμε την απομάκρυνση τού.

Διαβάστε σχετικά: Ψυχική υγεία: Μιλάω ανοιχτά, καταπολεμάω το στίγμα
Απομάκρυνση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας

Απομάκρυνση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας σημαίνει να το βλέπουμε από νέα προοπτική. Βασικά σημαίνει να προσπαθούμε να δούμε την ψυχική υγεία με διαφορετικό τρόπο.

Συνεπώς, η απομάκρυνση του στίγματος σημαίνει να δίνουμε στην ψυχική υγεία τη σημασία που αξίζει ενώ αναγνωρίζουμε τις διαταραχές που σχετίζονται με αυτήν από άλλη προοπτική.
Η προέλευση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας

Το στίγμα της ψυχικής υγείας αναπτύχθηκε με τον καιρό μέσω πολλών διαφορετικών μηχανισμών. Στην πραγματικότητα, το στίγμα είναι το αποτέλεσμα φόβων, μύθων και στερεότυπων που έκαναν αποδεκτό το να κάνουμε διακρίσεις εις βάρος όσων υπέφεραν από οποιαδήποτε ψυχική ασθένεια.

Ακόμη και κατά τους αρχαίους χρόνους, οι άνθρωποι διαχώριζαν την ψυχική υγεία από τα άλλα προβλήματα υγείας. Οι ψυχικές ασθένειες συχνά θεωρούνταν αρνητικές (για παράδειγμα, οι άνθρωποι τις συσχέτιζαν με δαιμονική κατάληψη). Όμως, σε άλλες εποχές συνδεόταν με ιδιοφυίες ή καλλιτέχνες.

Παρόλα αυτά στην εποχή μας, οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν υποτιμητικά αυτούς που υποφέρουν από ψυχικές ασθένειες λόγω εκείνων των αρχαίων μύθων.

Από την άλλη πλευρά, η σωματική υγεία ήταν πάντα πιο ορατή. Αλλά η κοινωνία τώρα ανακαλύπτει σιγά-σιγά πόσο σημαντική είναι η ψυχολογία όσον αφορά στα προβλήματα της σωματικής υγείας και πως συνδέονται αυτά τα δύο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η υγεία απαρτίζεται από ψυχολογική, κοινωνική και σωματική ευεξία.

Συνεπώς, στην εποχή μας πολλοί άλλοι οργανισμοί υγείας προσπάθησαν να προωθήσουν τη σημασία της ψυχικής ευεξίας σαν θεμελιώδη άποψη της συνολικής υγείας. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, η προοπτική των ανθρώπων για την ψυχική υγεία άλλαξε προοδευτικά.

Διαβάστε σχετικά: Λόγια που πληγώνουν: τι δεν πρέπει να λέμε σε έναν άνθρωπο με ψυχική ασθένεια
Οι προκλήσεις της απομάκρυνσης του στίγματος της ψυχικής υγείας

Προκειμένου να μειώσουμε το στίγμα που σχετίζεται με την ψυχική υγεία, θα πρέπει να ξεκινήσουμε να καταρρίπτουμε κάποιους μύθους:
Η ψυχική υγεία δεν είναι σημαντική. Η υγεία έχει πολλές διαστάσεις. Αν προσέξετε κάθε ένα από τα στοιχεία της, η ποιότητα ζωής σας θα βελτιωθεί.
Όλοι όσοι υποφέρουν από κάποια ψυχική ασθένεια είναι ιδιοφυίες. Αυτός ο μύθος προέρχεται από μια εποχή που οι άνθρωποι πίστευαν ότι η παράνοια ήταν δείγμα ευφυίας.
Οι άνθρωποι που υποφέρουν από ψυχική ασθένεια είναι επιθετικοί, ασταθείς και επικίνδυνοι. Ενώ οι ψυχικές διαταραχές επηρεάζουν τη συμπεριφορά, τα συναισθήματα και τις σκέψεις, δεν έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά όλοι όσοι έχουν ψυχική διαταραχή. Αν και μπορεί να δυσκολεύονται να ελέγξουν τη συμπεριφορά τους μερικές φορές, αυτό δεν συμβαίνει πάντα και ούτε με όλες τις διαταραχές. Η ψυχική ασθένεια μπορεί να επηρεάσει τους ανθρώπους με διαφορετικούς τρόπους.
Η ψυχική υγεία δεν επηρεάζει τη σωματική υγεία. Πολλές πλευρές της ψυχικής υγείας μπορεί να επηρεάσουν τη σωματική υγεία αφού συνδέονται στενά. Ένα ξεκάθαρο παράδειγμα αυτού, είναι το στρες.
Είσαι η ασθένειά σου. Οι άνθρωποι συχνά βάζουν ταμπέλα στους ανθρώπους με κάποια ασθένεια σαν να ήταν μέρος της ταυτότητάς τους. Δεν βλέπουν πέρα από την κατάθλιψη ή τη σχιζοφρένειά τους.

Αυτοί οι μύθοι που πηγάζουν από την άγνοια, μπορούν να καταλήξουν να ενθαρρύνουν τις διακρίσεις είτε γιατί η ψυχική ασθένεια αντιμετωπίζεται ως κάτι που θα πρέπει να φοβόμαστε είτε επειδή δεν θεωρείται σημαντική.
Τι μπορείτε να κάνετε εσείς γι’ αυτό;

Τι μπορείτε να κάνετε για να απομακρύνετε το στίγμα από την ψυχική ασθένεια;
Δουλέψτε με την ενσυναίσθησή σας. Βάλτε τον εαυτό σας στη θέση άλλων ανθρώπων για να δείτε τι περνάνε. Μην πιστεύετε απλά στα στερεότυπα και την προκατάληψη.
Να είστε ανοιχτοί στο να μάθετε περισσότερα. Κοιτάζοντας πέρα από τις πρώτες σκέψεις σας για το θέμα, παραμένοντας ανοιχτοί σε νέες προοπτικές και προσπαθώντας να κατανοήσετε πως λειτουργεί η ψυχική ασθένεια, μπορεί να αποδειχθεί βοηθητικό.
Ομαδική δουλειά. Δουλεύοντας με άλλους ανθρώπους από διαφορετικά πεδία εξειδίκευσης, θα μπορέσετε να δείτε την υγεία από μια πολυδιάστατη προοπτική.

Η μεγαλύτερη πρόκληση μπορεί απλά να είναι να δείτε τους ανθρώπους που υποφέρουν από ψυχική ασθένεια σαν φυσιολογικούς. Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να κατανοήσετε είναι ότι η υγεία είναι μια σφαιρική έννοια, στην οποία παίζουν ρόλο διάφοροι παράγοντες. Συνεπώς, θα πρέπει να προσπαθήσετε να αποφύγετε να πιστεύετε απλώς τη γνώμη άλλων ανθρώπων προκειμένου να βοηθήσετε στην κατάρριψη των μύθων.

Διαβάστε σχετικά: Πώς πρέπει να μιλάμε για την ψυχική υγεία;
Ποιος μπορεί να βοηθήσει περισσότερο;
Ειδικοί Φορείς. Με το να διεξάγουν εκστρατείες που βοηθούν να μειωθεί ο κίνδυνος ψυχικής ασθένειας και προωθούν την ψυχική υγεία, εφαρμόζοντας νέους νόμους και καινούργιες πολιτικές και με το να εργάζονται με την κοινότητα που πάσχει, για να κατανοήσουν το πρόβλημα.
Οι άνθρωποι που πάσχουν από ψυχική ασθένεια και οι οικογένειές τους. Με το να προωθούν την ψυχική υγεία ως σημαντικό θέμα και να καταρρίπτουν τους μύθους σχετικά με αυτήν.
Οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας. Με το να εξηγούν στους ανθρώπους τι είναι πραγματικά η ψυχική υγεία.
Προώθηση της Ψυχικής Υγείας

Προκειμένου να μειωθεί το στίγμα μπορείτε να παρέμβετε σε διαφορετικούς χώρους όπως:
ΜΜΕ. Ο στόχος είναι να προωθήσετε την έννοια της ψυχικής υγείας από μια πιο ρεαλιστική και θετική προοπτική.
Διάγνωση. Προσεκτική χρήση των διαγνώσεων για να αποφευχθούν τα στερεότυπα.
Υπηρεσίες υγείας. Με την προώθηση αποτελεσματικής περίθαλψης για τις ψυχικές ασθένειες.
Συστήματα υποστήριξης. Προκειμένου να ξεκαθαρίσουμε και να καταρρίψουμε κάποιους μύθους και να προσφέρουμε θεραπεία σε ανθρώπους που υποφέρουν από ψυχικές ασθένειες.
Λήψη νομικών μέτρων. Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις διακρίσεις και τη βία που σχετίζονται με την ψυχική υγεία

Αν και είναι σημαντικό να χρησιμοποιήσουμε πολιτική και να προωθήσουμε την πληροφόρηση με κατάλληλο τρόπο, αυτά τα μέτρα δεν εγγυώνται μακροπρόθεσμες αλλαγές. Γι’ αυτό καθένας μας θα πρέπει να αρχίσει να προσπαθεί να καταλαβαίνει και να υποστηρίξει καλύτερα τους ανθρώπους με θέματα ψυχικής υγείας. Η απομάκρυνση του στίγματος της ψυχικής υγείας είναι μια συλλογική προσπάθεια.





Πηγή: exploringyourmind.com
Απόδοση: Έφη Μεσιτίδου
Επιμέλεια: PsychologyNow.gr

ΠΗΓΗ:


People Take Better Care Of Public Parks If They Feel A Greater Sense Of Ownership Over Them



By Emily Reynolds

The “tragedy of the commons” was popularised in the 1960s as a way of explaining how public or shared resources which we’re incentivised to use can become depleted or ruined by individual self-interest. And because we have shared ownership of public resources we feel we have less responsibility for them and therefore less of an impetus to contribute time, energy or money to keeping them going.

As we become more aware (and more concerned) about threats to the environment, the tragedy of the commons seems even more pertinent. How do we keep parks, rivers, lakes and other local resources well-maintained? According to a new study, published in the Journal of Marketing, it might come down to a sense of ownership — the more we feel a property or resource is ours, the better we’ll take care of it.

The focus of the first study was a lake, where 135 participants had rented kayaks. The rental service largely catered to those with no experience of the lake, meaning they were unlikely to have any sense of ownership of the area before their visit. Some of the kayak renters were asked to think of and write down a nickname for the lake, while others were not; all renters were then told that they should pick up objects or trash they found floating in the lake.

Two experimenters then watched the participants and recorded any attempts to pick up floating objects (which had been planted in the lake by the team). When the participants returned their kayaks, they indicated whether or not they had picked up any rubbish and how much ownership they felt toward the lake.

Those who had given the lake a nickname reported significantly higher levels of psychological ownership of the lake than those who had not. They were also more likely to actually take care of the lake: 41% attempted to pick up the floating objects, compared to just 7% of those in the control condition.

In the second study, participants imagined walking in a park, seeing a sign that said either “welcome to the park” or “welcome to your park” (emphasis added). Participants were then asked how much responsibility they felt for the park, how obligated they felt towards the park, how accountable they felt for it, and whether or not they would pick up rubbish in the park. Participants were also asked how much of $100 they would donate to the park.

Again, boosting feelings of ownership by highlighting that it was “your” park increased participants’ perceived responsibility for the park. This led these participants to say they would be more likely to pick up rubbish, and to increase their intended donation amount by an average of $8.

The third study, back in the real world, looked at cross country skiers. When renting skis, participants were offered a map of the park: some were asked to plan their route on the map before they set out, while others were not. All renters were then asked whether or not they wanted to add a dollar to the rental fee to help the park, before indicating how likely they would be to volunteer for the park, donate in the future, or engage with the park on social media. Participants who planned their route again reported greater responsibility for the park, and were also more likely to say they’d donate to the park and volunteer in future.

A final study, lab-based study found that a commonly used device — an attendance sign which highlighted that a participant was the 22,452th visitor of the week — reduced the beneficial effects of boosting feelings of psychological ownership. This suggests that when people see themselves as just one individual in a larger group, they felt less responsibility towards the environment.

While the results do suggest clear interventions that could benefit publicly owned goods, the whole point of such resources is that they’re shared — the fact they’re collectively owned is exactly why we’re able to enjoy their many benefits. So should we be encouraging people to think of them as their individual property? Collectivism puts an emphasis on group collaboration and shared interests — factors that could play a part in preserving local resources.

Further research could look into interventions that seek to increase feelings of local collectivity, exploring how that, rather than individualism, might change people’s relationship with their surroundings.


SOURCE:

Wednesday, 23 December 2020

“Psychological Flexibility” May Be Key To Good Relationships Between Couples And Within Families




By Emma Young

What makes for a happy family? The answer — whether you’re talking about a couple or a family with kids — is psychological “flexibility”, according to a new paper in the Journal of Contextual Behavioral Science. Based on a meta-analysis of 174 separate studies, Jennifer S. Daks and Ronald Rogge at the University of Rochester conclude that flexibility helps — and inflexibility hinders — our most important relationships.

The pair analysed data from 203 separate samples, comprising almost 44,000 participants in total. They homed in on measures of psychological flexibility and inflexibility within these studies (which often gathered other data, too), and how they related to measures of family and relationship functioning.

A psychologically flexible person is characterised by a set of attitudes and skills: they are generally open to and accepting of experiences, whether they are good or bad; they try to be mindfully aware of the present moment; they experience difficult thoughts without ruminating on them; they seek to maintain a broader perspective when faced with a challenge; they continue to pursue important goals despite setbacks; and they maintain contact with “deeper values”, no matter how stressful a day might be (so, for example, a parent confronted with a screaming child who holds the value of being a kind, compassionate parent is able to bear this in mind when choosing how to react to the child). Psychological inflexibility describes the opposite of these thoughts and attitudes, and also entails feeling judged or shameful for holding negative thoughts and feelings.

The pair identified a host of specific links between aspects of flexibility or inflexibility and family functioning. For example, they found that inattention to the present moment and a tendency to respond to challenging experiences in a rigid, inflexible way were linked to weaker family bonds. These factors were also linked to lower levels of satisfaction with romantic relationships, and less “adaptive” parenting, suggesting that such an inflexible parent “might have a more difficult time responding to their children’s misbehaviour in sensitive, compassionate and responsive ways.” (In contrast, greater flexibility was strongly linked to more adaptive parenting). A lack of awareness of the present moment was also associated with more shouting and violence among couples and, along with some other measures of inflexibility, to stronger feelings of insecurity in relation to the relationship.

It’s important to note, however, that the overwhelming majority of links were correlational, so the direction of cause-and-effect is not clear. It could be the case that consistently poor child behaviour drives parental inflexibility, for example — or that the two exacerbate each other. The researchers themselves highlight this issue, calling for longitudinal studies to explore the direction and strength of the associations that they report.

But Daks and Rogge also point to potential practical implications of their findings. It might not seem especially surprising that psychological flexibility has emerged as being good for relationships. But in the past, research on flexibility has tended to focus on how it enhances an individual’s wellbeing, rather than the quality of romantic or familial relationships. In revealing the links between flexibility and family functioning, the work suggests a possible target for new interventions. A form of therapy called Acceptance and Commitment Therapy (ACT) encourages the development of flexibility, and there is plenty of evidence that it improves an individual’s own functioning, the pair notes. Perhaps, given the new results, it could help family functioning, too — especially if a parenting-focused ACT intervention were to be developed. Since links between greater psychological flexibility in parents and in their children have been reported, such an intervention might in theory have benefits that transmit down through generations.


SOURCE:

Monday, 21 December 2020

Νέα Έρευνα - Η επόμενη μέρα μετά το «Μένουμε Σπίτι» για το σεξ και τις σχέσεις


Ένα μέρος των μέτρων προφύλαξης και προστασίας από την πανδημία του κορωνοϊού ήταν η σεξουαλική συμπεριφορά των ανθρώπων, είτε συμβίωναν είτε είχαν ανοιχτές σχέσεις. Έτσι, λοιπόν, μέσα στις πληροφορίες που ερχόντουσαν και εξακολουθούν να δημιουργούν ερωτήματα σε σχέση με την υγιεινή της καθημερινότητάς μας και την πανδημία, η σεξουαλικότητα έγινε ένα κυρίαρχο αίτημα, όπως εμείς το εισπράξαμε με την πληθώρα των τηλεφωνημάτων και των μηνυμάτων που δεχτήκαμε κατά την περίοδο της καραντίνας.


Χαρακτηριστικά ερωτήματα που δεχτήκαμε και από τα δύο φύλα, ήταν εάν ο κορωνοιός μεταφέρεται με τη σεξουαλική επαφή, εάν η σχέση που συμβιώνει μπορεί να έχει ελεύθερη σεξουαλική ζωή μεταξύ των δύο συντρόφων, αλλά και οι σχέσεις εξ αποστάσεως, πώς μπορούν να εκφραστούν σεξουαλικά με το φόβο να μη χαθούν και αποξενωθούν.

Ο δικός μας προβληματισμός έγινε πιο έντονος από τα επιστημονικά δεδομένα, εάν είναι όντως σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, εάν ευκαιριακοί εραστές και σύντροφοι κινδυνεύουν να μολυνθούν από την ίδια τη σεξουαλική επαφή και φυσικά η καταγεγραμμένη από τους επιδημιολόγους αναγκαία προφύλαξη διαμέσου της απόστασης και της αποφυγής σωματικής και κυρίως αναπνευστικής επαφής. Η Αμερικανική Σεξολογική Εταιρεία εκδίδοντας τέλη Μαρτίου ένα πλάνο πρόληψης, ουσιαστικά απαγόρευσε τις ανοιχτές σεξουαλικές επαφές, ενίσχυσε τους συντρόφους εξ αποστάσεως, την ψηφιακή τεχνολογία και την σεξουαλική φαντασίωση διαμέσου παιχνιδιών που οι σύντροφοι διαδικτυακά μπορούσαν να εκφράσουν, ενώ επέτρεψε ουσιαστικά την ελεύθερη σεξουαλική επαφή των μονογαμικών σταθερών συντρόφων, με την προϋπόθεση ότι είναι υγιείς και δεν φέρουν πιθανά συμπτώματα μόλυνσης από τον κορωνοιό.

Ερωτήματα τέθηκαν από την επιστημονική κοινότητα, εάν στελέχη του ιού βρίσκονται στο σπέρμα και τα κολπικά υγρά, έχοντας τις πρώτες σοβαρές εκτιμήσεις, ότι δεν εισχωρούν στις εκκρίσεις των γεννητικών οργάνων της γυναίκας, αλλά και του σπέρματος του άνδρα, ενώ διαπιστώθηκε υψηλό δυναμικό φορτίο του ιού στα ανθρώπινα κόπρανα, κάτι που προκάλεσε και την ουσιαστική οριοθέτηση της αποφυγής πρωκτικής συνουσίας, ακόμη και με τη χρήση προφυλακτικού. Τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα, που μας έρχονται από την Κίνα, αναφέρουν ένα ποσοστό 16% σε δείγμα 38 ανδρών, που νοσηλεύονταν με την ασθένεια, να εμφανίζουν στελέχη του ιού στο ανδρικό σπέρμα. Αυτό, εάν πράγματι συμβαίνει, ουσιαστικά βάζει την ασθένεια Covid-19 στα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Το δείγμα, όμως, είναι αρκετά μικρό και δεν δείχνει να εγκυρώνεται από τις περισσότερες μελέτες. Και συγκεκριμένα μελέτες που να καταγράφουν τον χρόνο επιβίωσης και ισχυρής παρουσίας του ιικού φορτίου στο σπέρμα, όπως υποστηρίζει μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Journal of the American Medical Association (JAMA). Ισχυρός προβληματισμός τίθεται στο εάν η παρουσία του Sars-Cov-2 στο σπέρμα είναι ενεργή και ικανή να προκαλέσει μόλυνση του σεξουαλικού συντρόφου.

Οι επιστημονικοί συνεργάτες του Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας του Δρ. Θάνου Ασκητή διεξάγουν νέα πανελλήνια έρευνα με σκοπό να καταγραφεί η επόμενη μέρα της ζωής μας και πώς βιώσαμε το διάστημα της καραντίνας τόσο ως άτομα, ως σχέση και ως οικογένεια, στη συνέχεια του μότο «Μένουμε στο σπίτι». Η κοινωνία ανοίγοντας την πόρτα της θα δείξει κατά πόσο το «Μένουμε ασφαλείς» θα καταγραφεί στην έρευνά μας και οι ερωτήσεις μας εστιάζονται ακριβώς στην ποιότητα ζωής, την προσδοκία και τη λειτουργικότητα της καθημερινής μας πρακτικής.

Σας ζητάμε να υποστηρίξετε αυτή την έρευνα συμμετέχοντας ανώνυμα, προκειμένου να αξιολογήσουμε, όσο μπορούμε πιο αξιόπιστα τα αποτελέσματα που θα προκύψουν από αυτή.

Σας ευχαριστούμε πολύ. Ευελπιστούμε στην ανταπόκρισή σας.

