Wednesday, 9 November 2016

Υπάρχει φιλία ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες;







Οι επιστήμονες κατέληξαν για το αν υπάρχει πραγματική φιλία ανάμεσα στα δύο φύλα.



Πολλοί πιστεύουν πως κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό. Υποστηρίζουν πως κάποια στιγμή θα δημιουργηθεί ερωτική σχέση μεταξύ τους και μάλιστα, η σχέση θα είναι πολύ δυνατή.

Την απάντηση σε αυτό το αιώνιο ερώτημα προσπάθησαν να δώσουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν και βρήκαν κάποια ενδιαφέρουσα στοιχεία. Το κυριότερο πρόβλημα σε αυτή τη μορφή σχέσης είναι πως οι άνδρες και οι γυναίκες αντιμετωπίζουν τελείως διαφορετικά το θέμα «φιλία». Συγκεκριμένα, οι άνδρες τείνουν να επιλέγουν τις φίλες τους και με κριτήρια εμφάνισης. Δηλαδή, επιλέγουν γυναίκες που εν δυνάμει θα μπορούσαν να γίνουν οι ερωτικοί τους σύντροφοι και που τους ελκύουν ερωτικά. Αντιθέτως, οι γυναίκες δεν έχουν τα ίδια κριτήρια. Η εμφάνιση μετράει και για εκείνες, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό.

Η διαφορά αυτή στην αντίληψη είναι που μοιάζει να κάνει αδύνατη τη φιλία ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου. Οι επιστήμονες τονίζουν πως η τάση που έχουν από τη φύση τους οι άνθρωποι να ζευγαρώνουν ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες φιλίας. Αυτό φυσικά, δεν αποκλείει την πιθανότητα ύπαρξης φιλικής σχέσης. Ιδιαίτερα, τα άτομα που γνωρίζονται από την παιδική και τη σχολική ηλικία φαίνεται να έχουν τα υψηλότερα ποσοστά πραγματικής φιλίας σε σύγκριση με τα άτομα που γνωρίστηκαν στην ενήλικη ζωή τους.


ΠΗΓΗ:
http://yolife.gr/yparxei-filia-anamesa-se-antres-kai-gynaikes(accessed 9.11.16)

This mental quirk could explain why you’re always running late



We all have routes that are part of our daily lives, whether it’s the way to the local convenience store, school or the office. How does this deep familiarity affect the way our brains represent the space and our ability to move through it?

Based in part on what we’ve learned from studies of so-called “grid cells” in rats’ brains, Anna Jafarpour at the University of California, Berkeley and Hugo Spiers at University College London predicted that greater familiarity with an area would lead us to overestimate its physical extent – in essence, they thought a more detailed neural representation would make that space seem larger. In turn, they predicted that same detail would make us more likely to exaggerate the walking time to destinations reached through that familiar space.

In fact, while their new findings published in Hippocampus suggest spatial familiarity does indeed stretch our perception of the magnitude of physical distance, it has the opposite effect on our judgments of travel times through that space – that is, we underestimate how long it will take us to travel through highly familiar routes. It’s a mental quirk that might just provide us with a new excuse for why we’re so often running late.

Jafarpour and Spiers asked a group of young international students who’d been living in the same building – William Goodenough House – in the Bloomsbury area of London for nine months (don’t panic, this was pre-Brexit), to sketch a map of the area on a sheet of A4. They could take as long as they liked to complete their sketch.

The students – 13 men and 7 women – had walking experience in the area, but no driving experience. A to-scale image of the building was marked on their A4 sheet as a guide. The students had to sketch with the top of the sheet representing south – this was to stop them drawing a map from memory because, of course, maps always have north at the top.

Next, the students answered questions about walking time to different destinations in Bloomsbury from their building. Finally, they were shown a satellite map of the area and asked to mark routes they walked on a daily basis.

Looking at the way the students had sketched the areas of Bloomsbury with which they were most familiar (based on where they’d indicated they walked on a daily basis), it was apparent that they overestimated the physical extent of these routes – that is, they had drawn these areas too big compared with how they drew less familiar areas. In contrast, they underestimated the walking time of routes with which they were most familiar compared with less familiar.

This seems like a contradiction – the students expected to arrive sooner at destinations reached via familiar routes that their own sketches suggested were longer than less familiar routes. It’s a quirk that raises many interesting questions about how familiarity affects the brain’s representation of time and space.

The researchers discuss several possible explanations, including that there are separate neural systems for computing spatial extent and time-to-travel through that space. Related to this is the possibility that we judge the time-to-travel through familiar routes using our experience-based knowledge, whereas drawing a “south-is-up” map cannot be based on knowledge and must be freshly reconstructed from the brain’s spatial representation of the area.

These are fascinating questions for future research to address, but for now the everyday implication is that we are especially likely to underestimate the time it takes us to walk the routes with which we are most familiar – like to our school or office. Your new excuse for tardiness – “Sorry I’m late sir, my brain’s got a problem judging ETAs for familiar routes”.


SOURCE:
https://digest.bps.org.uk/2016/10/27/this-mental-quirk-could-explain-why-youre-always-running-late/(accessed 9.11.16)

Με τους γονείς πρέπει να κοιμούνται τα βρέφη





Τουλάχιστον για το πρώτο εξάμηνο της ζωής τους, τα νεογνά πρέπει να κοιμούνται στο ίδιο υπνοδωμάτιο με τους γονείς τους αλλά όχι στο ίδιο κρεβάτι, αναφέρει νέα μελέτη της αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα βρέφη πρέπει να κοιμούνται στην κούνια τους μέσα στο υπνοδωμάτιο των γονιών και ποτέ σε μαλακές επιφάνειες όπως είναι οι πολυθρόνες ή οι καναπέδες. Στόχος των επιστημονικών συστάσεων είναι ο περιορισμός του κινδύνου του συνδρόμου αιφνίδιου βρεφικού θανάτου (SIDS) ή άλλων αιτίων θανάτου κατά τη διάρκεια του ύπνου όπως είναι η ασφυξία.

«Το φαινόμενο του αιφνίδιου βρεφικού θανάτου εξακολουθεί να μην έχει εξηγηθεί πλήρως αλλά έχουμε κάποιες θεωρίες» επισημαίνει η δρ Λόρι Φέλντμαν - Ουίντερ, συντάκτις της τελευταίας έκθεσης και μέλος της Ομάδας Δράσης κατά του συνδρόμου αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. Ανάμεσα στις θεωρίες είναι ότι ο εγκέφαλος του βρέφους δεν έχει αναπτυχθεί αρκετά για να ελέγχει την αναπνοή σε ένα περιβάλλον που μπορεί να υποβοηθά την ασφυξία, ενώ δεν αποκλείεται κάποια βρέφη να είναι πιο επιρρεπή λόγω των γονιδίων τους ή λόγω κάποιων φυσικών χαρακτηριστικών. Η έκθεση αναφέρει ότι η συνύπαρξη του μωρού στο υπνοδωμάτιο των γονιών περιορίζει κατά 50% τον κίνδυνο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου, ενώ διευκολύνει και τον θηλασμό, ένα παράγοντα που από μόνος του μειώνει τις πιθανότητες αιφνίδιου θανάτου. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις ΗΠΑ πεθαίνουν από SIDS και άλλα αίτια που έχουν σχέση με τον ύπνο 3.500 βρέφη κάθε χρόνο.


ΠΗΓΗ:

http://www.kathimerini.gr/880693/article/epikairothta/episthmh/me-toys-goneis-prepei-na-koimoyntai-ta-vrefh(accessed 9.11.16)

Tuesday, 1 November 2016

Σύνδρομο Άδειας Φωλιάς: Συμβουλές Αντιμετώπισης






Ήρθε ο καιρός που το τελευταίο παιδί σας – το στερνοπούλι σας – θέλει να ανοίξει τα δικά του φτερά και να πετάξει μακριά από το σπίτι-φωλιά. Αναρωτιέστε πως πέρασαν τα χρόνια, διαπιστώνοντας πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός. Τα συναισθήματα ανάμεικτα καθώς νιώθετε πως η φωλιά σας θα αδειάσει και θα μείνετε μόνοι οι δύο σύντροφοι, χωρίς τα τιτιβίσματα των μικρών σας!

Ναι, μιλάμε για το «Σύνδρομο της Άδειας Φωλιάς». Μπορεί να σας επηρεάσει ψυχολογικά; Τι πρέπει να κάνετε για να γίνει η μετάβαση στη νέα κατάσταση όπου μένετε μόνοι στο σπίτι; Πως θα το περάσετε όσο πιο ανώδυνα γίνεται; Το βιώνουν όλοι οι γονείς όταν φεύγουν τα παιδιά τους από το σπίτι;

Ας ξεκινήσουμε λέγοντας, πως πρώτα από όλα δεν πρόκειται για μία κλινική διάγνωση, αλλά για μία κατάσταση όπου οι γονείς βιώνουν συναισθήματα θλίψης και απώλειας, όταν φεύγει το τελευταίο παιδί από το σπίτι. Μία κατάσταση όπου νιώθουν ότι είναι σαν να χάνεται η ζωή, η ζωντάνια, σαν να ερημώνει το σπίτι ξαφνικά και μία σιωπή απλώνεται, μελαγχολική και δύσκολη, όταν δεν υπάρχουν τα παιδιά. Τα παιδιά τους, που τους κάνουν να νιώθουν ότι υπάρχουν και είναι χρήσιμοι, μέσα από τη φροντίδα και την ανησυχία τους γι αυτά.



Αρκετοί γονείς είναι εκείνοι που βιώνουν τη συγκεκριμένη εμπειρία με οδυνηρό τρόπο καθώς νιώθουν:
Μόνοι
Ότι δεν είναι τόσο χρήσιμοι πια
Ότι δεν παρακολουθούν τη ζωή των παιδιών τους
Ότι χάνουν συνέχειες από τη ζωή των παιδιών τους
Ότι τους παραγκωνίζουν
Ότι δεν τους έχουν ανάγκη
Ότι δεν τους θέλουν
Ότι χάνουν τη παρεούλα τους, τη συντροφιά τους
Ανησυχούν για την ασφάλεια των παιδιών τους
Ανησυχούν για το αν θα είναι ικανά να φροντίσουν τον εαυτό τους
Αναρωτιούνται πως θα είναι η ζωή τους τώρα (και των παιδιών αλλά και των ίδιων), δεδομένου της ρεαλιστικής πραγματικότητας του "Εγώ και Εσύ, μόνοι μέσα στο σπίτι". Αυτή η αλήθεια τρομάζει σχεδόν όλους τους γονείς, ειδικά τη περίοδο του φθινοπώρου που τα παιδιά τους ξεκινούν το μεγάλο ταξίδι των σπουδών και της αυτονομίας τους.

Έτσι, βλέπουμε αντί να χαίρονται οι γονείς που το παιδί τους θα ανεξαρτητοποιηθεί, θα μάθει να πατάει στα δικά του πόδια δοκιμάζοντας τις δικές του ικανότητες, να στενοχωριούνται και να καταθλίβονται. Ο χρόνος που απαιτεί την απογαλάκτιση του παιδιού που μεγαλώνει και ζητάει να ζήσει μόνο του, απειλεί το γονιό που σκέφτεται όλο και πιο πολύ την ημέρα που το παιδί του θα του πει "Αποφάσισα να ζήσω μόνος/η μου". Βέβαια, η οικονομική κρίση και η ανεργία, έχουν ακυρώσει σε μεγάλο βαθμό την πρωτοβουλία αυτή, προκαλώντας στο παιδί ένα συνεχές βούλιαγμα και άφεμα μέσα στο βόλεμα της οικογενειακής παροχής και προσφοράς, που σε πολλές περιπτώσεις όσο μεγαλώνει το παιδί, τόσο μεγαλώνουν και τα δεδομένα αυτά. Η εξαγορά της ελευθερίας είναι το αντίτιμο της έλλειψης διάθεσης του παιδιού να ανοίξει τα δικά του φτερά και φυσικά το δικό του σπίτι. Δεν είναι και τόσο λίγοι μάλιστα οι γονείς που καταφεύγουν σε συναισθηματικούς εκβιασμούς προς το παιδί τους για να μην φύγει από το σπίτι και τους αφήσει: «Δεν μας αγαπάς, …θέλεις να μας σκοτώσεις, …ποιος σε ξεμυάλισε, …τι σου έχουμε κάνει και δεν μας θέλεις στη ζωή σου, …» Δεν μπορούν εύκολα – κυρίως όταν πρόκειται και για μοναχοπαίδι – να δεχτούν πως η ζωή προχωρά και ήρθε η ώρα του αποχωρισμού από το παιδί τους…

Βιώνουν την απώλεια της οικογένειας, του «Μαζί», του «Είμαι σημαντικός/ή στη ζωή σου» μπαίνοντας στη θλίψη. Όταν μάλιστα ο γονιός έχει «χτίσει» τη ζωή του γύρω από το παιδί του και έχει μάθει να ζει μέσα από αυτό, γεμίζοντας πιθανά κενά μίας συγκρουσιακής σχέσης με τον άλλον σύντροφο, είναι πιο εύκολο να καταφύγει στον αλκοολισμό, να μπει σε κατάθλιψη, να βιώσει κρίση ταυτότητας αλλά και να κάνει ακόμα πιο έντονες τις συζυγικές διαμάχες, όπως έχουν δείξει αρκετές έρευνες παλαιότερα. Η εικόνα του πένθους ταυτίζεται με την απώλεια του παιδιού και οι γονείς μέσα σε έναν φαύλο κύκλο κινούνται σπασμωδικά και με συνεχείς προσπάθειες να ακυρώσουν οποιεσδήποτε πρωτοβουλίες παίρνονται και δεν χάνουν την ευκαιρία να του θυμίζουν πόσο καλά περνούσε όταν ήταν ακόμη στο γονικό σπίτι, υπερθεματίζοντας τις δυσκολίες που συναντάει στις προσπάθειες αυτονομίας του.

Σύμφωνα με νεότερες μελέτες, φαίνεται πως τελικά όταν φεύγουν τα παιδιά από το σπίτι, με την πάροδο του χρόνου οι γονείς δείχνουν να προσαρμόζονται στην καινούργια αυτή κατάσταση και να ξεπερνούν τους φόβους τους, μάλιστα η σχέση τους ως σύντροφοι δείχνει να ανθίζει όταν η επικοινωνία και η συναισθηματική αμοιβαιότητα λειτουργεί διαχρονικά, σταθερά και ποιοτικά. Διαφορετικά, η απομάκρυνση των παιδιών μπορεί να δείξει την γύμνια των συντρόφων και πιθανά την κατάρρευση μιας σχέσης ανύπαρκτης που κρυβόταν πίσω από την γονική απαίτηση και οριοθέτηση. Ένα ακόμη θετικό βήμα που αναβαθμίζει την ποιότητα της συντροφικότητας είναι η οικονομία που δείχνει να ανακουφίζεται, εφόσον τα βάρη συντήρησης των παιδιών μειώνονται σημαντικά και τα χρήματα που πήγαιναν στις απαιτήσεις τους, χρησιμοποιούνται ως καλύτερη στάθμη ζωής στην καθημερινότητα του ζευγαριού.

Πώς μπορώ να αντιμετωπίσω το «Σύνδρομο της Άδειας Φωλιάς»;
Αποδέχομαι πως το παιδί μου είναι ξεχωριστή οντότητα από εμένα: Είναι σημαντικό για το γονιό να καταλάβει πως το παιδί του μεγάλωσε, δεν είναι πια μικρό και πως έχει δικαίωμα να φτιάξει τη δική του ζωή.
Δεν συγκρίνω τον εαυτό μου με το παιδί μου: Μπορεί να είχατε άλλα σχέδια και πλάνα για το παιδί σας, σύμφωνα με αυτά που εσείς θα θέλατε να κάνετε ή να μην κάνετε. Είναι δικό του θέμα όμως το τι και πως θα αποφασίσει να ζήσει, όσο σκληρό και αν ακούγεται.
Το βοηθάω να ορθοποδήσει μόνο του: Σίγουρα θέλετε το καλό του, ενισχύστε το λοιπόν, και βοηθήστε το να «τα καταφέρει»
Διατηρώ την καλή μας σχέση: Δεν κρατάτε μούτρα, ίσα ίσα μάλιστα το αντίθετο. Συνεχίζετε να βρίσκεστε κοντά στα παιδιά σας ακόμα και όταν ζουν μακριά από εσάς. Σήμερα μάλιστα που η τεχνολογία μας δίνει τη δυνατότητα να εκμηδενίζουμε τις αποστάσεις, μπορείτε μέσα από βιντεοκλήσεις να έχετε και την εικόνα του, μπορείτε να το επισκέπτεστε – όχι βέβαια απροειδοποίητα για να δείτε τι κάνει!
Είμαι θετικός/ή στη νέα του ζωή: Δεν το βομβαρδίζετε με τις φοβίες και τις ανησυχίες σας, ούτε και του περνάτε άμεσα ή και έμμεσα ότι δεν θα τα καταφέρει μόνο του. Αντίθετα, το ενισχύεται και το «αφήνετε να κολυμπήσει» στα άγνωστα γι αυτό νερά…
Είμαι θετικός/ή με τη νέα μου ζωή: Μάθετε πως μπορείτε να διαχειριστείτε τον ελεύθερο χρόνο σας, βρείτε ενδιαφέροντα, κάντε νέους φίλους, κοινωνικοποιηθείτε περισσότερο, πηγαίνετε ταξίδια, γενικότερα ψάξτε για νέες ευκαιρίες στην προσωπική και επαγγελματική σας ζωή. κάντε πράγματα που δεν κάνατε, αναδιοργανωθείτε και αναμορφώστε τη ζωή σας. Τώρα πια δεν έχετε καμία δικαιολογία του στυλ «Δεν προλαβαίνω, …με χρειάζονται!» Σκεφτείτε λοιπόν πως μπορείτε να αξιοποιήσετε τον επιπλέον χρόνο σας, δώστε ενέργεια στη σχέση του γάμου σας ή στη σχέση σας γενικότερα αν έχετε καινούργιο σύντροφο, αφεθείτε στο να προσαρμοστείτε στη μεγάλη αυτή αλλαγή στη ζωή σας.
Ζητήστε υποστήριξη και βοήθεια: Αν παρόλα αυτά, σας φαίνεται πολύ δύσκολο να δεχτείτε τη νέα πραγματικότητα, αναζητήστε τη βοήθεια φίλων που έχουν ανάλογες εμπειρίες και συζητήστε μαζί τους για τη δική τους προσαρμογή, τι τους βοήθησε. Μοιραστείτε μαζί τους τα συναισθήματά σας.
Ζητήστε βοήθεια ειδικού: Αν νιώθετε κατάθλιψη ή ψυχική δυσφορία γενικότερα, συμβουλευτείτε ειδικό σε θέματα ψυχικής υγείας. Δεν είναι ντροπή το να ζητήσετε βοήθεια, το αντίθετο μάλιστα θέλει δύναμη!

Η "άδεια φωλιά" γεμίζει από εμάς τους δύο που αρχίζει ένας πραγματικός κύκλος ζωής, γεμάτος έρωτα, σεξ, διασκέδαση και κοινωνική επιβεβαίωση. Την επόμενη Κυριακή θα σας ξετυλίξουμε τα μυστικά που δύο άνθρωποι μπορούν να χρησιμοποιήσουν όταν "απαλλαγούν" από τα γονικά βάρη και αναζητήσουν πραγματικά το δικό τους ταξίδι που κρύβει πολλές χαρές και απολαύσεις…







Πηγή: 
http://www.askitis.gr/monthly/view/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF-%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CF%86%CF%89%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%8E%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82#ixzz4ODLimfZ8(accessed 1.11.16)

Teens reject junk food when healthy eating is framed as rebellion





Crisps, coke, and chocolate bars. What might be a special treat for some of us, is now a multi-billion pound industry and a staple of many people’s diets. Advertising campaigns from the snack food companies, often starring sports stars, send the message that we can offset any adverse effects of consuming their products simply by getting more physical exercise. But you can’t really “run off” a burger – recent studies show a lack of exercise is not to blame for rising obesity rates, bad diets are the real driver.

Interventions to help reduce junk food consumption are especially important for children and adolescents – prevention is better than cure in this context because obesity is so difficult to treat. Unfortunately, while health education in the classroom has shown some success among young children, adolescents have been notoriously hard to reach.

But now a large-scale study published in PNAS has tried an innovative approach to change teenagers’ attitudes towards healthy eating, and the results are promising. The researchers, led by Christopher Bryan at the University of Chicago and David Yeager at the University of Texas at Austin, argued that previous interventions have probably been unsuccessful because of a major flaw: they focused on a future, healthier you and assumed that this would be enough motivation for adolescents. In contrast, the new intervention cleverly exploits teenagers’ instinct for rebelliousness and autonomy, and the value they place on social justice.

Bryan, Yeager and their colleagues recruited over 500 teenagers (aged 13 to 14; they were the entire eighth grade at a suburban middle school in Texas) and randomly assigned some to a traditional public health appeal, others to a no-treatment control, and the remainder to receive the innovative intervention. This last group read an exposé article on the food industry. It spilled the beans about the manipulative and deceptive strategies used to make junk food more addictive and to portray the products as healthy. It also included pictures of four executives and consultants of the food industry, described as stereotypical “controlling, hypocritical adult[s]”. The hope was that these adolescents would now see choosing healthy foods as an act of autonomy and independence.

The article also explained how advertising campaigns specifically target very young and poor people, causing harm for these vulnerable groups. The researchers hoped that healthy eating could be perceived as a rebellion against social injustice.

Afterwards, the participants in this condition read a (fictitious) survey of older adolescents who wanted to “fight back against the companies by buying and eating less processed food”. Finally, these participants wrote an essay summarising why they thought people were outraged and how to rebel against the food industry – the idea was to make sure that the teenagers internalised the message.

After the exposé intervention, but not the control conditions, participants associated healthy eating with autonomy and social justice. They also rated healthy eating as being more appealing. Importantly, there were also some promising effects of the new intervention on actual behaviour. A day later the students were offered a choice of snacks and drinks in a seemingly unrelated context (announced as a reward for their hard work during the recent exam period). The teens in the exposé condition, but not the control groups, chose healthy snacks and drinks (such as fruit or water) more often over unhealthy options (like biscuits and coke). As a consequence, the exposé group consumed on average 3.6g less sugar than the controls, which corresponds to almost one teaspoon and more than 10 per cent of the daily recommended intake. Two days later, the teenagers in the exposé intervention condition were also angrier in response to sugary drink ads and less tempted to drink the sodas.

This simple classroom intervention influenced real-life choices and attitudes for at least two days whereas traditional educational approaches have struggled to have any influence at all. In this study, the researchers also did not find a significant difference between the traditional health appeal and no-treatment condition – simply educating adolescents about the effects of junk food on the body was just as (in)effective as doing nothing.

These results highlight the promise of finding new, creative approaches to reduce unhealthy eating among teenagers. But while the study shows encouraging results, it has important limitations. First, it largely relies on self-report measures. The teenagers reported on questionnaires how appealing they find healthy eating, which snacks and drinks they want, and how angry they were about soda ads. These responses might not accurately reflect their true beliefs – they may have just responded in a way they thought was expected of them. After all, the participants were cued to be angry at the food industry: they were asked to write an essay explaining why a lot of people are outraged – not being outraged did not appear to be an option.

To avoid this bias, the researchers did not disclose the real aim of the study to their participants. Rather, the intervention was disguised as an opportunity to provide feedback on a new school curriculum. Also the snack choice on day two was masked as a reward for their hard work throughout the preceding months, but it’s still possible that the teenagers may have guessed what the study was really about and the researchers did not control for this. Future studies could use more implicit measures, such as skin conductance or the Implicit Association Test, to test for subconscious attitudes. Alternatively, neuroimaging could be used to check if junk food is perceived as less rewarding in terms of brain response, which would arguably provide a more objective measure than self-report.

Also, while the effects lasted for two days, successful interventions need to be beneficial in the long-term. It is important to check if teenagers still make healthy food choices months after the experiment or if it was just a fleeting effect. And would they still be motivated by autonomy and social justice as adults? Or would we need to appeal to different values when they are older, requiring a new intervention?

Associating a healthy diet with adolescents’ own values seems to be a promising avenue to prevent obesity. But future studies will need to evaluate and develop these interventions further to ensure that teenagers make healthy choices and are not “buttered up” by the food industry.

SOURCE:
https://digest.bps.org.uk/2016/10/20/teens-reject-junk-food-when-healthy-eating-is-framed-as-rebellion/(accessed 1.11.16)