Wednesday, 6 September 2017

Διαχείριση άγχους κατά τη διάρκεια του αγώνα





Η πολυδιάστατη φύση του άγχους και ο διαχωρισμός του σε γνωστικό, σωματικό, προδιάθεσης (προσωπικότητας) και κατάστασης (αγώνας ή προπόνηση) μας δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθούμε και να επενεργήσουμε στις διάφορες πτυχές του, με στόχο τη διαχείριση του και τη μεγιστοποίηση της απόδοσης του αθλητή.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η αντίληψη των αθλητών για την επίδραση του άγχους που παρουσιάζεται στην αρχή ενός αγώνα. Εάν ο αθλητής πιστεύει ότι δεν μπορεί να ελέγξει το άγχος του και ότι θα τον επηρεάσει αρνητικά, τότε αυτό λειτουργεί ανασταλτικά. Αντιθέτως, εάν ο αθλητής θεωρεί ότι μπορεί να ελέγξει τα συμπτώματα του άγχους και να τα χρησιμοποιήσει προς όφελος του, τότε το άγχος ερμηνεύεται ως ένδειξη ετοιμότητας για τον αγώνα και λειτουργεί διευκολυντικά.

Όταν ο εγκέφαλος αντιληφθεί ότι μια κατάσταση είναι επικίνδυνη, τότε το σώμα εκκρίνοντας ορμόνες όπως αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη και κορτιζόλη φτάνει στη διέγερση και ετοιμάζεται να την αντιμετωπίσει επιτυχώς.
Το άγχος πριν τον αγώνα

Τα ερευνητικά δεδομένα αναφέρουν ότι αρκετές ημέρες πριν από τον αγώνα ξεκινούν οι θετικές (σημάδι αυτοπεποίθησης) ή οι αρνητικές (σημάδι άγχους) σκέψεις και ενεργοποιούνται σε πολύ μεγάλο βαθμό στο μυαλό των αθλητών. Ωστόσο το σώμα ακόμη δεν εκδηλώνει σημάδια άγχους (τρέμουλο, ταχυκαρδία, εφίδρωση, στομαχικό πόνο κ.α.). Κατά συνέπεια το γνωστικό άγχος μπορεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα ακόμη και αρκετές ημέρες πριν από τον αγώνα και παραμένει σταθερό όσο πλησιάζει ο αγώνας.

Από την άλλη μεριά το σωματικό άγχος βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα αρκετές ημέρες πριν από τον αγώνα και κορυφώνεται όσο πλησιάζει η ώρα του αγώνα με αποκορύφωμα λίγα λεπτά πριν από τον αγώνα να φτάνει στην κορύφωση του. Όταν ξεκινήσει ο αγώνας το σωματικό άγχος πέφτει απότομα ενώ το γνωστικό άγχος έχει διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια του.

Ο φόβος και η αμφιβολία για το αποτέλεσμα του αγώνα, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας (αγχώδης τύπος προσωπικότητας), ο φόβος για αρνητική κοινωνική αξιολόγηση από τους «σημαντικούς άλλους», η υπερεκτίμηση των αντιλαμβανόμενων κινδύνων, η υποτίμηση των ικανοτήτων, ο φόβος για τραυματισμό, η ελλιπής προετοιμασία, η τελειομανία (perfectionism) και η αλλαγή στη ρουτίνα (π.χ. καθυστέρηση έναρξης του αγώνα) είναι οι πιο σημαντικοί παράγοντες που ευνοούν το γνωστικό άγχος και κατά συνέπεια αυξάνουν τα επίπεδα του προαγωνιστικού άγχους.

Αυτό που πρέπει να έχουμε υπόψη είναι ότι το επίπεδο του βέλτιστου άγχους διαφέρει από αθλητή σε αθλητή και επιπλέον το ιδανικό επίπεδο άγχους μπορεί να επιτευχθεί μέσω ψυχολογικών τεχνικών. Ο προσδιορισμός του ιδανικού επίπεδου γίνεται είτε άμεσα είτε εκ των υστέρων (μέθοδος ανάκλησης).

Πολλοί αθλητές πιστεύουν ότι με το να μην συζητούν γι’ αυτό που σκέφτονται (αποφυγή προβλήματος), να καταφεύγουν σε ηρεμιστικές ουσίες ή να αυξάνουν τα επίπεδα του φαγητού αντιμετωπίζουν σωστά το άγχος πριν τον αγώνα. Το βέβαιο είναι οι προηγούμενες τακτικές αποφέρουν τελικά υψηλότερα επίπεδα αμφιβολίας, φόβου και άγχους στον αθλητή.
Διαχείριση άγχους πριν τον αγώνα

Οι πιο ενδεδειγμένες κινήσεις προκειμένου να διαχειριστείτε το άγχος πριν τον αγώνα είναι οι ακόλουθες:

1. Ελέγξτε τις συνθήκες εκείνες, τις καταστάσεις και τις σκέψεις που σας δημιουργούν άγχος.

2. Κάθε φορά πριν από κάθε αγώνα πρέπει να θέτετε:
ρεαλιστικούς,
επιτεύξιμους,
συγκεκριμένους
Θετικούς και
μετρήσιμους στόχους με βάση τα αποτελέσματα που έχετε στην προπόνηση.

3. Σκεφτείτε τι πρέπει να κάνετε σωστά και ότι είστε ικανοί να το καταφέρετε γιατί έχετε δουλέψει και προπονηθεί πάνω σε αυτή τη βάση.

4. Καταστρώστε στρατηγικές και εναλλακτικά σχέδια για τον αγώνα. Αυτό θα σας δημιουργήσει ηρεμία και σιγουριά ότι έχετε σκεφτεί και μπορείτε να αντιμετωπίσετε οποιαδήποτε αντιξοότητα μπορεί να προκύψει.

5. Ελέγξτε με ημερολόγιο τη διαδικασία της προπόνησης σας και καταγράψτε τη βελτίωση σας, ώστε να αισθανθείτε υψηλότερη αυτοπεποίθηση για τον εαυτό σας.

6. Χρησιμοποιείστε τεχνικές χαλάρωσης και σωστή αναπνοή.

Το άγχος είναι κάτι που επηρεάζει είτε με θετικό είτε με αρνητικό τρόπο τους αθλητές. Η Αθλητική ψυχολογία έχει τα εργαλεία και τις τεχνικές εκείνες οι οποίες βοηθούν στη διαχείριση του, με απώτερο σκοπό τη μεγιστοποίηση της απόδοσης. Η γνωστική αναδόμηση, η εκλογίκευση των γνωστικών διαστρεβλώσεων, η αλλαγή των αρνητικών σκέψεων σε θετικές και η εκμάθηση τεχνικών για τη διαχείριση του άγχους είναι η βοήθεια που προσφέρει ο ειδικός επιστήμονας στον αθλητή προκειμένου να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.



Βιβλιογραφία:

1. Endler, N.S. (1978). The interaction model of anxiety: Some possible impications. In D.M.Landers & R.W.Christina (Eds.), Psychology of motor behavior and sport-1977 (pp. 332-351). Champaign, IL: Human Kinetics

2. Hanin, Y.L. (1980). A study of anxiety in sports. In W.F.Straub (Ed.), Sport Psychology: An analysis of athlete behavior (pp. 236-249). New York: Mouvement Publications

3. Martens, R., Vealey, R.S., & Burton, D. (1990). Competitive anxiety in sport. Champaign, IL: Human Kinetic

ΠΗΓΗ:

https://www.e-psychology.gr/sports-psychology/2524-diaherisi-agxous-kata-ti-diarkeia-tou-agona.html(accessed 6.9.17)

Tuesday, 5 September 2017

Γάμος χωρίς σεξ: Όσα πρέπει να ξέρετε


Δεν θα εξετάσουμε την περίπτωση μιας φευγαλέας ζήλιας ή ενός συζυγικού μικρό-επεισοδίου, που κατέληξε στην πεισματική αποχή από το σεξ ως «τιμωρία» -επειδή ο σύζυγος κοίταξε επίμονα ένα εντυπωσιακό ζευγάρι γοφών ή η σύζυγος γκρίνιαξε περισσότερο από το «επιτρεπτό». Ο λόγος εδώ, γίνεται για τα ζευγάρια εκείνα που βρίσκονται σε χρόνια –συμφωνημένη ή μη- αποχή από το σεξ. Για τους συντρόφους αυτούς που, συν τω χρόνω, έγιναν δυο συγκάτοικοι, που μοιράζονται την ίδια ζωή (και ίσως το ίδιο κρεβάτι), αλλά δεν επιθυμεί πια ερωτικά ο ένας τον άλλον.




Αν είστε σε μια τέτοια σχέση, όπου μεταξύ σας δεν υπάρχει πια παρά αμοιβαία αγάπη και συντροφικότητα και η φλόγα του πάθους έχει προ πολλού σβήσει για τα καλά, οι ακόλουθες πληροφορίες και συμβουλές έχουν γραφτεί για εσάς.
Δεν είστε (οι) μόνοι

Ο μέσος, κοινωνικά νοήμων άνθρωπος το προσυπογράφει: σχέση χωρίς σεξ, είναι σχέση μισή –είναι, τελικά, φιλία. Παρά την κοινή παραδοχή ότι η αποχή από το σεξ οδηγεί με ακρίβεια σε μια σχέση δυστυχή και ελλιπή, τα ζευγάρια που συμβιώνουν έχοντας από καιρό πάρει διαζύγιο από το σεξ δεν είναι καθόλου λίγα.

Η παραδοχή αυτής της μορφής σχέσης, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Επομένως, το γεγονός ότι καμία εκ των φίλων ή συγγενών σας δεν έχει μοιραστεί μαζί σας το αντίστοιχο πρόβλημα, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβαίνει και στις... πιο ευτυχισμένες οικογένειες. Ο αναλυτής δεδομένων μεγάλης κλίμακας (data scientist)Seth Stephens-Danidowitz, ανέλυσε αποτελέσματα αναζήτησης της Google που δημοσίευσε σε άρθρο του στο ΝΥ Τimes και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναζήτηση «γάμος χωρίς σεξ» είναι 3,5 φορές συχνότερη απ' το «δυστυχισμένος γάμος» και 8 φορές δημοφιλέστερη απ' το «γάμος χωρίς αγάπη»!

Με δυο λόγια: οι χωρίς σεξ σχέσεις είναι πολύ συχνότερες απ' αυτό που ίσως υποθέτετε, γεγονός που σας καθιστά -τρόπον τινά- «μέσο όρο» των συζυγικών προβλημάτων.


Μην κατηγορείτε τον εαυτό σας!

Όποιος κι αν είναι ο λόγος που η σχέση σας οδηγήθηκε σ' αυτή τη μορφή, είναι εντελώς παράλογο να κατηγορείτε τον εαυτό σας –είτε είστε άντρας, είτε γυναίκα. Όταν δύο άνθρωποι σταματούν να θέλουν να έρχονται σε επαφή, «φταίνε» κι οι δύο. Οι λόγοι που οδηγούν ένα ζευγάρι στη σεξουαλική αποχή μπορεί να είναι δεκάδες (ναι, το «βαρεθήκαμε ο ένας τον άλλον», δεν είναι απαραίτητα η απάντηση), όμως σε καμία περίπτωση δεν φταίει (μόνο) ότι το σώμα σας άλλαξε μεγαλώνοντας ή ότι πήρατε κιλά.

Ιδιαίτερα οι γυναίκες έχουν την τάση να κατηγορούν τον εαυτό τους για την έλλειψη σεξ. Φοβούνται ότι έπαυσαν να είναι αρκετά ελκυστικές και ερωτικές και γι' αυτό οδηγήθηκαν στην αποχή. «Συχνά, οι άντρες σταματούν να είναι σεξουαλικά ενεργοί επειδή βιώνουν έντονο άγχος το οποίο φοβούνται ότι θα εξελιχθεί σε στυτική δυσλειτουργία», γράφει στην Huffingtonpost η Tammy Nelson, σεξολόγος. Κι αυτός είναι ένας μόνο από τους λόγους, που ο καλός σας δεν έχει διάθεση πια για... τρελίτσες.
«Απλά... βαρεθήκαμε ο ένας τον άλλον»: Ισχύει;

Μιλώντας για τους λόγους που οδηγούν ένα ζευγάρι στην άνευ σεξ συμβίωση: η εκατέρωθεν ερωτική ανία είναι ίσως –σύμφωνα με τους ψυχολόγους- η κορυφή του παγόβουνου. Η έλλειψη όρεξης για οτιδήποτε είναι, σε κανονικές συνθήκες, ευχάριστο και απολαυστικό, μπορεί να είναι σύμπτωμα αγχώδους διαταραχής ή ακόμη και κατάθλιψης.

Επομένως, πριν σπεύσετε να καταλήξετε σε κάτι τελεσίδικο και καταδικαστικό όπως «Δεν μας συνδέει πια τίποτα» ή«Ο έρωτας μας "τελείωσε"», κάντε μια βαθειά κι ουσιαστική ανασκόπηση. Είστε ευχαριστημένοι απ' τη ζωή σας; Ή, ακόμη: είστε ευχαριστημένοι απ' τον σύντροφό σας, εν γένει; Οι άνθρωποι μεγαλώνουν και εξελίσσονται.



Ενδέχεται η ζωή σας να μην είναι αυτή που φανταστήκατε ή ο/η σύντροφός σας να μην σας καλύπτει πια ως προσωπικότητα. Η δουλειά και τα παιδιά μπορεί να σας καταβάλουν ψυχικά και σωματικά τόσο, ώστε το μόνο που επιθυμείτε στο τέλος της ημέρας να είναι ένας χορταστικός ύπνος.

Πριν, λοιπόν, καταλήξετε ότι το σεξ για σας του δύο είναι κεφάλαιο που έχει οριστικά κλείσει, σιγουρευτείτε ότι είστε καλά με τον εαυτό, τη ζωή και το άλλο σας μισό.Επικοινωνήστε κάθε σκέψη σας στο σύντροφό σας και, εάν νιώθετε ότι δεν μπορείτε να εντοπίσετε την αιτία του προβλήματος, επισκεφτείτε έναν ειδικό. Σίγουρα τα χρήματα δεν περισσεύουν, αλλά υπάρχουν ζητήματα που δεν μπορείτε να λύσετε μόνοι.
Είστε σύμμαχοι απέναντι στο πρόβλημα;

Είστε ή όχι και οι δύο «στην ίδια σελίδα»; Η έλλειψη σεξ είναι μια κοινή, σιωπηλά παρμένη απόφαση που ικανοποιεί –ή, τουλάχιστον, δεν ενοχλεί- και τους δύο ή είναι επιλογή του ενός εκ των δύο συντρόφων; Αν η απόφαση είναι κοινή και έχει παρθεί με ωριμότητα, τότε έχετε κάνει μια σοβαρή επιλογή ζωής, που μπορεί να είναι μεγάλης σημασίας, αλλά είναι επιλογή δύο σκεπτόμενων ενηλίκων.

Αν είστε εσείς ο… αρνητής του σεξ, τότε πρέπει άμεσα να βρείτε τι φταίει, τόσο για την υγεία της σχέσης σας όσο και για χάρη του/ της συντρόφου σας. Εξαλείψτε την πιθανότητα ιατρικού προβλήματος και ρωτήστε τον εαυτό σας, γιατί έχετε χάσει την όρεξή σας. Συζητήστε το ανοιχτά, ζητήστε κατανόηση και χρόνο και δείξτε την αγάπη σας –η έλλειψη σεξ, δεν χρειάζεται να συνεπάγεται έλλειψη τρυφερότητας μεταξύ σας.

Τι γίνεται όμως αν είστε ο «αδικημένος» της υπόθεσης; Σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει χωρίς περιστροφές, αλλά δίχως πίεση και άγχος να μιλήσετε ξεκάθαρα για το άγχος σας. Η Sallie Foley, διευθύντρια του Κέντρου Σεξουαλικής Υγείας του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, μιλάει στο ιατρικό site WebMD και συμβουλεύει: «Αν ο σύντροφός σας είναι απρόθυμος, τότε πρέπει να του πείτε ευθέως “Πρέπει να συζητήσουμε ποιες είναι οι προτεραιότητες και τα «θέλω» μας. Δεν μπορώ να είμαι σε μια σχέση όπου το σεξ έχει τελειώσει.”». Η S. Folley, επισημαίνει ότι συχνά η αιτία που μπορεί να κρύβεται πίσω απ’ την απουσία διάθεσης είναι η κατάθλιψη και το άγχος. Η επίσκεψη σε έναν ειδικό μπορεί να χαράξει τις στρατηγικές εκείνες που θα οδηγήσουν στο να βρεθεί η χαμένη διάθεση.



Σε κάθε περίπτωση, πρέπει το ζήτημα να τεθεί επί τάπητος, Αν δεν έχετε διάθεση, παραδεχτείτε το, ζητήστε συγγνώμη και προσπαθήστε να βρείτε τη λύση. Αν η διάθεση σάς περισσεύει, απαιτήστε να λυθεί το ζήτημα με αμοιβαία προσπάθεια και υποχωρήσεις.
Μόνο εσείς ξέρετε τι είναι καλύτερο για 'σας

Το πού μπορεί να οδηγηθεί η σχέση σας είστε σε θέση να το ξέρετε μόνο εσείς. Ένας γάμος χωρίς σεξ είναι σύμφωνα με την κοινή λογική, ένας ελλιπής -αν όχι δυστυχισμένος- γάμος. Εσείς όμως δεν έχετε την «κοινή» λογική –έχετε τη δική σας. Υπάρχουν άντρες και γυναίκες που δηλώνουν χαρούμενοι και απόλυτα ικανοποιημένοι από τη λευκή τους σχέση -δήλωση που για τους περισσότερους είναι ακατανόητη.

Ο καθένας γνωρίζει τι είναι καλύτερο για εκείνον και τη ζωή του. Αν η απόφασή σας να απέχετε από το σεξ είναι απόφαση που έχει παρθεί με ωριμότητα και η επιλογή αυτή είναι πραγματικά ικανοποιητική για εσάς, δεν χρειάζεται να δώσετε λογαριασμό σε κανέναν ούτε να πτοηθείτε από τα σχόλια και τις απόψεις του κόσμου. Η σεξουαλικότητα είναι όμως αναπόσπαστο κομμάτι σας, γι΄αυτό εξετάστε το πολύ σοβαρά: θέλετε πράγματι να ζείτε χωρίς ερωτικά χάδια, οργασμούς και σεξουαλική τρυφερότητα;


ΠΗΓΗ:
http://www.mama365.gr/25723/gamos-horis-sex-osa-prepei-na-xerete.html(accessed 5.9.17)


Trans men show unusual connectivity patterns in brain networks involved in self perception


Photographic stimuli from the “body morph” task that was used in the new research



Most brain imaging studies involving transgender people or people with gender dysphoria have focused on whether their brains look more like what’s typical for the gender they identify with, rather than the gender they were assigned at birth based on their biological sex. For example, whether trans men have “masculine” brains, and trans women have more “feminine” brains.

The results have been mixed and if anything point towards trans people having brains with distinct features that are neither stereotypically male or female.

A new study in Brain Imaging and Behaviour adds to this trend, showing that trans men have unusual patterns of connectivity in brain networks involved in processing of the self, as compared with male and female controls. “The present data do not support the hypothesis that sexual differentiation of the brain of individuals with gender dysphoria is in the opposite direction as their sex assigned at birth,” the researchers said, adding that the unusual connectivity patterns they found in trans men “was detected in comparison with both male and female controls, and there were no differences between the control groups”.



The research team led by Jamie Feusner at University of California, Los Angeles, scanned the brains of 27 trans men (whom they refer to as female-to-male persons with gender dysphoria) recruited via a gender dysphoria clinic at the Karolinska Institute in Sweden where they’d been diagnosed with gender dysphoria, specifically transsexualism (according to ICD 10 criteria). The trans men had not yet undertaken the surgery and/or hormone treatment that they were seeking; they had no other current psychiatric or neurological diagnoses. There were also 27 male and 27 female cisgender controls.

This was a resting-state brain scan, so the participants simply lay in the scanner doing nothing. The researchers then analysed the participants’ patterns of neural activity at rest to look for signs of connectivity in various brain networks, including the “default mode network” (which is more active when we’re mind-wandering and thinking about the self rather than engaged with the outside world) and the “salience network” which processes internal bodily sensations, among other things.

Eighteen of the trans participants and some of the controls also completed a body morph test (see example photographs above): they looked at images of their own body, shown for either half a second or two seconds, that were morphed to varying degrees with the body of another man or woman, and they had to say to what degree the photo was of themselves.

The trans men showed weak connectivity in areas of the default mode network as compared with both the male and female controls. As you’d expect, they were also more likely to rate the body morph photos as being themselves when they were morphed with a man’s body, rather than a woman’s or unmorphed. Moreover, at longer viewing times, this identification with a masculinised version of their own body correlated with greater connectivity within pregenual anterior cingulate cortex – part of the default mode network that’s associated with feelings of self. The controls didn’t show this correlation, but at shorter viewing times they (but not the trans participants) showed a correlation between seeing their unmorphed body as their own and connectivity within the right insula – a region involved in the rapid processing of internal bodily signals.

The interpretation of these different brain activity patterns is highly speculative but the researchers said the results are consistent with the idea that in trans men “higher cortical systems” were modulating the activity of more reflex systems involved in self and own body processing. The researchers said: “Gender dysphoria individuals differ from controls with respect to connectivity within networks involved in self-directed thinking and that relate to own-body identification, which could represent a neurobiological correlate of their condition.”

Whether these unusual brain activity patterns play a role in causing gender dysphoria or are the consequence of it, or both, is not clear. It also remains to be seen how surgical or hormone treatment might interact with these neural patterns. More research, especially longitudinal that tests participants over time, is needed to tease out cause and effect; and research with trans women is also required to see if the current findings generalise.

SOURCE:


Friday, 1 September 2017

Αχ, αυτός ο θυμός!


Τι είναι ο θυμός;
Ο θυμός είναι ένα φυσιολογικό και υγιές συναίσθημα που μας λέει πως «κάτι δεν πάει καλά». Ανάλογα με τον τρόπο που θα τον διαχειριστούμε μπορεί να γίνει πολύ δημιουργικός, π.χ. «θυμώνω που δεν καλύπτεις τις ανάγκες μου και μαθαίνω πως μπορώ να τις καλύπτω εγώ» ή καταστροφικός, όταν ο τρόπος έκφρασής του μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα για την υγεία και τις σχέσεις μας.
Είναι μία φυσική απάντηση σε υποτιθέμενη απειλή, όπου ο οργανισμός μας εκκρίνει αδρεναλίνη για να μπορέσει να είναι σε εγρήγορση και να αμυνθεί. Μία πρωτόγονη κατάσταση, όπου σφίγγονται οι μύες και αυξάνεται η αρτηριακή πίεση και οι καρδιακοί παλμοί. Οι αισθήσεις γίνονται πιο ευαίσθητες, το πρόσωπό μας κοκκινίζει. Παρόλες λοιπόν τις σωματικές αντιδράσεις, ο θυμός γίνεται πρόβλημα μόνο όταν δεν μπορούμε να τον διαχειριστούμε με έναν υγιή τρόπο.
Τελικά δεν είναι «κακό» να θυμώνω;
Όχι. Ίσα ίσα, όπως ανέφερα και παραπάνω, ο θυμός είναι ένα σημάδι πως «κάτι δεν πάει καλά». Άρα, μπορεί να με κινητοποιήσει να δω με τι θυμώνω και να γίνω πιο δημιουργικός και θετικός άνθρωπος για παράδειγμα, να οριοθετήσω τον εαυτό μου και να μην επιτρέπω στους άλλους να με κάνουν ότι θέλουν, να μπω στη διαδικασία να μιλήσω για πράγματα που με ενοχλούν και να μοιραστώ τις ανησυχίες μου. Σημαντικός είναι ο τρόπος που θα τα κάνω όλα αυτά, η διαχείρισή του δηλαδή, ώστε να μπορέσω να τον εκφράσω με έναν πιο υγιή και δημιουργικό τρόπο.
Με τι θυμώνουμε;
Η προσωπική μας ιστορία τροφοδοτεί τις θυμώδεις αντιδράσεις μας.
Υπάρχουν πολλά ερεθίσματα καθημερινά που θα μπορούσαν να μας θυμώσουν και να χάσουμε την υπομονή μας, αισθανόμενοι πως «δεν ακουγόμαστε», «δεν αναγνωρίζεται» αυτό που κάνουμε σε προσωπικό, οικογενειακό, συντροφικό, κοινωνικό ή και επαγγελματικό επίπεδο, δεν μας σέβονται, δεν μας εκτιμούν, μας χειρίζονται, μας αδικούν, κλπ.
Μπορεί να μάθαμε να χρησιμοποιούμε το θυμό ως τρόπο επιβίωσης σε κάποια φάση της ζωής μας και προφανώς με θετικά αποτελέσματα, εφόσον «επιβιώσαμε». Σήμερα όμως, που οι καταστάσεις έχουν αλλάξει, ο «παλιός τρόπος έκφρασής του» ίσως δεν είναι και τόσο λειτουργικός πια.
Παρελθοντικά βιώματα που έχουν δημιουργήσει τραυματικές εμπειρίες, ανοιχτοί λογαριασμοί, κλπ., είναι πιθανό να πυροδοτήσουν το θυμό μας.
Ίσως προτιμάμε να είμαστε θυμωμένοι, έστω και χωρίς να το καταλαβαίνουμε, για να μην πονέσουμε, καθώς ο θυμός είναι ένα συναίσθημα που έχει ενέργεια και δεν μας αφήνει να «πέσουμε ψυχικά», π.χ. στο χωρισμό, όσο νιώθω θυμό, δεν πονάω και «δεν με παίρνει από κάτω», νιώθω μάλιστα ότι έχω υπερβολική ενέργεια.
Μπορεί να έχουμε μάθει να τον «καταπίνουμε», με αποτέλεσμα να απογοητευόμαστε όλο και περισσότερο, να «βαρυστομαχιάζουμε» και να νιώθουμε ότι μονίμως σιγοβράζουμε μέσα μας, κάνοντας τον εαυτό μας αλλά και τους γύρω μας αρκετά συχνά δυστυχισμένους.
Ο θυμός είναι ένα από τα στάδια του πένθους, όπου θυμώνουμε με την απώλεια και το γκρέμισμα των ονείρων και της ζωής μας, όπως την ξέραμε μέχρι τώρα (π.χ. θάνατος, χωρισμός, απώλεια φιλίας, εργασίας, …).
Ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές, χρήση τοξικών ουσιών.
Νευρολογικές διαταραχές, επιληψία, N. Altzheimer
Αλλαγές στη χημεία του εγκεφάλου ή υποκείμενες ιατρικές καταστάσεις, καρδιακές, μεταβολικές, ενδοκρινικές διαταραχές, π.χ. υπερθυρεοειδισμός
Αυτοάνοσα νοσήματα
Χρήση συγκεκριμένων φαρμάκων
Όπως βλέπουμε λοιπόν, υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί λόγοι για να θυμώσουμε, αλλά και πολλά είδη θυμού.
Πως μπορώ να διαχειριστώ το θυμό μου;

Να μάθω να τον εκφράζω, ίσως όχι εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή αν νιώθω ότι θα έχω έντονο ξέσπασμα αλλά όταν ηρεμήσω.
Να μάθω να τον συγκρατώ και να τον μετατρέπω σε μία πιο εποικοδομητική συμπεριφορά. Χρειάζεται όμως προσοχή να μην τον στρέψω «προς τα μέσα» ή να μην του δώσω μία παθητική-επιθετική έκφραση.
Να μάθω να τον ελέγχω και να ηρεμώ, αφήνοντας τα αρνητικά συναισθήματα της στιγμής να εξατμιστούν.
Να μιλήσω με σαφή τρόπο και άμεσα για το τι με ενοχλεί, χωρίς να κατηγορώ τους άλλους ή να χρησιμοποιώ βαρύγδουπες εκφράσεις για να τους πληγώσω.
Μπορεί ο θυμός να βλάψει την υγεία μου;
Εξαρτάται από το είδος του θυμού, την έντασή του και τον τρόπο διαχείρισης. Ναι, μπορεί ο θυμός να βλάψει όχι μόνο τη δική μου υγεία αλλά και των άλλων, αν για παράδειγμα, χάσω τον έλεγχο και έχω βίαια ξεσπάσματα με αποτέλεσμα να χτυπήσω, να τρακάρω αν οδηγώ, να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω, να εμπλακώ σε καυγάδες και συγκρούσεις, να χτυπήσω κάποιον και να του προξενήσω σοβαρές βλάβες, να σπρώξω κάποιον, να πέσει και να χτυπήσει άσχημα, κλπ.
Επίσης, όπως δείχνουν και έρευνες, η διατήρηση έγκλειστου θυμού και οργής που δεν εκφράζουμε αλλά αντίθετα «καταπίνουμε» – συνειδητά ή μη - μπορεί να είναι επιβλαβής για την υγεία μας. Τέτοιου είδους αντιδράσεις μπορεί να επιδεινώσουν το χρόνιο πόνο ή να οδηγήσουν σε διαταραχές του ύπνου, σε γαστρεντερικά ή μυοσκελετικά προβλήματα. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι ο θυμός και η εχθρότητα συνδέονται ακόμα και με καρδιακές παθήσεις.
Πως μπορεί να με βοηθήσει ο ειδικός;
Η βοήθεια ειδικού είναι χρήσιμη καθώς μπορεί να με μάθει να διαχειρίζομαι και να ελέγχω το θυμό μου και τα ξεσπάσματά μου. Αποτέλεσμα να νιώθω μεγαλύτερη ηρεμία αλλά και ικανοποίηση μέσα μου, εφόσον δεν λέω και δεν κάνω πράγματα για τα οποία μπορεί να μετανιώσω μετά από λίγο, αλλά και δεν κινδυνεύει η σωματική και ψυχική υγεία – η δική μου αλλά και όσων βρίσκονται γύρω μου και να απολαμβάνω πιο ζεστές διαπροσωπικές και ερωτικές σχέσεις…



Πηγή: 
http://www.askitis.gr/monthly/view/%CE%B1%CF%87-%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%BF-%CE%B8%CF%85%CE%BC%CF%8C%CF%82(accessed 1.9.17)

How children develop a sense of humour


Try a pun or some sarcasm on a toddler and you’re likely to draw a blank stare. Babies can be even harder to impress – ignoring your best clown impressions while laughing at some completely random event. Of course, children aren’t completely humourless. But what do they find funny at different ages and when can we expect them to get things like sarcasm and irony?

My two-year-old son has recently started grabbing my nose and pretending to throw it in the kitchen bin while laughing hysterically. It may not be a joke that I’m likely to try at my next dinner party, but it shows that his sense of humour is developing.

The main element needed for humour to evolve in children is socialisation. Children must understand that they are sharing an experience with another person before they can begin to establish a sense of humour. We typically do this by laughing and sharing reactions together – a process that effectively starts as soon as a newborn can engage in eye contact and smiling. The psychologist Lev Vygotskybelieved that humorous social interactions of this type actually facilitates a child’s cognitive development.

However, a child needs to posses a few basic cognitive skills to communicate jokes in the first place (beyond just pulling a funny face). The most important ones are imagination, the ability to take a different perspective and language. Because these abilities tend to develop at different rates in different children – and continue to grow and change throughout adolescence and adulthood – there is no firm theory that can pinpoint specific, age-related stages of humour development.
Language

Almost all types of humour involve a realisation of incongruity between a concept and a situation. In other words, we laugh when things surprise us because they seem out of place. Take for example the following joke: “A horse walks into a bar and the barman says ‘why the long face’”? This is partly funny because horses don’t normally walk into bars. But the punchline “why the long face” is amusing because we first don’t get why the horse would be sad. We then suddenly realise that there are two meanings of the expression – horses also literally have long faces.Peek-a-boo! Denise E/Shutterstock

It may therefore seem that language is a prerequisite for humour. Infants without language and younger children with limited language typically enjoy physical humour, such as a game of peek-a-boo. But such simple jokes, involving less cognitive skills than language-based jokes, are also about incongruity realisation. Peek-a-boo has an element of surprise – someone suddenly appearing out of nowhere.

Indeed, many researchers argue that it is communication that is key – and that humour actually facilitates the process of learning a language.
Imagination

Imagination plays a big part in spotting incongruity. It helps children place themselves somewhere different, to enact social roles that they normally wouldn’t, and even to pretend that their nose has come off of the body.

Imagination begins to appear in children around 12-18 months. Interestingly, this corresponds with the time when children are starting to copy parent’s jokes – making them more active in the production of their own brand of humour. Indeed, children as young as seven months can deliberately repeat any behaviours that elicit laughs, such as a funny face or a game of peek-a-boo.

A developing imagination is important for a child to eventually be able to produce their own jokes. This starts to happens by around two years of age, with jokes often being object-based, such as placing underwear on the head, or conceptual, such as claiming the “pig says moo”.I’ve got one thing to say about that. Pattanawadee Kuntaro/Shutterstock

When making up their own jokes, children often draw inspiration from whatever they are learning about. Importantly, this helps them process social rules. For example, my son often jokes that his friend Lilly “pooped on the floor”. This is because potty training and excrement is at the forefront of his life right now. Joking about it is a good way to learn about the social rituals and emotions that go along with this process – particularly in dealing with accidents.
Perspective and deception

Another cognitive skill that helps children develop humour is an understanding of how the mind works. Knowing that different people can have access to different knowledge or mental states – and that some can have false beliefs or be deceived – is important. For example, when parents pretend to be oblivious to a child sneaking up to scare them, this is actually an example of a child understanding deception.

Indeed, some research has shown that this knowledge is crucial for children to understand more complicated jokes involving sarcasm and irony. One study showed that some children as young as three (but typically around five) are able to understand some forms of irony. In the experiment, children watched a puppet show and were asked questions about what they saw. An example of irony was when one puppet broke a plate and the other commented, “your mum will be very happy”. Some children could laugh and understand that this wasn’t literal and that the mum would in fact not be happy at all.

Other research argues that the understanding of irony develops through experience with humour itself rather than perspective taking or knowledge of deception. Joking is social and cultural, so a part of this process is having to learn through social interaction.

When children have developed a basic understanding of others and an imagination they can use their humour to explore possible and actual emotions. For example, by hurling invisible food around and yelling in glee, “I’m messy” a child can get a parent to act out a scenario in which they pretend to be angry. The joke enables them to explore anger safely.

So when it comes to children’s humour, we need to be patient. And thank goodness for that – those Disney and Pixar movies would be so much harder to sit through without the off-colour jokes that go over the children’s heads. For now, we enjoy just stealing noses.

SOURCE:
https://theconversation.com/how-children-develop-a-sense-of-humour-77028(accessed 1.9.17)