Friday, 7 December 2018

Explaining the power of curiosity – to your brain, hunger for knowledge is much the same as hunger for food



Curiosity is a welcome trait in many respects and is the fuel that powers science. Yet literature is filled with fables that warn of the seductive danger of curiosity (think of how Orpheus loses his wife Eurydice forever after he succumbs to the temptation to glimpse at the underworld). In real life too, we all know the regret that can follow if we give in to curiosity – glancing at a private message that we shouldn’t have, for instance, reading a TV review when we know it contains spoilers, or trying out what happens if you put metal in a microwave (tip: don’t).

From whence does curiosity derive such power over us? One answer lies in the brain. In a pair of brain-imaging studies published as a preprint at bioRxiv – aptly titled Hunger For Knowledge: How The Irresistible Lure of Curiosity Is Generated In the Brain – Johnny King Lau and his colleagues have shown that curiosity appears to be driven by the same neurobiological process as physical hunger.



The researchers laid the groundwork for their brain-scan research with a small behavioural experiment in which hungry volunteers were shown either magic tricks or pictures of tempting food, and then presented with a lottery wheel. This wheel provided a visual presentation of the odds of a gamble (which varied from trial to trial) – if they won, they would have an increased chance at the end of the experiment to learn how the trick was done or to eat the food; if they lost, it was more likely they would suffer a mild but unpleasant electric shock at the end of the experiment. Each trial the volunteers rated their curiosity about the trick or the desirability of the food, and then chose whether to take the gamble or not.

The main finding here was that curiosity and hunger both swayed the volunteers’ decision-making. Above and beyond the actual odds on any trial, the volunteers were more likely to take gambles when they were more curious about the magic or more tempted by the food, even at the risk of suffering an electric shock.

This led Lau and his colleagues to hypothesise that curiosity fuels a physiological wanting or craving, similar to hunger. To test this, they repeated the set-up with more volunteers and this time scanned their brains too. The results showed that, whether influenced by hunger or curiosity, when their participants opted to take the gamble, activity was greater in a key region of the brain known as the striatum, which is known to be associated with motivation and reward. Moreover, when driven to make the gamble, the participants showed a greater disconnect between the striatum and the sensorimotor cortex, indicative perhaps of a discounting of the physical risks of their decision (I would add a caveat: it is always difficult to interpret the functional meaning of brain activity, especially in exploratory work of this kind, so this interpretation should probably be considered tentative).

Similar findings emerged from a second brain-imaging study in which curiosity was provoked by obscure, intriguing trivia quiz questions rather than by magic (a typical question was “What is the only food that never spoils?”). In this case, if the participants opted to gamble, and won, then they increased their chance of finding out the answer later. Again, opting to gamble to satisfy curiosity, or hunger, was associated with greater activity in the striatum, and a greater disconnect between striatum and sensorimotor cortex.
s
Lau’s team said their findings show that “curiosity biases our decision-making by recruiting the same incentive motivation process as extrinsic rewards (e.g. foods).”

SOURCE:


Wednesday, 5 December 2018

Σεξουαλικός Προσανατολισμός






Ο Σεξουαλικός προσανατολισμός αποτελεί μια πτυχή των 2 φύλων που προκύπτει από την προγεννητική σεξουαλική διαφοροποίηση του εγκεφάλου.

Η Σεξουαλική συμπεριφορά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς αυτή η διαδικασία της βιολογικής διαφοροποίησης προχωρά, με κεντρικούς παράγοντες τα γονίδια, τις σεξουαλικές ορμόνες και τα συστήματα του εγκεφάλου που επηρεάζονται.

Η βιολογική προοπτική για τον σεξουαλικό προσανατολισμό έρχεται ίσως σε αντίθεση με τις άλλες πεποιθήσεις, οι οποίες παρέμειναν σιωπηλές σχετικά με την προέλευση της ετεροφυλοφιλίας, ενώ αποδίδουν την ομοφυλοφιλία στη δυναμική της οικογένειας, στην εκπαίδευση, στην πρόωρη σεξουαλική εμπειρία, ή στην ελεύθερη επιλογή. Χωρίς, φυσικά, να μπορεί να αποκλειστεί όλα αυτά να παίζουν ρόλο.