Για να συμπληρώσετε την έρευνα πατήστε εδώ

Η επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας
Dr. Θάνος Ασκητής


ΠΗΓΗ:

Έρευνα: Πανδημία ψυχικών προβλημάτων




Οι ειδικοί αναφέρουν ότι όταν μοιραζόμαστε τα συναισθήματά μας αντιλαμβανόμαστε πως δεν είμαστε οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε δυσκολίες. Γι’ αυτό συστήνουν την επικοινωνία με συγγενείς και φίλους μέσω βιντεοκλήσεων


Η πανδημία, όπως υποδεικνύουν πολλές μελέτες, εξαιτίας της απομόνωσης, της εργασιακής ανασφάλειας και του φόβου, προκάλεσε σημαντική αύξηση στο άγχος και την κατάθλιψη των πολιτών. Μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), που εκπονήθηκε μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου, σε 130 κράτη, κατέγραψε σημαντική αύξηση της ζήτησης για υπηρεσίες ψυχικής υγείας, γεγονός το οποίο μαρτυρά την αύξηση των ψυχικών βαρών που επωμίζονται όλοι λόγω πανδημίας.


Οι ειδικοί εκτιμούν ότι αν δεν αντιμετωπιστούν άμεσα αυτά τα ψυχικά προβλήματα, θα μεταβληθούν σε χρόνια και θα εξακολουθήσουν να μας ταλαιπωρούν ακόμα και μετά τους εμβολιασμούς και τη σημαντική μείωση των θανάτων από COVID-19. Προκειμένου, λοιπόν, να θωρακιστούμε έναντι της πιθανής πανδημίας ψυχικών προβλημάτων, μελέτη του πανεπιστημίου της Αϊόβας, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Journal of Contextual Behavioral Science», συνιστά να αποκτήσουμε πλήρη επίγνωση των συναισθημάτων μας, να αναγνωρίσουμε πώς αντιδρούμε σε αυτά και τελικά να ενεργήσουμε ενσυνείδητα. Οσοι ακολουθούν αυτή τη διαδικασία είναι ψυχολογικά πιο εύκαμπτοι και μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα τα πλήγματα της πανδημίας.
Η προσαρμογή

Η κλινική ψυχολόγος Εμιλι Κρόσκα τονίζει: «Αν θεωρείς ότι η εξ αποστάσεως επικοινωνία είναι άθλια και γίνεσαι πικρόχολος επειδή τα πάντα γύρω σου είναι φρικτά, προφανώς θα γιγαντώσεις τη δυσαρέσκεια που νιώθεις. Αν αντιθέτως πεις «τι να κάνουμε, αυτό δεν ήταν ό,τι επιθυμούσα, αλλά πρέπει να επικοινωνήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε», τότε θα ηρεμήσεις και θα νιώσεις μεγαλύτερη ικανοποίηση. Το βασικό ζήτημα της πανδημικής περιόδου είναι η προσαρμογή. Μπορείς, τελικά, να κάνεις σημαντικά πράγματα, ακόμα και αν αυτά είναι δύσκολα;».

Επίσης, η δρ Κρόσκα, που εργάζεται με ασθενείς οι οποίοι αγωνιούν εξαιτίας της πανδημίας, τονίζει ότι το πανδημικό άγχος είναι φυσιολογικό. «Οι άνθρωποι δεν θέλουν να νιώθουν ψυχική δυσφορία, αλλά δυστυχώς, υπό τις παρούσες συνθήκες, αυτό θα συμβεί. Το να είναι κανείς ευέλικτος και να εξακολουθήσει να κάνει όσα πράγματα είναι σημαντικά για τον ίδιο σε πείσμα των δύσκολων καιρών που ζούμε, περιορίζει σημαντικά τη δυσθυμία. Ο κόσμος θα κάνει τα πάντα προκειμένου να νιώσει λιγότερο δυστυχής».


Το «κλειδί» για να γίνει αυτό είναι η προσαρμογή στη «νέα κανονικότητα της COVID-19», ώστε να μη βυθιστούμε στην απελπισία, τη θλίψη και το άγχος. «Διατηρήστε το καθημερινό σας πρόγραμμα, φάτε και κοιμηθείτε την ίδια ώρα κάθε ημέρα, συνεχίστε το εργασιακό σας ωράριο και κάντε μεγάλους περιπάτους στη φύση, αν είναι δυνατόν. Μιλήστε με βιντεοκλήση με συγγενείς και φίλους σε όλο τον κόσμο. Οταν μοιραζόμαστε τα συναισθήματά μας, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είμαστε οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε δυσκολίες», εξηγεί η δρ Κρόσκα. Κάποιοι, μάλιστα, μείωσαν τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και ειδησεογραφικών προγραμμάτων για να διατηρήσουν την ευδαιμονία τους. «Κυρίως, όμως, μη λησμονήσετε ότι και “αυτό” θα περάσει. Απλά πρέπει να αντέξουμε», κατέληξε.

ΠΗΓΗ: