Friday, 9 December 2016

Σεξισμός, προάγγελος ψυχώσεων





Σε πορεία κατά του σεξισμού στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας το 2011 συμμετέχει αυτή η νέα γυναίκα.




ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Οι άνδρες που θεωρούν ότι διαθέτουν εξουσία πάνω στις γυναίκες ή υιοθετούν συμπεριφορά «γόη» έχουν σημαντικά μεγαλύτερες πιθανότητες να πάσχουν από ψυχικά νοσήματα. Την ίδια ώρα, όσοι άνδρες δεν ακολουθούν αρρενωπά πρότυπα είναι πιο υγιείς και περισσότερο πρόθυμοι να αναζητήσουν ψυχολογική βοήθεια, σύμφωνα με νέα έρευνα της Αμερικανικής Ενωσης Ψυχολόγων.

Η μελέτη βασίστηκε σε 78 επιμέρους έρευνες 20.000 ανδρών, ενώ οι ερευνητές αξιολόγησαν τους συμμετέχοντες χάρη σε κατάλογο 11 «αρχών» τις οποίες οι ψυχολόγοι θεωρούν ως χαρακτηριστικά δείγματα της παραδοσιακής αντίληψης περί ανδρισμού. Οι 11 αρχές του ανδρισμού είναι: ο πόθος για νίκη, η ανάγκη συναισθηματικού ελέγχου, η ανάληψη ρίσκου, η βία, η κυριαρχία, η σεξουαλική ελευθεριότητα (το να είναι κάποιος «γόης»), η αυτοδυναμία, η προτεραιότητα της εργασίας, η εξουσία πάνω στις γυναίκες, η περιφρόνηση της ομοφυλοφιλίας και η φιλοδοξία κοινωνικής ανόδου.

Η προσήλωση στα αρρενωπά πρότυπα συνδέεται έτσι με άγχος, κατάθλιψη, χρήση ναρκωτικών ή οινοπνεύματος και μικρή αυτοεκτίμηση. Δύο «αρχές» του καταλόγου θεωρούνται ότι συμβάλλουν στην εμφάνιση ψυχώσεων: η εξουσία πάνω στις γυναίκες και η συμπεριφορά του «πλεϊμπόι», οδηγώντας παράλληλα σε ακραίο σεξισμό. Η έρευνα του πανεπιστημίου της Ιντιάνα στο Μπλούμιγκτον προστίθεται σε πολλές άλλες επιστημονικές μελέτες, οι οποίες συνδέουν τον σεξισμό με τα ψυχικά νοσήματα.

Στις αρχές του μήνα, οι Αμερικανοί εξέλεξαν πρόεδρο, ο οποίος κατηγορήθηκε για σεξουαλική κακοποίηση 15 γυναικών. Ο Ντόναλντ Τραμπ δικαιολόγησε τους κομπασμούς του για την ικανότητά του να επιτίθεται σεξουαλικά εναντίον γυναικών ως «κουβέντες αποδυτηρίων», αποκαλύπτοντας ότι αντιλαμβάνεται τον ανδρισμό με σεξιστικούς όρους. Πολιτικοί αναλυτές διαπίστωσαν, επίσης, ότι όσο πιο εχθρικά ένιωθε κάποιος ψηφοφόρος κατά των γυναικών, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες είχε να ψηφίζει Ντόναλντ Τραμπ.

Σε πρόσφατο άρθρο του στους Times της Νέας Υόρκης, ο καθηγητής του πανεπιστημίου Τζόρτζια Σάθερν, Τζάρεντ Γέιτς Σέξτον, έγραφε: «Ο Τραμπ δεν θυμίζει σε τίποτα τους άνδρες της εργατικής τάξης των παιδικών μου χρόνων. Ανεξάρτητα, όμως, από τα κίνητρά του να ταπεινώνει γυναίκες, οι σημερινοί του υποστηρικτές βλέπουν στο πρόσωπό του μία εικόνα της δικής τους απελπισίας. Παρότι τέτοιες εκδηλώσεις ανδρισμού μπορεί να προφυλάσσουν προσωρινά τους άνδρες από τις πιέσεις της καθημερινής τους ζωής, στο τέλος θα τους οδηγήσουν στην απελπισία. Ολα τα στοιχεία δείχνουν ότι οι άνδρες και ιδιαίτερα οι λευκοί, που αποτελούν την εκλογική βάση του Ντόναλντ Τραμπ πάσχουν από άγχος γύρω από τη διατήρηση της αρρενωπής τους εικόνας».

Παρότι μειοψηφία των υποστηρικτών του Τραμπ εμπίπτει στην παραπάνω κατηγορία, ο δρ Ουόνγκ, επικεφαλής της μελέτης του πανεπιστημίου της Ιντιάνα, υπογραμμίζει την ανάγκη εκπόνησης νέων, υγιέστερων προτύπων ανδρισμού: «Ο καλύτερος τρόπος να αλλάξουν τα πράγματα είναι οι ίδιοι οι άνδρες να εκφράσουν τη διαφωνία τους με τα πρότυπα αυτά»


ΠΗΓΗ:
http://www.kathimerini.gr/885328/article/epikairothta/ygeia/se3ismos-proaggelos-yyxwsewn(accessed 9.12.16)

Why are some of us better at handling contradictory information than others?




Imagine it: you’re happily surfing through your social media feeds – or what we nowadays call your filter bubble – when some unexpected perspectives somehow manage to penetrate. After you “like” the latest critique of police power, for instance, you come across an article arguing that cracking down on crime can benefit minority neighborhoods. Or, elbowing its way into a crowd of articles celebrating trickle-down economics, you encounter a study showing higher taxes boost growth. What happens next? In new researchin Contemporary Educational Psychology, Gregory Trevors and his colleagues looked at how reading conflicting information can push our emotional buttons, and lead us either towards resistance or a chance to learn.



Nearly three hundred students from various Canadian and American universities first indicated their “epistemic beliefs” – that is, their beliefs about how knowledge comes about, such as whether facts are eternal or open to question. Next they read a series of texts on climate change, ordered in a way to maximize dissonance. To begin, an article emphasised anthropogenic change due to human-produced climate gases. To follow, an article emphasised how climate change has been greatly shaped by astronomical causes beyond our control. This “natural cycles” take was then upended by an article on catastrophic consequences of the current climate trend, and then one final switcheroo – a description of how rising temperatures will produce some global opportunities.

After each article, the participants indicated how strongly they felt emotions like frustration, confusion or surprise. At the end, each participant had to synthesise what they had got out of the texts by writing a short summary, which was analysed by text-matching algorithms and human judges to see when participants were prepared to integrate controversial texts, and when they preferred to stick to a simple narrative.

Different beliefs about knowledge led to different emotional reactions, and to different ways of handling the text. For example, for readers who said they believed you can’t verify knowledge based on gut feelings, but need to contrast and compare across many sources, the jarring text on astronomical causes of climate change led to greater feelings of surprise and curiosity. In turn, these feelings appeared to motivate them to take in this new information as shown by the way their summaries acknowledged multiple viewpoints.

Meanwhile, the participants who endorsed the idea that knowledge comes to us as food does to baby birds, offered by an authority figure for our easy digestion, felt confused when faced with the prospect of multiple authorities. Confusion makes it harder to take in and remember information, and this appeared to take place here, as these participants’ summaries turned out to be more monotone and lacked reference to the controversial information.

Not every belief turned out to have the expected effect – in particular, believing that knowledge is certain, led participants to experience less surprise, not more, when confronted with contradictions. The researchers speculated that perhaps these participants simply hadn’t engaged with the text enough to take in its implications.

Although we shouldn’t allow our models of the world to be battered around by every spurious claim, the intelligent approach is to acknowledge credibly sourced evidenced-based arguments – especially those that dissent from the dominant narrative. This research shows us how this process can be obstructed by how we feel, and suggests two solutions for educators and influencers. The first is to anticipate the likely reactions to this specific argument: consider where and how your audience might be disengaging due to their emotional feelings and shape your message to redress this. The second is to try to shift how people actually think about knowledge itself, by referencing the robust evidence underlying your claims, linking to counter-evidence and explicitly weighing different sources. You won’t always win minds on the specific argument, but you might open minds, to the benefit of all the conversations to come.

SOURCE:
https://digest.bps.org.uk/2016/11/25/why-are-some-of-us-are-better-at-handling-contradictory-information-than-others/(accessed 9.12.16)


Saturday, 3 December 2016

Πες μου για τον αυτισμό, να καταλάβω


Ο Παναγιώτης Γιάκας μας μίλησε για τον έφηβο ήρωα του βιβλίου του και την εμπειρία του ως εκπαιδευτής κεραμικής και εικαστικών σε άτομα με ειδικές ανάγκες


«Δεν ξέραμε, νομίζαμε ότι θα περάσει», «τι θα κάνουμε;» και «μη μαθευτεί». Αυτό ήταν ο αυτισμός πριν μερικά χρόνια. Σήμερα, ευτυχώς, δεν είναι μόνο αυτό για τους γονείς παιδιών που πάσχουν από τη συγκεκριμένη διαταραχή, αλλά η γνώση μας για το θέμα παραμένει ανεπαρκής. Για την ευαισθησία μας, δεν ξέρω… Για τον αυτισμό γνώριζα κι εγώ ελάχιστα, το πιθανότερο ανακρίβειες και σκόρπιες πληροφορίες ημιμάθειας, αλλά η κουβέντα με τον Παναγιώτη βοήθησε πολύ, το ίδιο και το βιβλίο του.

Ο «Κόμπος Υφάλου» είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα που έγραψε μετά την εμπειρία του ως εκπαιδευτής αγγειοπλαστικής σε σχολείο παιδιών με ειδικές ανάγκες και ένας πολύ καλός τρόπος «να κατανοήσουμε το λαβυρινθώδες σύμπαν ενός αυτιστικού μυαλού». Η αστυνομική πλοκή γίνεται ένα μέσο προσέγγισης του αυτισμού, ακολουθώντας την εξιχνίαση ενός εγκλήματος. Είναι καλοκαίρι και ο φόνος της ιδιοκτήτριας της παραλιακής καντίνας αφήνει μοναδικό μάρτυρα τον Γαβριήλ. Ο έφηβος γιος της πάσχει από αυτισμό και όσο παραμένει σιωπηλός, ο αρχιφύλακας Νικηφόρος θα πρέπει να ψάξει τα κλειδιά, που θα τον κάνουν να μιλήσει.

Για να το καταφέρει, προσπαθεί να μπει στον κόσμο των ατόμων με αναπηρία, που μπορεί να βρίσκεται δίπλα, αλλά φαίνεται τόσο μακριά μας. Ο αυτισμός, ένα φαινόμενο που συνεχώς αυξάνεται, γίνεται πιο κατανοητός μέσω του βιβλίου που φέρνει πιο κοντά την απάντηση σε ένα από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά σχετικά με τη φύση του ανθρώπου.

«Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία παίζοντας απλώς μ' ένα σκοινί. Η μόνη περίπτωση αντίδρασής του ήταν αν του έπαιρναν το σκοινί ή αν έβλεπε κάποιον να δένει κόμπο. Τότε ορμούσε καταπάνω του και δεν σταμάταγε, αν δεν του δινόταν το σκοινί. Οποιοδήποτε άλλο παιχνίδι τον άφηνε παγερά αδιάφορο. Εμείς του αγοράζαμε παιχνίδια ή αυτοκινητάκια, όμως το μόνο που έκανε ήταν να τα ταξινομεί ανάλογα με το χρώμα. Τα έβαζε σε σειρά κι έπειτα έστρεφε την προσοχή και πάλι στο σκοινί του. Ήταν εντελώς αποκαρδιωτικό, έμοιαζε σαν να ζει σε μια γυάλα, σ' έναν ολότελα δικό του κόσμο. Εκεί που καθόταν ήρεμος, σηκωνόταν επάνω κι έφερνε σβούρες γύρω απ' τον εαυτό του, χτυπώντας παλαμάκια κι ουρλιάζοντας μόνος του. Εμείς στεκόμασταν κοντά και τον παρατηρούσαμε, σιωπηλοί, κρύβοντας την απογοήτευσή ο ένας απ' τον άλλο, αποφεύγοντας να το θίξουμε και προσπαθώντας να προσποιηθούμε πως ήταν όλα κανονικά». - Απόσπασμα από το βιβλίο -

Έγραψες το βιβλίο από δική σου ανάγκη ή ήταν μία προσπάθεια να ευαισθητοποιήσεις τον κόσμο;

Αν και ξεκίνησε από δική μου ανάγκη, ήταν νομίζω και τα δύο, γιατί ο αυτισμός ήταν ένας «χώρος» πολύ ξένος σε μένα. Ο αυτισμός είναι κάτι εντελώς ξένο για τους περισσότερους και η πρώτη επαφή μαζί του έχει πάντα κι έναν τρόμο. Η ευαισθητοποίηση είναι απαραίτητη όσον αφορά την αντιμετώπιση ενός παιδιού στο οικογενειακό και κοινωνικό πλαίσιο. Υπάρχει νομίζω διάθεση ενημέρωσης, παρά τον συνήθη, ενστικτώδη φόβο της πρώτης επαφής.

Χρειάστηκε μεγάλο διάστημα να ξεπεράσω το σοκ και να αρχίσω να παρατηρώ τα παιδιά. Ήταν τόσο κοντά στον πραγματικό κόσμο και παράλληλα τόσο μακριά, ένα στοιχείο που αναδεικνύεται έντονα και στο βιβλίο. Οι εμπειρίες μου από το σχολείο αυτό ενσωματώθηκαν σε μία αστυνομική πλοκή. Η συγγραφή του βιβλίου βοήθησε όχι μόνο στη δική μου ευαισθητοποίηση, αλλά και πολλών συναδέλφων με τους οποίους συζητούσα όλον αυτό τον καιρό. Παράλληλα, ο χαρακτήρας του αστυνομικού που κάνει την έρευνα στην ιστορία, περνάει την ίδια διαδικασία. Από τη δική μου εμπειρία, ως την κατασκευή του μυθοπλαστικού χαρακτήρα και μέχρι τον αναγνώστη γίνεται μία προσπάθεια μύησης και γνωριμίας με αυτόν τον κόσμο. Στο βιβλίο προσπάθησα μέσω της μυθοπλασίας να δείξω κατά κάποιον τρόπο τις πραγματικές συνθήκες και τα δεδομένα. Πράγματι, δεν υπάρχει πρόβλεψη, θεραπεία ούτε εντοπίζεται σε κάποια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, απλώς συμβαίνει. Πρόκειται για κάτι τυχαίο και ατυχές, με την έννοια ότι δυσχεραίνει τη ζωή μιας οικογένειας.


Ζωγραφιά μαθητή 17 ετών

Τι ακριβώς μαθαίνουν τα παιδιά σε ένα ειδικό σχολείο;
Τα σχολεία αυτά είναι τεχνικά και προσπαθούν να μάθουν στα παιδιά κάποια πρακτικά πράγματα και τα μαθήματα, πέραν των μαθηματικών και της γλώσσας, είναι κηπουρική, αγγειοπλαστική, μαγειρική, ώστε τα παιδιά αυτά να μπορέσουν να γίνουν βοηθοί σε κάποιον αντίστοιχο επαγγελματία. Το μέλημα των σχολείων είναι τα παιδιά φεύγοντας να μπορέσουν να εργαστούν κάπου. Ακόμα κι αν δεν γίνουν αγγειοπλάστες ή μάγειρες, σίγουρα παρατηρείται σε αυτά μία εξέλιξη. Ωστόσο, συχνά ο εκπαιδευτικός μπορεί να απογοητευτεί από την στασιμότητα στην πρόοδο ενός μαθητή ή από το επίπεδο του μαθήματος, που γίνεται με μειωμένες απαιτήσεις. Υπάρχουν βέβαια και οι περιπτώσεις, όπου δουλειά έξι μηνών μπορεί να γυρίζει πίσω. Όμως σταδιακά μαθαίνεις να δουλεύεις με τον εαυτό σου και να προσαρμόζεσαι στις ανάγκες του μαθητή, παύεις να εμμένεις σε αυτά που ξέρεις ότι θα μπορούσες να του δώσεις και σκέφτεσαι και με βάση αυτά που μπορεί να πάρει εκείνος.

Όπως ο κάθε χαρακτήρας είναι μοναδικός, έτσι και η κάθε περίπτωση, θα λέγαμε, είναι μοναδική. Στο σχολικό περιβάλλον τα παιδιά εντάσσονται σε ξεχωριστές ομάδες, αλλά κάθε ένα αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Ο κάθε εκπαιδευτικός μέσα από το μάθημά του βρίσκει ένα δρόμο για να βοηθήσει το παιδί και σε άλλα ζητήματα.

Είναι καλύτερο για ένα παιδί με αυτισμό να πηγαίνει σε ειδικό σχολείο παρά σε μη ειδικό;

Πιστεύω ότι η ένταξη παιδιών με αυτισμό σε μη ειδικά σχολεία τα βοηθάει, αν και αυτό δε συμβαίνει απαραίτητα σε όλες τις περιπτώσεις. Κάποια παιδιά επωφελούνται από τα πρακτικά μαθήματα και το λιγότερο αυστηρό και ανταγωνιστικό περιβάλλον, ενώ σε άλλα ο ανταγωνισμός που συναντάμε στα σημερινά σχολεία τους δίνει κίνητρο. Είναι βέβαια πολύ λεπτή υπόθεση το ποιος θα κρίνει τελικά ποιο σχολείο είναι κατάλληλο για κάθε παιδί.


Ζωγραφιά μαθητή 18 ετών

Σε τι στάδιο βρίσκεται η παρουσία και η υποδομή των ειδικών σχολείων στην Ελλάδα;

Όσον αφορά τα ελληνικά ειδικά σχολεία έχω να διακρίνω δύο πολύ θετικά στοιχεία. Αρχικά είναι πολύ καλό ότι τα σχολεία αυτά αυξάνονται. Νομίζω ότι πριν 15 χρόνια μπορεί οριακά να υπήρχε κάποιο. Το γεγονός ότι υπάρχουν πια τέτοια σχολεία και οι οικογένειες μπορούν να εντάξουν τα παιδιά τους σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, είναι πολύ σημαντικό. Παλαιότερα, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, τα παιδιά με αυτισμό μπορεί να έμεναν κλεισμένα στα διαμερίσματα. Το ειδικό σχολείο τα βάζει σε ένα πρόγραμμα, υπάρχουν ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, ενώ υπάρχει και επιστημονικό προσωπικό που τα βοηθάει και σε επιμέρους δυσκολίες, όπως λογοθεραπευτές.

Παράλληλα, από την προσωπική μου εμπειρία, βρίσκω πολύ θετική τη δίψα του εκπαιδευτικού προσωπικού που επιλέγει να ασχοληθεί με τον χώρο και ξεπερνάει την αντίληψη που έχουμε συχνά για τον δημοσιοϋπαλληλικό τρόπο που προσεγγίζουν οι εκπαιδευτικοί την παιδεία. Οι άνθρωποι που έχω συναντήσει δείχνουν μεγάλη ευαισθησία, που δεν περιορίζεται στην πιστή παράδοση της ύλης και το αυστηρό ωράριο. Αυτό είναι προς τιμήν τους και σε συνδυασμό με την αύξηση των σχολικών χώρων, δείχνει ότι οδεύουμε προς μία θετική κατεύθυνση, παρά τα όποια προβλήματα. Ένα μεγάλο ζήτημα, πάντως, είναι η στέγαση των σχολείων, που παρουσιάζει πολλά προβλήματα.


Ζωγραφιά μαθητή 17 ετών

Ο δικός σου ορισμός για τον αυτισμό; Πώς θα τον περιέγραφες απλουστευμένα σε κάποιον που δεν γνωρίζει πολλά;
Θα ταίριαζε η κοινή φράση που χρησιμοποιούμε περιεκτικά «αυτός είναι στον κόσμο του». Αν έπρεπε να περιγράψω τον αυτισμό θα χρησιμοποιούσα την ίδια έκφραση, κυριολεκτώντας. Πολλά από τα παιδιά έχουν εμμονικές συμπεριφορές. Ασχολούνται συγκεκριμένα με ένα αντικείμενο, όπως πολλά παιδιά μπορεί να έχουν το αρκουδάκι τους, έτσι και παιδιά με διαταραχές έχουν μαζί τους αντικείμενα τα οποία κρατούν εμμονικά μέχρι πολύ μεγαλύτερες ηλικίες.

Υπάρχουν, βέβαια, άτομα με αυτισμό που επικοινωνούν πάρα πολύ καλά με τους άλλους, αλλά αυτό σχετίζεται με τις διάφορες βαθμίδες που παρουσιάζει η διαταραχή. Πολλοί δεν έχουν δυνατότητα επικοινωνίας, ενώ κοινό χαρακτηριστικό των ατόμων με αυτισμό είναι οι διάφορες φοβίες που αναπτύσσουν ή ότι δεν τους αρέσει να τους αγγίζουν. Πάντα υπάρχουν διαβαθμίσεις σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά σαν αποτέλεσμα έρχεται η απομάκρυνσή τους από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Πάρα πολλά παιδιά έχουν αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, καθώς δυσκολεύονται ή δεν μπορούν να μαγειρέψουν, να προετοιμάσουν ένα γεύμα, να πάνε στην τουαλέτα ή να διατηρήσουν τη σωματική τους υγιεινή. Μέσα στα σχολεία υπάρχει προσωπικό που τους διδάσκει ατομική υγιεινή και γίνονται και μαθήματα κοινωνικής ένταξης. Τα παιδιά πηγαίνουν για παράδειγμα στο ταχυδρομείο και γενικώς γίνεται μία προσπάθεια να αυτονομηθούν και να μπορέσουν να αυτοσυντηρούνται σε μεγάλο βαθμό.

Μεγαλώνει τελευταία το ενδιαφέρον του κοινού;

Νομίζω πως ναι, καθώς και ο αριθμός των ατόμων με αναπηρία έχει σίγουρα αυξηθεί. Η αύξηση του ενδιαφέροντος μπορεί να οφείλεται πάντως σε δύο παράγοντες. Αφενός, οι οικογένειες κάνουν πια λιγότερα παιδιά σε σχέση με 30 ή 40 χρόνια πριν, οπότε ακόμα και ένα παιδί με αναπηρία αποφασίζουν ευκολότερα να το κρατήσουν. Σε μία οικογένεια 8 ατόμων, δεν ξέρω τι τύχη μπορεί να είχε ένα τέτοιο παιδί. Αφετέρου, οι περιπτώσεις αυτές καταγράφονται πλέον, επομένως αναπόφευκτα αυξάνονται οι αριθμοί. Το ενδιαφέρον μας για τους ανθρώπους με αναπηρία αυξάνεται επειδή το συναντάμε συχνότερα γύρω μας, αλλά θέλω να πιστεύω ότι ο κόσμος έχει αρχίσει να ενδιαφέρεται περισσότερο και θέλει να ενημερωθεί και να κατανοήσει τις διάφορες διαταραχές και ασθένειες. Η παλιά αντίληψη «ο τρελός του χωριού» έχει παρέλθει.

Στα ίδια τα σχολεία γίνεται μεγάλη προσπάθεια ανοίγματος προς την κοινωνία. Τα καταφέρνουν ιδίως σε μικρές κοινωνίες, όπου είναι πιο εύκολο να ακουστούν.

Ο Παναγιώτης Γιάκας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1978. Απόφοιτος με άριστα της Σχολής Καλών Τεχνών του Μιλάνου. Εργάστηκε στο χώρο της τηλεόρασης, συνεργάστηκε ως εικονογράφος με εκδοτικούς οίκους και εφημερίδες -σε ψυχαγωγικό και πολιτικό κομμάτι. Έχει συμμετάσχει σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις εικαστικών στην Ιταλία και την Ελλάδα, έχει αναλάβει την εικαστική επιμέλεια μουσικών φεστιβάλ, ενώ έχει εργαστεί και ως εκπαιδευτής κεραμικής σε άτομα με ειδικές ανάγκες, όπως και ως εκπαιδευτής ξυλογλυπτικής στις φυλακές Αλικαρνασσού. Καλλιτεχνική διεύθυνση της ταινίας του Κώστα Σφήκα Η Μεταμόρφωση του Κάφκα (Βραβείο κριτικής επιτροπής, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, 2008). Μεταξύ των νικητών του λογοτεχνικού διαγωνισμού Ένα Διήγημα για την Κρίση της εφημερίδας Το Βήμα (2013). Δημιουργός του βιβλίου Η Ιστορία της Κρήτης σε κόμιξ, εκδ. cretancomics, (2015).

Το βιβλίο «Κόμπος Υφάλου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ήτορ.



ΠΗΓΗ:
http://www.athensvoice.gr/life/health/pes-moy-gia-ton-aytismo-na-katalavo(accessed 3.12.16)



Γιατί δεν πρέπει να λέτε ψέματα στα παιδιά ότι υπάρχει Άγιος Βασίλης





Τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και παιχνίδια κάνουν σταδιακά την εμφάνισή τους στα καταστήματα, καθώς πλησιάζουν οι γιορτές. Μαζί με αυτές, ο Άγιος Βασίλης ξεσκονίζει ήδη το θρυλικό έλκηθρό του για να αρχίσει τα πήγαινε-έλα στα σπίτια για άλλη μια χρονιά. Μήπως, όμως, φέτος θα έπρεπε να βρει κλειστές πόρτες ή μάλλον κλειστές καμινάδες;

Βρετανοί επιστήμονες βάλθηκαν να χαλάσουν τη μαγεία των Χριστουγέννων για μικρούς και μεγάλους, προειδοποιώντας τους γονείς ότι αν αναπαράγουν το ψέμα με τον Άγιο Βασίλη που φέρνει τα δώρα, αυτό που πετυχαίνουν τελικά είναι να χαλάνε σε βάθος χρόνου τη σχέση τους με τα παιδιά τους, καθώς το εν λόγω αθώο ψεματάκι μπορεί να κάνει τη ζημιά του, υποσκάπτοντας την εμπιστοσύνη των μικρών στους μεγάλους.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχολογίας Κρίστοφερ Μπόιλ του Πανεπιστημίου του Έξετερ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο διεθνούς κύρους περιοδικό ψυχιατρικής The Lancet Psychiatry, επισημαίνουν ότι συχνά το ψέμα περί ύπαρξης Αγίου Βασίλη δεν είναι παρά μια ενδόμυχη επιθυμία των ίδιων των γονιών να ξαναγίνουν παιδιά, γυρνώντας σε μια προ πολλού χαμένη εποχή αθωότητας.

Όμως, όπως θέτουν το ερώτημα οι ψυχολόγοι, «αν οι γονείς είναι ικανοί να ψεύδονται για κάτι τόσο ξεχωριστό και μαγικό, μπορούν μετά να τους εμπιστεύονται τα παιδιά τους ότι αποτελούν θεματοφύλακες της σοφίας και της αλήθειας;».

Επιπλέον, επισημαίνουν ότι, αν το καλοσκεφτεί κανείς ως ενήλικος πλέον, η ιδέα ότι κάπου στον Βόρειο Πόλο υπάρχει μια παντογνώστρια «μυστική υπηρεσία» στην υπηρεσία του Αγίου Βασίλη, που παρακολουθεί κάθε παιδί και ξέρει αν είναι φρόνιμο ή άτακτο (ώστε να του φέρει ή όχι δώρο), είναι τελικά μάλλον τρομακτική. Ιδίως όταν ορισμένοι γονείς σκοπίμως εμπλέκουν τον Άγιο Βασίλη για να πειθαρχήσουν ή να τιμωρήσουν το παιδί τους («δεν είσαι καλό παιδί, γι' αυτό μην περιμένεις παιχνίδι από τον Άγιο Βασίλη»).

«Η ηθικότητα του να κάνουμε τα παιδιά να πιστεύουν σε τέτοιους μύθους πρέπει να τεθεί εν αμφιβόλω» σύμφωνα με τον δρα Μπόιλ. «Όλα τα παιδιά τελικά θα μάθουν ότι συστηματικά και επί χρόνια εξαπατήθηκαν και αυτό μπορεί να τα κάνει να αναρωτιούνται ποια άλλα ψέματα τους έχουν πει» τόνισε. Πρόσθεσε, πάντως, ότι μερικά ψεματάκια είναι χρήσιμα για τα παιδάκια, όπως π.χ. ότι το αγαπημένο ζωάκι τους που μόλις πέθανε, θα πάει σε κάποιο παράδεισο.

Γιατί όμως αυτή η ιστορία με τον Άγιο Βασίλη έχει επικρατήσει για τα καλά, σε τόσο μεγάλο μέρος της Γης και για τόσα χρόνια; Κατ' αρχήν, επειδή οι άνθρωποι έχουν την έμφυτη τάση να συμμορφώνονται με τις παραδόσεις, ακόμη και όταν αυτές είναι εξόφθαλμα παράλογες, απαντούν οι επιστήμονες. Δεύτερον, επειδή όλοι οι άνθρωποι, μικροί και (κυρίως) μεγάλοι, θέλουν να ξεφύγουν από την πραγματικότητα. Τι καλύτερο λοιπόν από μια γλυκιά αυταπάτη;


ΠΗΓΗ:
http://www.koutipandoras.gr/article/giati-den-prepei-na-lete-psemata-sta-paidia-oti-yparxei-agios-basilhs(accessed 3.12.16)


The Psychology of Eye Contac






Many of our relationships begin with that moment when our eyes meet and we realise the other person is looking right at us. Pause for a second and consider the intensity of the situation, the near-magical state of two brains simultaneously processing one another, each aware of being, at that very instant, the centre of the other’s mental world. Psychologists have made some surprising discoveries about the way that mutual gaze, or the lack of it, affects us mentally and physically and how we relate to each other. Here we digest the fascinating psychology of eye contact, from tiny babies’ sensitivity to gaze to the hallucination-inducing effects of prolonged eye-staring.



Our sensitivity to eye contact begins incredibly early. Infants of just two days of age prefer looking at faces that gaze back at them. Similarly, recordings of the brain activity of four-month-olds show that they process gazing faces more deeply than faces that are looking away; and at 7-months, infants’ brains process eye contact differently from averted gaze even when the eyes are shown for just 50ms – far too quick for any kind of conscious awareness.

Most children recognise the social significance of eye contact, but they seem to take it too far. At the age of three and four, for instance, they often believe that so long as they cover their eyes – thus preventing eye contact – that they will be completely hidden from view. In fact, children will often claim to be hidden even if they simply avert their gaze while another person looks at them.

Children with autism often show a noticeable lack of eye contact and part of the reason is their difficulty understanding the social significance of another person’s gaze, and that they find it difficult to infer other people’s mental state from their eyes.

As adults, locking eyes with another person immediately triggers in us a state of increased self-consciousness. Researchers showed this by asking participants to rate their own emotional reactions to various positive and negative images, some of which were preceded by a face staring straight at them, others by a face with gaze averted. Participants had more insight into their own emotional reactions (which were measured objectively through the galvanic skin response) after they’d made eye contact with a face. “Our results support the view that human adults’ bodily awareness becomes more acute when they are subjected to another’s gaze,” the researchers said.

In fact, eye contact is such an intense experience it even seems to consume extra brain power, making it difficult to perform other challenging mental tasks at the same time. This year a pair of Japanese researchers tested participants on a verb generation task while at the same time they looked at a realistic on-screen face that was either making eye contact with them or had its gaze averted. Making eye contact impaired the participants’ performance on the hardest version of the verb generation task, presumably because it consumed spare brain power that might otherwise have been available to support performance on the verbal task.

Unlike adults, who mostly know instinctively to break eye contact to help concentrate on what they’re saying, children will tend to maintain gaze even when asked a difficult question. Developmental psychologists have shown that children can benefit from being trained to avert their gaze to help them think things through more clearly.

Whether or not other people make eye contact with us changes the way that we think about them and their feelings. For example, we are more likely to remember faces with which we’ve experienced mutual gaze, and we consider displays of anger and joy to be more intense when shown by a person making eye contact. In fact, when a person or human-like entity (such as a human face morphed with a doll) makes eye contact with us, we assume that he/she/it has a more sophisticated mind and a greater ability to act in the world, such as to show self-control and act morally, and a greater desire for social contact.

Indeed, such is the importance of eye contact to socialising that we tend to form rather low opinions of people who persistently avoid our gaze, assuming that they are less sincere and, at least if they’re female, less conscientious. Conversely, we’re more likely to believe statements made by a person who looks us in the eye. Yet maintaining eye contact with too much intensity is seen as a feature of psychopaths.

To try to identity the optimum length of unbroken eye contact to make, psychologists recruited participants at London’s Science Museum and asked them to rate how comfortable they found different lengths of eye contact made by faces shown in video clips, ranging from between 100ms (a tenth of a second) to 10,300ms (just over ten seconds). On average, the participants were most comfortable with eye contact that lasted just over three seconds.

When it comes to deciding whether we trust another person, it turns out that it’s not only a question of how much eye contact they make, but also what we see in their eyes. Remarkably, it seems that we pay attention at a subconscious level to the behaviour of their pupils, and if they dilate – a sign of attraction and emotional arousal – we judge them to be more trustworthy, whereas if they constrict – a sign of fear or feeling threatened – then we judge them less trustworthy. Also, when we trust a partner with dilating pupils, our own pupils tend to mimic theirs and show similar dilation.

We think poorly of conversation partners who consistently avoid eye contact, but it is our feelings of belonging that are hurt when a stranger looks our way and deliberately avoids meeting our eyes – an experience captured by the German expression “wie Luft behandeln”, which means to be looked at as though air. Psychologists demonstrated this in a field study on their university campus, in which they subjected passersby to the “wie Luft behandeln” experience after which they reported feeling disconnected from others.

Thankfully we seem to have an inbuilt defence mechanism to avoid these feelings of disconnection when we’re already feeling rejected. Psychologists showed us this by prompting some participants to feel ostracised in a game of online ball passing, and then asking them to judge whether a series of faces were looking right at them or not. Compared with control participants, those feeling ostracised were more likely to believe that other faces were making eye contact with them, even if in truth their eyes were slightly averted.

And finally, it seems extreme eye contact can lead to some very strange psychological effects. If you and a partner look into each other’s eyes for 10 minutes while sitting in a dimly lit room, you are likely to experience odd sensations that resemble mild “dissociation” – a psychological term for when people lose their normal connection with reality. When the Italian psychologist Giovanni Caputo tested these effects for a paper published in 2015, he found that participants experienced odd feelings of time slowing down, sounds seeming quiet or loud, and 90 per cent said they’d seen some deformed facial features, 75 per cent said they’d seen a monster, 50 per cent said they saw aspects of their own face in their partner’s face, and 15 per cent said they’d seen a relative’s face.

The meeting of minds and souls that occurs through eye contact can be a wonderful thing, but is perhaps best practised in moderation, or at least in full daylight!


SOURCE:
https://digest.bps.org.uk/2016/11/28/the-psychology-of-eye-contact-digested/(accessed 3.12.16)