Παρά τις διαφορετικές και αντικρουόμενες ερμηνείες για τους μηχανισμούς που οδηγούν στον ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό, σήμερα, η απόλυτη επιστημονική βεβαιότητα είναι ότι η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί ασθένεια.



Ίσως, αυτή η βεβαιότητα να φαντάζει κοινότοπη, όμως, εκτός του ότι επιτεύχθηκε με μεγάλες προσπάθειες, προάγει ένα σημαντικό συμπερασμό:

αφού η ομοφυλοφιλία δεν είναι ασθένεια, δε μπορεί και δε χρειάζεται να θεραπευτεί.

Η δεοντολογική απαγόρευση στη θεραπεία δεν πρέπει να ληφθεί όμως ως φρένο στην επιστημονική έρευνα των μηχανισμών που ελέγχουν το σεξουαλικό προσανατολισμό των ανθρώπων.

Η μελέτη της επιστημονικής αλήθειας μπορεί να αποβάλει απεχθείς καταδιώξεις καθώς και προκαταλήψεις.



«Όλες οι ανθρώπινες συμπεριφορές έχουν αίτια και λόγους, ανεξάρτητα από το αν η συμπεριφορά καθορίζεται ως φυσιολογική ή όχι.

Η ομοφυλοφιλία γίνεται καλύτερα αντιληπτή ως ένα τελικό κοινό μονοπάτι σεξουαλικής δραστηριότητας, που παρουσιάζει πολλές διαφορετικές πηγές, μερικές συγκρουόμενες, μερικές μη συγκρουόμενες και αρκετές όπου μονάχα υποθέσεις είναι δυνατές»

Βαϊδάκης Ν. Η Σεξουαλική Συμπεριφορά του Ανθρώπου. Κεφ. 5ο, σελ.177. Εκδ. ΒΗΤΑ, 2005



Η ανάπτυξη της σεξουαλικής ταυτότητας: από την παιδική ηλικία και την εφηβεία έως την ενήλικη ζωή



Ο συνδυασμός των χρωμοσωμάτων δεν είναι αρκετός, από μόνος του, για να προσδιορίσει τη σεξουαλική συμπεριφορά ενός ατόμου ως αντρική ή ως γυναικεία.

Για να καταστεί δυνατή η προσέγγιση αυτού του θέματος επινοήθηκαν πολλά χρόνια πριν η έννοια της ταυτότητας και του ρόλου του φύλου.



Με τον όρο «ταυτότητα φύλου» εννοούμε το να αισθάνεται κανείς ως άνδρας ή ως γυναίκα και με τον όρο «ρόλος του φύλου» εννοούμε πώς αυτό εκφράζεται προς τα έξω, προς τους άλλους.

Από την παιδική ταυτότητα του φύλου μεσολαβεί μια λανθάνουσα περίοδος μέχρι την εφηβεία, που αποτελεί το μεγάλο σταθμό της σεξουαλικότητας.

Συνεπώς η νεανική ταυτότητα φύλου, η εφηβική σεξουαλικότητα και η εφηβική μορφολογία του σώματος συμβάλλουν, κάτω από συνεχείς περιβαλλοντικές επιδράσεις, ώστε να φθάσει κανείς στην τελική έκφραση της ταυτότητας και του ρόλου του φύλου.

Φαίνεται ότι η ανάπτυξη της σεξουαλικής ταυτότητας είναι πολυπαραγοντική και διαχρονική, αρχίζει από την ενδομήτρια ζωή και συνεχίζεται μετά τη γέννηση, όπως γίνεται και με την ανάπτυξη του σώματος μας.

Από τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, η κοινωνική μάθηση παίζει σημαντικό ρόλο στην εδραίωση και ενίσχυση μιας συμπεριφοράς που καθορίζεται από βιολογικούς παράγοντες.



Πολλές είναι οι θεωρίες που έχουν προσπαθήσει, από πάρα πολλά χρόνια, να μελετήσουν το σεξουαλικό προσανατολισμό και να εξηγήσουν τη σεξουαλική συμπεριφορά.

Έτσι υπάρχουν μη βιολογικές θεωρίες, όπως οι ψυχαναλυτικές, οι θεωρίες της συμπεριφοράς και της κοινωνικής προσαρμογής, αυτή των πρώιμων σεξουαλικών εμπειριών, οι θεωρίες της κοινωνικής μάθησης (κοινωνικός κονστρουξιονισμός).

Ανάμεσα στις βιολογικές ερμηνείες ξεχωρίζουν η γονιδιακή υπόθεση, οι ορμονικοί παράγοντες, μελέτες σχετικές με την ανατομία του σώματος, την ανατομία του εγκεφάλου και διαφόρων λειτουργιών του εγκεφάλου.

Τέλος, υπάρχουν γνωσιακές μελέτες που στηρίζονται σε διάφορες θεωρίες (ανοσοβιολογική θεωρία κ.ά.).



Σίγουρο είναι πως όλες αυτές οι θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί μέσα από πολλές μελέτες, συμβάλλουν στη διερεύνηση των μηχανισμών που ελέγχουν τη σεξουαλική συμπεριφορά των ανθρώπων και, ταυτόχρονα, στην κατανόηση της ανάπτυξης της σεξουαλικής ταυτότητας και του ρόλου του φύλου, τα οποία αποτελούν κεντρικό κομμάτι της προσωπικότητας του ατόμου.

ΠΗΓΗ:

The Surprising Effects Of Stress On Your Brain





“When we are afraid, when we are threatened in any way, our cortisol levels go up.”



Stress can literally shrink your brain, new research suggests.

Middle-aged people with high levels of the ‘stress hormone’ cortisol also perform worse on memory tests than those with average levels of the hormone.


Common approaches such as mindfulness, moderate exercise and better sleep can all help reduce stress.

Professor Sudha Seshadri, who led the study, said:


“In our quest to understand cognitive aging, one of the factors attracting significant interest and concern is the increasing stress of modern life.

One of the things we know in animals is that stress can lead to cognitive decline.

In this study, higher morning cortisol levels in a large sample of people were associated with worse brain structure and cognition.”

The study involved brain scans of 2,231 people who also had their cortisol levels tested.

Cortisol is a hormone that rises in the body with stress levels.


The tests revealed that those with higher levels of cortisol had smaller brain volumes and worse memory.


However, no one in the study had signs of dementia.

Dr Justin B. Echouffo-Tcheugui, the study’s lead author, said:



“Cortisol affects many different functions, so it is important to fully investigate how high levels of the hormone may affect the brain.

While other studies have examined cortisol and memory, we believe our large, community-based study is the first to explore, in middle-aged people, fasting blood cortisol levels and brain volume, as well as memory and thinking skills.”

Professor Seshadri said:


“The faster pace of life today probably means more stress, and when we are stressed, cortisol levels increase because that is our fight-or-flight response.

When we are afraid, when we are threatened in any way, our cortisol levels go up.

This study adds to the prevailing wisdom that it’s never too early to be mindful of reducing stress.”

SOURCE:

Friday, 30 November 2018

Ελληνας επιστήμονας ανακάλυψε άγνωστη περιοχή στον ανθρώπινο εγκέφαλο




Ο διεθνούς φήμης «χαρτογράφος» του εγκεφάλου, ο Ελληνας καθηγητής της διασποράς Γιώργος Παξινός, ερευνητής στο Ινστιτούτο Ερευνών Νευροεπιστήμης της Αυστραλίας (Neuroscience Research Australia-NeuRA), ανακάλυψε μια νέα, άγνωστη έως τώρα, περιοχή στον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Η περιοχή, την οποία ο Γ. Παξινός ονόμασε «Ενδοσχοινιοειδή Πυρήνα» (Endorestiform Nucleus), βρίσκεται κοντά στο σημείο όπου ενώνεται ο εγκέφαλος με το νωτιαίο μυελό. Συγκεκριμένα, βρίσκεται μέσα στο κάτω παρεγκεφαλιδικό σκέλος, μια περιοχή που ενσωματώνει και συνδυάζει τις αισθητηριακές και τις κινητικές πληροφορίες, προκειμένου να διορθώσει τη στάση του σώματος, την ισορροπία του και τις μικρές επιδέξιες κινήσεις.

Ο ελληνικής καταγωγής επιστήμονας είχε υποπτευθεί την ύπαρξη της εν λόγω εγκεφαλικής περιοχής πριν 30 χρόνια και τώρα μπόρεσε για πρώτη φορά να αποδείξει την ύπαρξή της χάρη στην ύπαρξη καλύτερων πλέον μεθόδων ανίχνευσης και απεικόνισης.

«Δεν υπάρχει τίποτε πιο ευχάριστο για ένα νευροεπιστήμονα από το να εντοπίζει μια έως τώρα άγνωστη περιοχή του ανθρώπινου εγκεφάλου. Στη συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση υπάρχει το ξεχωριστό στοιχείο ότι αυτή η περιοχή είναι απούσα στις μαϊμούδες και στα άλλα ζώα. Πρέπει να υπάρχουν μερικά πράγματα που είναι μοναδικά στον ανθρώπινο εγκέφαλο πέρα από το μεγαλύτερο μέγεθός του και αυτή η περιοχή είναι πιθανώς ένα από αυτά», δήλωσε ο Γ. Παξινός στο Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

«Μένει να προσδιορισθεί η λειτουργία αυτής της νεοανακαλυφθείσας περιοχής του εγκεφάλου. Τώρα που έχει χαρτογραφηθεί, θα είναι δυνατό να μελετηθεί από την ευρύτερη ερευνητική κοινότητα», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τον κ. Παξινό, «το κάτω παρεγκεφαλιδικό σκέλος, που ονομάζεται επίσης σχοινιοειδές σώμα, είναι σαν ένα ποτάμι που μεταφέρει πληροφορίες από το νωτιαίο μυελό και το εγκεφαλικό στέλεχος προς την παρεγκεφαλίδα. Η περιοχή του εγκεφάλου που τώρα ανακαλύφθηκε, είναι μια ομάδα νευρώνων μέσα σε αυτό το σκέλος, εξ ου και το όνομά της "ενδοσχοινιοειδής πυρήνας".

Οι νευρώνες αυτοί είναι σαν ένα νησί μέσα στο ποτάμι, έτσι αυτός ο πυρήνας βρίσκεται σε προνομιούχα θέση για να λαμβάνει εισροές από το νωτιαίο μυελό. Το κάτω παρεγκεφαλιδικό σκέλος είναι μια μεγάλη δέσμη νευραξόνων και ο ενδοσχοινιοειδής πυρήνας είναι μια ομάδα νευρώνων ενσωματωμένη μέσα σε αυτή τη δέσμη. Η περιοχή αυτού του εγκεφάλου ‘με κοιτάζει' εδώ και χρόνια που μελετώ τον εγκέφαλο, στην πραγματικότητα είναι σαν εκείνη να με ανακάλυψε και όχι εγώ αυτή!».

Οσον αφορά τη λειτουργία της, ο κ.Παξινός δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «μόνο υποθέσεις θα μπορούσα να κάνω με βάση τη θέση της, πιθανώς βοηθά στον έλεγχο των επιδέξιων κινήσεων, όπως στο παίξιμο ενός μουσικού οργάνου. Δεν μπορώ να φαντασθώ έναν χιμπατζή να παίζει στο μπουζούκι τις ‘Περασμένες μου αγάπες', ένα τραγούδι πολύ απαιτητικό για το μπουζούκι, με τον ίδιο επιδέξιο τρόπο ενός ανθρώπου, όσο κι αν ο χιμπατζής αγαπούσε τη μουσική!».

Η ανακάλυψη νέων περιοχών του εγκεφάλου βοηθά τους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τις ασθένειες και να δοκιμάσουν νέες θεραπείες για τις διάφορες νευροεκφυλιστικές παθήσεις (Αλτσχάιμερ, Πάρκινσον, επιληψία κ.α.).

Ο Γ. Παξινός έχει υπάρξει πρωτοπόρος στη νευροανατομία και στη χαρτογράφηση του εγκεφάλου, έχοντας -με τις επιστημονικές δημοσιεύσεις του και τα βιβλία του που περιέχουν λεπτομερείς χάρτες του εγκεφάλου- ανοίξει νέες δυνατότητες στους νευροχειρουργούς και γενικότερα στους νευροεπιστήμονες. Οι περισσότεροι ερευνητές που μελετούν σήμερα τις νευρολογικές και τις ψυχιατρικές παθήσεις, είτε στους ανθρώπους είτε στα ζώα, χρησιμοποιούν τους δικούς του «άτλαντες» του εγκεφάλου, οι οποίοι περιγράφουν εξονυχιστικά τις διάφορες εγκεφαλικές δομές.

«Οι άτλαντες του καθηγητή Παξινού, που δείχνουν τη λεπτομερή μορφολογία και τις διασυνδέσεις του ανθρώπινου εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού, παρέχουν το πολύτιμο πλαίσιο έτσι ώστε οι ερευνητές να ελέγξουν τις υποθέσεις τους, από τη λειτουργία των νευρωνικών συνάψεων ως τις θεραπείες για τις ασθένειες του εγκεφάλου», δήλωσε ο επικεφαλής του NeuRA καθηγητής Πίτερ Σόφιλντ.

Η νέα ανακάλυψη του Γ.Παξινού θα παρουσιασθεί για πρώτη φορά στη διεθνή επιστημονική κοινότητα στο νέο βιβλίο του ("Human Brainstem: Cytoarchitecture, Chemoarchitecture, Myeloarchitecture") που θα κυκλοφορήσει περί το τέλος Φεβρουαρίου του 2019 από τις κορυφαίες επιστημονικές εκδόσεις Elsevier.

O Γιώργος Παξινός είναι αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 2012 και της Αυστραλιανής Ακαδημίας Επιστημών από το 2009. Γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1944 και μετά το γυμνάσιο έφυγε για σπουδές στις ΗΠΑ. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια και μετά πήρε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο ΜακΓκιλ του Καναδά.

Αφού έκανε μεταδιδακτορική έρευνα στο πανεπιστήμιο Γιέηλ των ΗΠΑ, από το 1974 μετακινήθηκε μόνιμα στην Αυστραλία, όπου είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας στο Σίδνεϊ και βασικός ερευνητής-επικεφαλής ομάδας στο Ινστιτούτο Neuroscience Research Australia. Μεταξύ άλλων, έχει διατελέσει πρόεδρος της Εταιρείας Νευροεπιστήμης της Αυστραλίας και επισκέπτης καθηγητής σε πολλά πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο, ενώ έχει αναγορευθεί επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών (2008), του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (2016) και του Ιονίου Πανεπιστημίου (2017).

Ο Γιώργος Παξινός έχει δημιουργήσει τους περισσοτέρους ‘άτλαντες' του εγκέφαλου και έχει ανακαλύψει τους περισσότερους πυρήνες του εγκέφαλου από οποιονδήποτε άλλον επιστήμονα στον κόσμο. Έχει δημοσιεύσει 52 βιβλία και το πρώτο του με τίτλο «Ο εγκέφαλος του αρουραίου σε στερεοταξικές συντεταγμένες» αποτελεί ένα από τα κορυφαία σε αναφορές επιστημονικά βιβλία διεθνώς.

Σε παλαιότερη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, είχε τονίσει ότι οι άνθρωποι πρέπει να εγκαταλείψουν την ψευδαίσθηση πως υπάρχει ψυχή, αφού τα πάντα -και τα συναισθήματα- προέρχονται και ελέγχονται από τον εγκέφαλο. Είχε αρνηθεί ότι υπάρχει ελεύθερη βούληση στον άνθρωπο, ενώ είχε δηλώσει άθεος.

ΠΗΓΗ:

Βρέθηκαν τα γονίδια της ελλειμματικής προσοχής




Η δρ Νεντ Χάλοουελ, που είναι ειδική στη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, εξηγεί το γενετικό υπόβαθρο της νόσου στη δρα Νταϊάν Μπλούμφιλντ, παιδίατρο.


Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας είναι πολύ σημαντική, καθώς από αυτή υποφέρουν χιλιάδες παιδιά που αναγκάζονται να παίρνουν πολύ βαριά φαρμακευτική θεραπεία προκειμένου να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τον καθημερινό βίο χωρίς τα προβλήματα που προξενεί η ασθένειά τους. Τώρα η γενετική επιστήμη έρχεται να φωτίσει κάποια άγνωστα σημεία της νόσου έτσι ώστε να γεννηθεί ελπίδα για οριστική θεραπεία. Ειδικότερα όπως λένε οι ερευνητές που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα, δώδεκα περιοχές του DNA, του γενετικού μας υλικού, είναι αυτές που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ).

Η είδηση είναι εξαιρετικά σημαντική καθώς είναι η πρώτη φορά που εντοπίζονται γενετικοί παράγοντες κινδύνου, μέσω μιας ολοκληρωμένης ανάλυσης του γονιδιώματος χιλιάδων ανθρώπων.

Οι ερευνητές από διάφορες χώρες, με επικεφαλής τον δρα Στέφεν Φαραόνε του Ιατρικού Πανεπιστημίου SUNY Upstate της Νέας Υόρκης, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό γενετικής Nature Genetics, ανέλυσαν γενετικά δεδομένα 55.400 ατόμων (εκ των οποίων 20.200 με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας) και εντόπισαν 12 γενετικές περιοχές που σχετίζονται με την εν λόγω πάθηση.

Οι εν λόγω γενετικοί παράγοντες κινδύνου φαίνεται να σχετίζονται με το κεντρικό νευρικό σύστημα. Συσχετίζοντας το γενετικό υπόβαθρο της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας με το αντίστοιχο άλλων διαταραχών, οι επιστήμονες βρήκαν ότι η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας έχει εν μέρει κοινούς γενετικούς παράγοντες που σχετίζονται με ψυχικές κυρίως διαταραχές, όπως είναι, παραδείγματος χάριν, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, η νευρική ανορεξία αλλά και η αϋπνία.

Οι ερευνητές προχώρησαν την εργασία τους και εντόπισαν και συγκεκριμένα γονίδια που πιθανώς εμπλέκονται στη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας και τα οποία ρυθμίζουν τον σχηματισμό νευρωνικών συνάψεων στον εγκέφαλο, την ανάπτυξη του λόγου, τη διαδικασία μάθησης και την παραγωγή ντοπαμίνης.

Οπως είπαν, ίσως αυτό βοηθήσει στην ανάπτυξη νέων και καλύτερων θεραπειών τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ενηλίκους με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας. Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, αξίζει να σημειωθεί, είναι μια άκρως κληρονομική διαταραχή της συμπεριφοράς, που εμφανίζεται περίπου στο πέντε τοις εκατό των παιδιών και στο δυόμισι τοις εκατό των ενηλίκων. Περισσότερες από τριάντα μελέτες οι οποίες εκπονήθηκαν σε διδύμους, τόσο σε ομοζυγωτούς όσο και σε ετεροζυγωτούς, δείχνουν ότι το ποσοστό κληρονομικότητάς της μπορεί να φτάσει το 70% έως 80%.

Είναι πολύ σημαντικό να διαπιστώνεται το γενετικό υπόβαθρο των ασθενειών, καθώς διευκολύνεται η εξεύρεση οριστικής θεραπείας. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, μπορεί αυτό να ανοίξει και το κουτί της Πανδώρας, ενισχύοντας τις πιθανότητες γενετικής παρέμβασης στο έμβρυο.

ΠΗΓΗ: